|
|
30 Σεπ 2010
 « Kαμιά νίκη δεν ανταμείβει, ενώ κάθε ακρωτηριασμός του ανθρώπου είναι χωρίς επιστροφή», έγραφε ο Αλμπέρ Καμύ στο βιβλίο του « Γράμματα σ' ένα Γερμανό φίλο», όταν οι ορδές των ναζί κυρίεψαν την Ευρώπη. Ξαναδιαβάζοντας τούτη τη φράση που, εδώ και κάμποσο καιρό, έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου, σκέφτηκα εσένα. Αποφάσισα να σου γράψω, γιατί παραμένω πεπεισμένος, πως το βαθύ νόημα αυτών των φράσεων δε θα σου διαφύγει σε τούτη την κρίσιμη στιγμή, σ' αυτή την καμπή στην ιστορία της φιλίας μας που διακόπηκε. Υποφέρω, φίλε μου, γιατί η φωνή σου δεν ακούγεται εδώ και λίγο καιρό, κι αυτό είναι τόσο παράξενο... Όχι, δε θα μιλήσω με υπονοούμενα. Θα μπω κατευθείαν στο θέμα, μ' όλη την ειλικρίνεια που χαρακτήριζε πάντα τις σxέσεις μας. Από τότε που τα παιδιά της Παλαιστίνης πέφτουν κάτω από τις σφαίρες των Ισραηλινών στρατιωτών, η σιωπή σου με ξαφνιάζει. Δεν την έχω συνηθίσει. Κι ωστόσο, αυτή τη φορά, κόντεψα να μαντέψω τούτη τη βουβαμάρα, τούτη την έντονη σιωπή. Την ένιωσα. Πίστεψα πως ανακάλυπτα μέσα σ' αυτήν την έκφραση εκείνη, τη βουβή αγωνία, που σφίγγει τις καρδιές μιας γενιάς ανθρώπων, οι οποίοι γλίτωσαν απ' τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, κάθε φορά που το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με το αναπόφευκτο δίλημμα, το οποίο μάταια οι Εβραίοι προσπάθησαν να σκεπάσουν εδώ και σαράντα χρόνια. Τι λέω; Εδώ και έναν αιώνα σχεδόν, απ' τη μέρα που ο Theodor Herzl αποφάσισε να ιδρύσει ένα Εβραϊκό Κράτος μέσα σε μια Παλαιστίνη, κατοικημένη από Άραβες. Σ' ακούω να λες ότι αποδοκιμάζεις τις πράξεις βίας και το ότι ο στρατός πυροβολεί εναντίον των νεαρών διαδηλωτών να λες ακόμη ότι η βία πρέπει να σταματήσει κι απ' τις δυο πλευρές' πως οι νεαροί Παλαιστίνιοι, που πετούν πέτρες στους Ισραηλινούς στρατιώτες, οφείλουν εξίσου ν' αναλάβουν μια κάποια ευθύνη. Θα μου πεις ότι το «αλλά» είναι μια λέξη περιττή' οδηγεί σε σύγxυση. Λέξη επικίνδυνη που μπερδεύει τα σύνορα ανάμεσα στο δήμιο και το θύμα. Πώς μπορώ να δεχτώ την ιδέα ότι θόλωσε η μνήμη σου; Είχαμε συμφωνήσει, σχεδόν σιωπηλά, ότι το δρόμο που οδηγεί στη συνύπαρξη ανάμεσα στους Άραβες και τους Εβραίους στη γη της Παλαιστίνης, παρόλο που ήταν βασανιστικός και σπαρμένος με παγίδες, άξιζε να τον περπατήσουμε' ο διάλογος μας δε θα 'πρεπε ποτέ να διακοπεί. Θα ήθελα, λοιπόν, να θεωρήσω ανοιχτή τούτη την επιστολή. Θα είναι αναγκαστικά ασυμπλήρωτη, ημιτελής. Δε θα γράψω το τελευταίο γράμμα, παρά μονάχα την ημέρα που θα καταλάβεις μαζί μου πως η συνύπαρξη οδηγεί στο τέλος της αγωνίας, στην εξουδετέρωση της. Θυμήσου όταν σου είπα, μετά την πρώτη μας συνάντηση, πόσο λυπόμουν για τα όσα είχαν υποφέρει οι δικοί σου. Εξαιτίας αυτής της τραγωδίας, και ως ένα σημείο χάρη σ' αυτήν, ανακάλυψα την ταυτότητα μου ως ανθρώπου. Θέλησα να επισκεφτώ χωρίς καθυστέρηση τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως για να καταλάβω καλύτερα. Πήγα στο Νταχάου, στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, στο Μαουτχάουζεν και σ' άλλα φοβερά μέρη. Η καρδιά μου σφίxτηκε' από αλληλεγγύη, άφησα ένα κομμάτι της ψυχής μου στα κρεματόρια. Θέλησα ακόμα να οδηγήσω τα βήματα μου ως εκείνα των τυράννων σας, για να μετρήσω το βάθος της αβύσσου. Έψαξα στη Νυρεμβέργη, το στάδιο, εκεί όπου τα πλήθη, απαλλαγμένα από τα δεσμά τους, ούρλιαζαν το μίσος τους. Ρώτησα τον άνεμο' αιχμαλώτισα τον ήχο από τις μανιασμένες κραυγές, ρούφηξα τον ιδρώτα των ερεθισμένων σωμάτων, έψαξα να βρω τις λάμψεις των τρελών βλεμμάτων. Θυμήσου κι εκείνη τη μέρα, την πρώτη, που σε ρώτησα, γιατί υπήρχε τόση έκπληξη στο βλέμμα σου. Ψιθύρισες τη λέξη «Άραβας». Σου είπα ότι ούτε κι εγώ δεν είχα δει ποτέ πριν έναν Εβραίο. Από τόσο κοντά τουλάχιστον. Όταν ήμουν παιδί, ψηλά απ' το τείχος της Ιερουσαλήμ, παρατηρούσα όσους περνούσαν από τον απαγορευμένο δρόμο, όπου ήταν χτισμένο το σπίτι του παππού μου. Την πρώτη φορά έκανα τη σκέψη: οι Εβραίοι μάς μοιάζουν, δεν είναι οι δαίμονες που στριφογυρίζουν αδιάκοπα στη μνήμη μου, η οποία είχε σβηστεί από κείνη τη φοβερή μέρα του Μάη του 1948, όταν κάτω από τις βόμβες η οικογένεια μου πήρε το δρόμο της εξορίας. Ήμουν πάρα πολύ μικρός για να θυμάμαι συγκεκριμένα, για να κάνω ένα περίγραμμα, ένα φυσικό σxήμα μ' όλους τους ανθρώπους, που πέρασαν από τα παιδικά μου χρόνια. Ορισμένοι απ' αυτούς τους ανθρώπους ήταν Εβραίοι, γείτονες, οικογενειακοί φίλοι. Κι όταν άκουσες τη φωνή μου, όταν μ' άκουσες να λέω κάποια λόγια (αν και ήταν κουβέντες καθησυχαστικές) διάβασα μες στα μάτια σου: για δες, αυτός (ο Άραβας; ίσως όχι ακόμα, για σένα, εκείνη την εποχή, ο Παλαιστίνιος;) μου μοιάζει. Και τούτο συνέβη, επειδή η μνήμη σου ήταν μπλοκαρισμένη από διαστρεβλωμένες εικόνες και ψεύτικα πρότυπα. Εκείνη τη μέρα, μπροστά σου, εξέφρασα την πεποίθηση μου ότι Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί δεν μπορούσαν να ζουν για πάντα χωρισμένοι από τα συρματοπλέγματα' ... ... Από τo βιβλίο του Ιbrahim Souss Γράμμα σ' έναν Εβραίο φίλο (Lettre a un ami juif) εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 1988 Μετάφραση: Ντίνα Κισκίνη
Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ p.
31 Αυγ 2010
 Λίγες μέρες πριν απ' το γάμο της Ελβίρας μού είχε στείλει κι ένα γράμμα πολυσέλιδο, επειδή ήθελε να μου επιβάλει και γραπτώς το χωρισμό μας. Με ρωτούσε μελοδραματικά αν μπορώ να τον ακούσω. Μπορείς να μ' ακούσεις; Γιατί είναι σίγουρος ότι ποτέ μου δεν άκουσα τη φωνή άλλου ανθρώπου. Ποτέ δεν έστησα τ' αφτί μου στην καρδιά του άλλου. Με πρόσεχε καθώς αποτύπωνα σαν το φωνογράφο, ψυχρά, μηχανικά, και σώριαζα μέσα μου του καθενός την αγωνία — ποτέ δεν αγωνιούσα, μόνο κατάγραφα κι υπόκλεπτα την αγωνία τους κι εξηγούσα τον κόσμο εγκεφαλικά και χαιρόμουν να μιλώ με τις ξένες φωνές για τους πόνους των άλλων. Απ' τον καιρό που μ' αγαπούσε πίσω απ' τη σίτα της φυλακής, σαν να τον είχα καθηλώσει σ' έναν παγερό διάδρομο, περίμενε την αποφυλάκισή του εγκαταλειμμένος, ούτε μια στιγμή δε μ'εμπιστεύτηκε. Γι' αυτό μου μιλούσε πολύ αφότου αποφυλακίστηκε, μου 'λεγε για όλα τα σημαντικά και τ' ασήμαντα και με κρυφοκοίταζε περιμένοντας. Τι περίμενε; Περίμενε, λέει, τη στιγμή που θ' αφηνόμουν πλάι του. Όμως, αντί αυτού, εγώ προσχεδίαζα και σκηνοθετούσα σατανικά το χωρισμό μας. Εγώ τον έσπρωξα στην Ξένια. Τι ήταν αυτός για μένα; Ένα φαινόμενο ξένο στην αιώνια αναισθησία μου. Τον άκουα αδιάφορη σαν ν' άκουα Οδύσσεια. Όχι ότι δεν τον πρόσεχα όταν μιλούσε. Ίσα ίσα, ήταν τόσο λαμπερά τα μάτια μου, λες κι απολάμβανα τα βάσανα του και με τόση συγκίνηση που τον εξουθένωνα. Πολλές φορές ένιωθε την ανάγκη να με μπλαβίσει στο ξύλο, μόνο και μόνο για να βεβαιωθεί πως ήμουν γυναίκα απαλή και στρογγυλή στο πλευρό του. Διάβαζα το γράμμα του και σκεφτόμουν ότι θα 'γινα κίτρο απ' τη χλωμάδα. Αλλ' αυτός πολύ αμφέβαλλε ότι μπορεί να με ταράξει και γι' αυτό κάθε τόσο, σε κάθε δέκα τόσες αράδες, επαναλάβαινε ότι με βλέπει, λέει, σαν τον ακανθόχοιρο που θα 'χω μουδιάσει τυλιγμένη στ' αγκάθια μου, καλά προφυλαγμένη. Μα πού θα πάει; Αργά ή γρήγορα θα 'ρθώ αντιμέτωπη με τον εαυτό μου. Και τότε καμιά αυτοανάλυση, καμιά ψευτοαλήθεια δε θα με σώσει. Είχε συναντήσει, συνέχιζε, τον Παύλο και μιλούσαν για μένα. Τελευταία συναντούσα κι εγώ τον Παύλο, τα λέγαμε αδιάφοροι κι οι δυο, ας πούμε φιλικά. Λεπτός, χλωμός κι όμορφος σαν εραστής. Απ' τις πρώτες στελεχάρες κι αυτός και στο ίδιο κόμμα με τον Γιώργο. Μια φορά που τον είδα έξω απ' το Πολυτεχνείο, σαν να 'βλεπα στο πρόσωπο των κορασίδων που τον περιτριγύριζαν τον εαυτό μου, πριν χρόνια, τότε που μ' έσερναν ο Παύλος πρώτα κι έπειτα ο Φώντας, μ' έσερναν ντάμα όπου τους καλούσαν τ' αγωνιστικά τους αυτά. Και τα συγκλόνιζε τα κοριτσάκια με τη σοφία του και τις ιδεολογικές του ρυτίδες. Μιλούσε λοιπόν ο Παύλος με τον Γιώργο για μένα. Είχε καθίσει και του εξιστόρησε τον καιρό που ήμαστε μαζί. Τότε με τα κυνηγητά εδώ κι εκεί, την αγωνία μήπως τον πιάσουν, τα κατάφερε και με ξεφορτώθηκε. Κι όταν του έλεγε η μάνα του για τις επισκέψεις μου στο σπίτι τους, της είχε δώσει εντολή να με κρατήσει σ' απόσταση, να μη συγκινηθεί απ' τη φαινομενική μου γλυκύτητα και μου αποκαλύψει το κρησφύγετό του. Επειδή ο Παύλος με φοβόταν. Τον κοίταζα, λέει, με γυάλινα μάτια, δεν απόσωνα το χάδι μου και το ξανάπαιρνα πίσω, ποτέ δε μ' άκουσε ν' αναστενάξω. Διαρκώς μ' έxανε στον έρωτα κι ολοένα τον παράσυρα στο κενό, σαν να του γέμιζα το στόμα στάχτη. Ο Γιώργος μού τα επανάλαβε αυτά τα καραγατσικά και με ποικίλες ξούρες ότι σαν να γλίτωσε επιτέλους κι αυτός από σαράκι. Με ρωτούσε επιπλέον αν θυμάμαι εκείνο το πρωί στην Κηφισιά που με θερμοπαρακαλούσε να μη χωρίσουμε. Ένα νεύμα μου θα 'ταν αρκετό. Μα εγώ; Τον κοίταζα με σβησμένα μάτια, καταχθόνιο θύμα. Αδιάφορη και πονεμένη σαν να μ' είxε διαψεύσει και σαν να 'μουν ο θεός που τον καταδίκαζα. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα αυτό το γράμμα, μου ήταν δύσκολο να καταλάβω τι άλλο ήθελε από μένα. Πόσο πολύ ακόμη έπρεπε να με πληγώσει. Μα δεν είχα πια κανέναν απ' τους παλιούς ανάγκη. Κάθε μέρα και περισσότερο σιγουρευόμουν ότι θα περπατήσω χωρίς τα δεκανίκια που ο καθένας μού δάνειζε για δική του αποθέωση. Από το βιβλίο της Μάρως Δούκα Η αρχαία σκουριά εκδ. Κέδρος, 1981Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ p.
16 Ιουλ 2010
 Τότε θα σου γράψω έλα. Αν πιστεύεις και μια αράδα απ' τα γράμματα που ζεσταίνουν τον κόρφο μου, έλα. Τώρα δε ντρέπομαι. Δουλεύω. Και σε γραφείο ε; Φοράω γραβάτα, δερμάτινα παπούτσια κι είμαι ξυρισμένος. Έχω κόψει τα μαλλιά μου σα δημόσιος υπάλληλος και πληρώνω εισιτήριο για να πάω απ' το Σύνταγμα στην Ομόνοια. Αγοράζω καθημερινά εφημερίδα, καπνίζω τσιγάρα με φελό κι έχω σπίτι να μείνω. Έτσι χωρίς να ντρέπομαι πια, σου λέω έλα — ξέρεις που θα με βρεις. Κι άμα θες να μου γράψεις, να η αντρέσα μου. Όχι Ποστ Ρεστάντ στον Πειραιά για ν' απορείς... « πού μένεις στον Πειραιά; γιατί παίρνεις τα γράμματα στο ταχυδρομείο; Κι αφού η εταιρία σου είναι στην Αθήνα...» Από το βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου Δανεικιά γραβάτα εκδ. Καστανιώτη, 1982
(το βιβλίο επανακυκλοφόρησε το 2001 από τον Εξάντα, και το 2006 από τα Ελληνικά γράμματα) Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ p.
10 Ιουν 2010
30-5-1962
Δεν μπόρεσα να τελειώσω το γράμμα που άρχισα να γράφω σήμερα το πρωί. Το συνοψίζω σε τρεις γραμμές. Είσαι η ρίζα του δέντρου που δεν θα κοιμηθώ αλλά θα ξυπνήσω.
Ήμουνα στα ξένα. Είσαι η πατρίδα μου.
Ξαναγύρισα.
Από το βιβλίο Νικηφόρος Βρεττάκος, Ενώπιος ενωπίω - Ημερολογιακές σημειώσεις 1962
εκδ. Τρία Φύλλα, 1991
(φωτογραφία: Ελευθεροτυπία - enet.gr)
Ακόμα:
- ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στα αυτοβιογραφικά
- κι άλλα ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου με θέμα τα γράμματα εδώ, στο γράμμα σε χαρτί
- για τον Νικηφόρο Βρεττάκο: parnonas.orgΕτικέτες Νικηφόρος Βρεττάκος, ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
12 Απρ 2010
 Από το παράθυρο μπαίνει το φως της θάλασσας, ο ήχος των αυτοκινήτων που τρέχουν στη Λεωφόρο, λίγο κάγκελο από το μπαλκόνι και πολύς ουρανός. Ο ουρανός είναι γαλάζιος και η θάλασσα είναι γαλάζια, πριν λίγο πρέπει να πέρασε κάποιο βαπόρι, έχει μείνει χαραγμένη η πορεία του πάνω στο νερό, είναι πιο ανοιχτόχρωμο σχεδόν ξασπρισμένο γαλάζιο.
Ό,τι βρίσκεται έξω από το δωμάτιο θα μπορούσε να της φέρει στη μνήμη άλλες παραστάσεις, ζωής περασμένης, όμως αποφεύγει τέτοιες αναδρομές, αισθάνεται πιο ασφαλής στο τελείως ξένο περιβάλλον του εσωτερικού.
Η μόνη της έγνοια είναι αυτό το γράμμα που πρέπει να γράψει. Είναι απαραίτητο, πρέπει να το γράψει.
Άλλαξε πάλι δωμάτιο, άλλαξε πολιτεία. Τίποτα δεν άλλαξε, οι άνθρωποι έχουνε παντού τα ίδια νεκρά πρόσωπα. Όταν τους κοιτάξεις επίμονα το ανακαλύπτεις. Μούμιες.
Κάθεται στο καφενείο — αυτό το γράμμα πρέπει να το γράψει — βγάζει το στυλό και την κάρτα. Την ξανακοιτάζει και βεβαιώνεται πως απεικονίζει εκείνη την πρώτη πολιτεία απ' όπου πέρασε. Είπε θα στείλω μια κάρτα. Δεν την έστειλε. Σε κάθε καφενείο που κάθεται είναι για να γράψει αυτή την κάρτα, έπειτα ανακαλύπτει πως πάλι δεν απεικονίζει την πολιτεία που βρίσκεται, αλλά μιαν άλλη. Θυμάται με πόση προσοxή την διάλεξε, ήθελε νάναι αντιπροσωπευτική, να λέει αλήθεια. Μια, δυο, τρεις, δέκα. Τις απλώνει όλες μπροστά της.
[....]Μια μια σκίζει τις κάρτες, μπερδεύει τα κομματάκια, παιχνίδι παιδικό να τα ξανακολλήσεις, ο χρόνος καταβροχθίζεται με χρωματιστά πεθαμένα τοπία. Γίνανε μια μικρή στοίβα, με το μεγάλο δάχτυλο κάνει σφεντόνα και τα χτυπάει. Σκορπίσανε γύρω από το τραπέζι, μερικά που μείναν επάνω τα ρίχνει με το χέρι στο πεζοδρόμιο κι αυτά. Πέρασε αρκετή ώρα. Τα παρακολουθούσε να κολλάνε πάνω στις σόλες των περαστικών, να τα παρασέρνει ο αέρας παρακάτω ίσαμε που βαρέθηκε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα παλιό σημειωματάριο έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε πάνω πάνω αποφασιστικά: Σεβαστή μου μητέρα, κλαίω... Σκέφτεται τι άλλο μπορεί να της γράψει. Προσθέτει. Κλαίω. Υπογράφει. Τσακίζει το χαρτί, το βάζει σ' ένα φάκελλο, το κλείνει. Τον γυρίζει και γράφει προσεχτικά. Κυρίαν Ελένη... Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Τάφος 336. Ελλάδα Από το βιβλίο της Τατιάνας Γκρίτση-Μιλλιέξ Σπαράγματα εκδ. Κέδρος, 1973Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
10 Μαρ 2010
 Την άλλη μέρα το πρωί έλαβα ένα γράμμα, σταλμένο από ένα ξενοδοχείο της Πράγας.Αγαπητέ μου Ουίλιαμ, Συγχώρεσέ με. Ήμουν υποχρεωμένος να αφήσω βιαστικά το Βερολίνο, και κάτω από συνθήκες μυστικότητας, έτσι που δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω μαζί σου. Η μικρή εγχείρηση για την οποία σου μιλούσα ήταν —αλίμονο— κάθε άλλο παρά επιτυχημένη, και ο γιατρός διέταξε άμεση αλλαγή αέρα. Τόσο ανθυγιεινή είχε γίνει όντως η ατμόσφαιρα του Βερολίνου για την ιδιόμορφη κράση μου, ώστε αν παρέμενα άλλη μια βδομάδα θα είχαν δημιουργηθεί στα σίγουρα επικίνδυνες περιπλοκές. Οι λάρητες και οι πενάτες μου έχουν όλοι πουληθεί και τα κέρδη έχουν καταβροχθιστεί σε μεγάλο βαθμό από τις απαιτήσεις των ακολούθων μου. Δεν παραπονιέμαι γι' αυτό. Με έχουν υπηρετήσει πιστά με μία μόνον εξαίρεση, και οι εργάτες είναι άξιοι του μισθού τους. Όσο για κείνον τον ένα, δε θα επιτρέψω να ξαναπεράσει απ' τα χείλη μου το απαίσιο όνομα του. Αρκούμαι μόνο να πω ότι ήταν και είναι ένας παλιοαπατεώνας του χειρίστου είδους και ότι έχει φερθεί σαν τέτοιος. Βρίσκω τη ζωή εδώ πολύ ευχάριστη. Η μαγειρική είναι καλή, όχι όμως τόσο όσο στο λατρευτό μου και ασύγκριτο Παρίσι, όπου ελπίζω θα με βγάλουν τα κουρασμένα μου βήματα την επόμενη Τετάρτη, αλλά σίγουρα πολύ καλύτερη απ' ό,τι μας παρείχε το βάρβαρο Βερολίνο. Δε μου λείπει η παρηγοριά του ωραίου και σκληρού φύλου. Κάτω από την ευεργετική επίδραση των ανέσεων του πολιτισμού έχω ανθίσει, έχω επεκταθεί. Σε τέτοια έκταση, μάλιστα, που νομίζω ότι θα φτάσω στο Παρίσι σχεδόν χωρίς καθόλου πόρους. Τέλος πάντων. Ο Μαμωνάς, το δίχως άλλο, θα είναι πρόθυμος να με φιλοξενήσει σε κατοικίες που, αν όχι αιώνιες, θα μου δώσουν τουλάχιστον τον καιρό να αναδιοργανωθώ. Σε παρακαλώ μεταβίβασε στον κοινό μας φίλο τους πιο αδελφικούς χαιρετισμούς μου και πες του ότι δε θα παραλείψω, στην επιστροφή, να εκτελέσω τις διάφορες εντολές του. Γράψε μου σύντομα και διασκέδασέ με με την αμίμητη ευστροφία σου. Όπως πάντα, ο αγαπητός σου ΑΡΘΟΥΡ Στην αρχή ένιωσα εξοργισμένος, άδικα ίσως. Έπρεπε να παραδεχθώ ότι τα αισθήματα μου για τον Άρθουρ ήταν τελείως κτητικά. Ο Άρθουρ ήταν αποκάλυψη μου, ιδιοκτησία μου. Ήμουν τόσο πληγωμένος όσο και μια γεροντοκόρη που έχασε τη γάτα της. Christopher IsherwoodΑπό τo βιβλίο Ο κύριος Νόρις αλλάζει τρένα εκδ. Αστάρτη, 1984 Μετάφραση: Ματίνα Μάντζιου Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
6 Φεβ 2010
 Πολυαγαπημένη μου
Πιάνω σήμερα - παραμονές της εγχείρησής μου — μολύβι και χαρτί στα χέρια μου, γιατί κάτι μου λέει πως δεν θα σε ξαναδώ. Οι γιατροί βέβαια εδώ είναι αισιόδοξοι, μα εγώ έχω κακό προαίσθημα. Χθες Κυριακή, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και στάθηκα όρθιος μπροστά στο παράθυρο. Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει. Τόσο πολύ χιόνι είχα σχεδόν τριάντα χρόνια να δω. Δεν στο κρύβω πως στην αρχή αισθάνθηκα μια ευφορία, ύστερα από λίγο όμως η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν παλαβή καθώς διέκρινα, πάνω στο ολόλευκο παρτέρι, ίχνη από οπλές αλόγων. Με βρήκαν, σκέφθηκα. Ίδια και τότε τα πατήματα, βαθιά, ευδιάκριτα.
Μάρτιο του '49, υπηρετούσα στην Έδεσσα. Ήμουνα στο λόχο με τους «Ανανήψαντες». Μόλις είχαμε φτάσει από το Μακρονήσι και πήραμε διαταγή να κινηθούμε προς το Καϊμακτσαλάν. «Εκκαθαριστική επιχείρηση». Θα χτενίζαμε σπιθαμή προς σπιθαμή την ανατολική πλαγιά. Στα χαμηλά, το χιόνι κρατούσε ακόμη μεριές, μεριές. Μέχρι να φτάσουμε στις Κερασιές ξεπαγιάσαμε. Διανυκτερεύσαμε στο Δημοτικό σχολείο. Βγάλαμε τ' άρβυλα και ξαπλώσαμε πάνω στα θρανία με τα ρούχα μας. Ξάφνου, μέσα στη νύχτα ακούσαμε φωνές από τους σκοπούς. Κάποιος ανέφερε στο λοχαγό πως είδε ίχνη από άλογα στο χιόνι.
[....] Λεν το ομολόγησα ποτέ και σε κανένα, αν κι εσύ νομίζω πως το είχες υποψιαστεί: Στο Μακρονήσι ούτε το ξύλο με λύγισε, ούτε ο θάνατος. Για μια γυναίκα υπέγραψα. Στο στρατόπεδο κουβαλούσα πάνω μου μια φωτογραφία της. Την έβλεπα κάθε τόσο και δεν την χόρταινα. Γιατί εμένα να με φάει το χώμα —σκεφτόμουνα— κι αυτή η ομορφιά να πέσει σε ξένα χέρια; Γιατί εγώ να σαπίζω εδώ πέρα και η ζωή έξω να συνεχίζεται σαν τίποτα να μην συνέβη; Μπροστά στην ομορφιά δεν υπάρχουν διλήμματα, την ακολουθείς και με κλειστά τα μάτια. Ένα μεσημέρι παρουσιάστηκα ξαφνικά στη διοίκηση του τάγματος: «Φέρτε μου να υπογράψω και στείλτε με όπου στο διάολο θέλετε». Έμειναν εμβρόντητοι οι αξιωματικοί. Ωστόσο δεν μετανιώνω. Ό,τι έγινε, έγινε και τίποτα δεν διορθώνεται, ούτε με τις εξομολογήσεις, ούτε με τις συγγνώμες. Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι να απέγινε ο Αϊ Βασίλης του 1965; Τι απέγινε άραγε εκείνο το μεγάλο δέντρο με τα πολύχρωμα λαμπιόνια, τ' αγγελάκια και τις χρυσαφένιες μπάλες; Σαν ένα γλυκό όνειρο τα θυμάμαι όλα πια. Φαίνεται ότι η ζωή γίνεται ωραία όταν λιγοστεύει απελπιστικά, όταν φεύγει, χάνεται από κάθε κύτταρο του κορμιού και τίποτα δεν θυμίζει το φωτοστέφανό της παρά μόνο μια υποψία χρυσόσκονης στα λιγοστά μαλλιά. Βλέπω τώρα το χιόνι που πέφτει πυκνό απ' έξω και καταλαβαίνω πολύ καλά το μήνυμα. Ώρα να ξανανέβω στο Καϊμακτσαλάν, έχω ένα ραντεβού στη χαράδρα της Κερασιάς και δεν πρέπει ν' αργήσω. Από Το Δέντρο - τ.141/142, Μάιος 2005
Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
9 Ιαν 2010
 Αποφάσισε να τα αφήσει να ξεχαστούν όλα, και να ξαναρχίσει τη ζωή του. Αλλά το καλοκαίρι του έφερε ένα γράμμα, χωρίς όνομα και διεύθυνση αποστολέα, αλλά με σφραγίδα του ταχυδρομείου του Σικάγο. Η Ντέμπορα του το έδωσε εκεί που έτρωγε το πρωινό του, δείχνοντας να μην έχει προσέξει τον γραφικό χαρακτήρα ή τη σφραγίδα, μαζί με ένα δέμα με φυλλάδια από έναν εκδοτικό οίκο που έβγαζε τη Βίβλο, τα οποία μοίραζαν οι δυο τους κάθε βδομάδα στην πόλη. Είχε κι εκείνη ένα γράμμα, από τη Φλόρενς, και αυτός ο νεωτερισμός τής είχε ίσως αποσπάσει την προσοχή. Το γράμμα της Έοτερ τελείωνε ως εξής: Εκείνο που πιστεύω είναι ότι έκανα ένα λάθος, αυτό είναι αλήθεια, και τώρα το πληρώνω. Αλλά μην νομίσεις ότι δεν θα το πληρώσεις κι εσύ — δεν ξέρω πότε και δεν ξέρω πώς, αλλά ξέρω ότι μια μέρα θα ταπεινωθείς. Δεν είμαι αγία σαν κι εσένα, αλλά ξέρω να ξεxωρίζω το καλό απ' το κακό.
Θα γεννήσω το παιδί μου και θα το μεγαλώσω να γίνει άντρας. Και δεν πρόκειται να του διαβάζω από καμιά Βίβλο και δεν πρόκειται να το πάω να ακούσει κανένα κήρυγμα. Ακόμα και να πίνει μονάxα παράνομο ουίσκι για όλη του τη ζωή, καλύτερος άνθρωπος θα γίνει από τον μπαμπά του.« Τι λέει η Φλόρενς;» ρώτησε νωθρά, τσαλακώνοντας το γράμμα μέσα στη γροθιά του. Η Ντέμπορα σήκωσε το κεφάλι της μ' ένα αχνό χαμόγελο. « Τίποτα σπουδαίο, καλέ μου. Αλλά μοιάζει σαν να πρόκειται να παντρευτεί». James Baldwin
Από τo βιβλίο Φώναξέ το στα βουνά εκδ. Μεταίχμιο, 2006Μετάφραση: Μαρία ΚονδύληΕτικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
9 Δεκ 2009
 Η Φουζάκο στο μεταξύ επέμεινε να μην επιτρέπει στον εαυτό της να φανταστεί την αγωνιώδη, εξαντλητική αναμονή που την περίμενε και κατατρώγοντας τον άντρα με το βλέμμα της πάσκιζε να εξακριβώσει την πληρότητα του δεσμού τους. Πόσο αυτάρκης αλήθεια έμοιαζε ο Ρουάγι, πόσο σίγουρος! Ήταν μια απόλυτα συγκεκριμένη παρουσία που δεν προσπαθούσε καν να ξεφύγει απ' τα όρια της . Η ίδια όμως θα προτιμούσε να είχε να κάνει με κάτι λιγότερο χειροπιαστό, πιο αόριστο και πιο ομιχλώδες. Εκείνο το φοβερό καράβι, συμπαγές σαν βράχος, ήταν δύσκολο να σβήσει από τη μνήμη. Το ίδιο και τα πυκνά φρύδια ή οι φαρδιοί ώμοι του άντρα. — Μην ξεχνάς να γράφεις — και κάθε φορά να βάζεις κι άλλα γραμματόσημα, είπε ο Νομπόρου παίζοντας με απόλυτη συνέπεια το ρόλο του. — Να λέγεται. Θα σας γράφω από κάθε λιμάνι που θα πιάνουμε. Να μου γράφεις όμως κι εσύ. Για τους ναυτικούς τίποτα δε μετράει όσο ένα γράμμα.Τους εξήγησε πως έπρεπε να γυρίσει στο καράβι για να βοηθήσει στις τελευταίες προετοιμασίες, κι αφού αποχαιρέτισε και τους δυο τους με ίδια θερμή χειραψία, ανέβηκε γρήγορα τη σανίδα που ένωνε το πλοίο με τη στεριά. Φτάνοντας στην κορυφή στάθηκε, γύρισε, τους κούνησε μια ακόμη φορά το xέρι και μετά xάθηκε. Yukio Mishima
Από τo βιβλίο Ο ναυτικός που αρνήθηκε τη θάλασσα εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1993Μετάφραση: Βαγγέλης Κατσάνης Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
9 Νοε 2009
 Αγαπημένη μου μαμά, Σου γράφω γιατί αισθάνομαι πολύ μπλοκαρισμένος πάλι... Μάλιστα έχω την εντύπωση πως είμαι πολύ μπλοκαρισμένος τα τελευταία είκοσι χρόνια... Μαμά νομίζω πως αυτά τα χρόνια τα έχασα κάπου. Για να σου εξηγήσω καλύτερα μου θυμίζει εκείνη την ιστορία με το εικοσάρικο... πρέπει να ήταν γύρω στο 1960 που πρωτοβγήκαν τα μεταλλικά εικοσάρικα —θυμάσαι— κι ο μπαμπάς έφερε ένα εικοσάρικο στο σπίτι και μας το έδειξε κι εγώ ο ηλίθιος μόλις ο μπαμπάς έπεσε για ύπνο το βούτηξα μέσα απ' το μικρό του το τσεπάκι και την άλλη μέρα το μεσημέρι που γύρισε ο μπαμπάς — μετά το φαγητό— είπε κοιτάζοντας το πιάτο με τις φακές του, κάπου έχασα το εικοσάρικο που σας έδειξα χτες... και συ είπες, αποκλείεται... κάπου θα το έδωσες και δεν θυμάσαι Τζίμη... κι αυτός είπε δυο-τρεις φορές χωρίς να σε κοιτάζει, χωρίς να με κοιτάζει, το εικοσάρικο χάθηκε εδώ μέσα στο σπίτι!... κι εγώ είχα γίνει λιώμα μ' αυτό που είπε κοιτάζοντας τις φακές του... Βέβαια το ίδιο βράδυ τόβαλα πάλι στο τσεπάκι του, έκλαψα κι όλας θυμάμαι στο κρεβάτι μου αφού είχα γίνει ο κλέφτης του μπαμπά... Μαμά, έτσι ακριβώς αισθάνομαι με τα χρόνια. Νομίζω πως τα έχασα κάπου τριγύρω μου και δεν μπορώ να κοιμηθώ, λες και τα έκλεψα εγώ απ' τον εαυτό μου... [....] Μαμά θέλω να σου γράψω δυο λόγια για τα μαθήματα που κάνω στη σχολή. Έχω κάπου εξήντα μαθητές σε τρία τμήματα. Στη σχολή λένε πως είμαι ο καλύτερος καθηγητής αν και δεν ακολουθώ κανένα οδηγό διδασκαλίας, παρά τους λέω τα δικά μου πράγματα. Τα παιδιά ξέρεις θαυμάζουν τον δάσκαλο τους αν τους μιλάει στη γλώσσα τους κι εγώ έτσι τους μιλάω και τους λέω πως είναι ξοφλημένοι αν δεν μπουν στο Σύστημα αλλά παράλληλα τους βρίσκω διάφορους τρόπους να είναι μέσα στο Σύστημα και να μην είναι! Αυτό τους ενθουσιάζει πολύ! τώρα που να σου εξηγήσω ρε μαμά τι σημαίνει Σύστημα;.. είναι σαν να σε βρίζω και συ να μου λες στο τηλέφωνο., καλά-καλά παιδάκι μου αλλά να προσέχεις και να φοράς φανέλα από μέσα!. έτσι δηλαδή η αιώνια προστασία, κατάλαβες; [....] Μαμά προχτές σε είδα στον ύπνο μου και χάρηκα πολύ. Φορούσες ένα μπεζ ταγιέρ με μεγάλα πέτα, κάτι καφετιές γόβες και τσάντα ασορτί, καδράκι του εξήντα ήσουν, μόλις λέει, είχε σχολάσει η εκκλησία κι έμπαινες σπίτι... Λιάκο! Λιακούλη, φώναξες απ' την πόρτα κι εγώ έτρεxα σφήνα στον καμπινέ να σβήσω το τσιγάρο... Μαμά θα κλείσω τώρα και θα σου γράψω άλλη φορά γιατί είμαι κουρασμένος. Τον μπαμπά και τα μάτια σου. Μαμά στο προηγούμενο γράμμα σ' είχα πικράνει για τον Άγιο Φανούριο και τις πίτες που κάνεις. Εντάξει, μη παίρνεις στα σοβαρά όσα σου γράφω. Πάντως στο λέω πως ο Άγιος Φανούρης σου δεν κάνει τίποτα... Σ' αγαπώ ο Λιάκος σου Από το περιοδικό ΓΙΑΤΙ - τ. 179, Μάιος 1990 εκδότης: Βασίλης Β. Τζανακάρης Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
8 Οκτ 2009
 Τότε εκείνος τόλμησε να πάει στο ξενοδοχείο όπου έβαλε την καμαριέρα να χτυπήσει την πόρτα και να ρωτήσει την δεσποινίδα Ίντα αν θα ήθελε να φάει μαζί του στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου το μεσημέρι. Αλλλά η δεσποινίς Ίντα αναγκάστηκε να του απαντήσει ότι η αδελφή της δεν αισθανόταν καλά και αδυνατούσε να την αφήσει μόνη.
Δυστυχισμένη, άκουσε την απάντησή της να μοιάζει με πρόφαση, μια αδιάφορη, υπολογιστική πρόφαση, απ' αυτές που δίνει κανείς σ' έναν καλό άνθρωπο που τον βρίσκει φοβερά ανιαρό και λίγο ενοχλητικό. Εκείνο το απόγευμα αρνήθηκε να διαβάσει στην αδελφή της και καθόταν άκαμπτη στην πολυθρόνα, χτυπώντας ενοχλητικά τα δάχτυλα της στο χερούλι. Μισούσε την Κοπεγχάγη και αναρωτιότανε τι γύρευε εκεί.
— Τι θέλαμε και ήρθαμε εδώ; είπε γκρινιάρικα στην αδελφή της που έκανε πως κρατούσε με κόπο την εφημερίδα που διάβαζε. Να που αρρώστησες, συμπλήρωσε με κάπως πιο μαλακό ύφος. — Αχ, αγαπητό μου παιδί, μήπως και στο σπίτι δεν θα μπορούσα ν' αρρωστήσω; είπε η μεγάλη αδελφή. Πού να ξέρει κανείς ποτέ με την καρδιά; Είναι τόσο άστατη!
Τότε, της έγραψε ένα γράμμα:
«Αγαπητή δεσποινίς Ίντα! Παίρνω το θάρρος να σας γράψω, όπως ο μελλοθάνατος τολμάει να κάνει οτιδήποτε. Δεν έχω πια τίποτα να χάσω, αφού έχασα τον εαυτό μου με σας, αλλά υπάρχει ίσως ελπίς να κερδίσω κάτι; Πέστε μου αν είναι πραγματική σας επιθυμία να μην ξανασυναντηθούμε ποτέ εμείς οι δύο και δεν θα σας ξαναενοχλήσω. Δεν θα περάσω καν από το ξενοδοχείο για να ρωτήσω αν μένετε ακόμα εκεί. Μα ναι, θα με καταπιεί η γη. Αλλά αν είναι πρόθεσή σας να μου χαρίσετε για μια ακόμα φορά, έστω και για λίγο, την τόσο ευχάριστη παρέα σας, θα περιμένω αυτή τη στιγμή μια αιωνιότητα — κι ακόμα πιο πολύ!»
Τα χέρια της Ίντας τρεμούλιασαν και της έπεσε το γράμμα. Η Έλνα, παρά την αδυναμία της, το βούτηξε με μια γρήγορη κίνηση σαν του γλάρου που αρπάζει τ' απορρίματα του καραβιού.
—Ώστε έτσι ε; είπε απειλητικά. Προικοθήρας είναι Ίντα, προικοθήρας. Έκανε μια γκριμάτσα γεμάτη κακία, αλλά η Ίντα νόμισε πως είναι απ' τον πόνο.
Margareta Ekström
Από την ανθολογία 17 φωνές από την Σουηδία εκδ. Τεκμήριο, 1979 Μετάφραση: Νίκη Κώνστα - Ανθολόγηση: Ίβαρ 'Εμαν Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
9 Σεπ 2009
 Διάβασε το μπιλιέτο και ρώτησε τ' όνομά μου. Του το 'πα και με ξαναρώτησε τι δουλειά έκανα πριν και πού αλλού έχω εργαστεί. Σκέφτηκα να κρύψω τις τελευταίες μου απασχολήσεις μια και ξέρω τι εχτίμηση έχουν οι άνθρωποι σαν και μένα. Όμως θα το μάθαινε από το φίλο του και δε θα είταν καλό να το κρύψω. —Είμουνα λογοτέχνης, είπα και θα συνέχιζα λέγοντας πως τα 'χω παρατήσει και θα του αράδιαζα και τι άλλο μπορούσα να κάμω, όταν τον είδα να στριφογυρίζει στην καρέκλα πιο γρήγορα, να σταματά στο τέλος και να ορθώνεται. Σκέφτηκα πως έκαμα μεγάλη γκάφα και άρχισα να τα βάζω με τον εαυτό μου όταν τον βλέπω νά 'ρχεται κοντά μου και να με πιάνει απ' τους ώμους. —Είσαι λογοτέχνης; μου λέει δυνατά. Αλήθεια; Είσαι; Σάστισα. Πήγα να το σκεπάσω, να το αλλάξω, όμως δε μ' άφηνε. —Μου χρειάζεται, μου χρειάζεται ένας λογοτέχνης, φώναζε. Πήγε έκλεισε την πόρτα και μου 'πε να καθήσω. Ζαλίστηκα. Αυτό πού 'θελε από μένα είταν το δυσκολώτερο πράμα στο κόσμο μια κ' είχα αποφασίσει ν' αλλάξω επάγγελμα. Είταν ένας παράξενος άνθρωπος και το μεσημέρι που τρώγαμε σ' ένα εστιατόριο πολυτελείας μου 'πε τι μ' ήθελε.
Είχε παντρευτεί δυο φορές στη ζωή του και η ευτυχία δε τον είχε επισκεφτεί ακόμη. Έκανε σαν δυστυχισμένος και θα τον λυπόμουνα αν δεν τον ζήλευα για το στομάχι του. Έτρωε συνέχεια και μού 'λεγε για τη μοναξιά του, για την ερημιά του και στο τέλος με ρώτησε αν ξέρω να γράφω ερωτικές επιστολές. Όχι, του είπα, όμως το άλλαξα αμέσως και τον βεβαίωσα πως δικές μου δεν έγραψα ποτές, όμως ξένες μπορούσα να γράψω, μόνο έπρεπε να 'χω τα στοιχεία που χρειάζονταν και άλλα πολλά. Μου ανάθεσε λοιπόν να του γράψω δυο ερωτικές επιστολές και να του τις πάω την άλλη μέρα. θα έπαιρνα για την κάθε μια ένα ποσόν και αν του άρεσαν θα μ' έπαιρνε στο γραφείο του μόνιμο. Κάθησα τη νύχτα και αράδιασα μερικά κατεβατά και ξάπλωσα περισσότερο λυπημένος γιατί δε μπορούσα να ξεφύγω. Κι' όταν τις διάβασε ενθουσιάστηκε και μου 'πε πως θα με πληρώνει με το κομμάτι. Για κάθε γράμμα που θα του παράδινα θα μού 'δινε πενήντα δραχμές και μ' έβαλε και υπόγραψα κι' ένα συμφωνητικό γιατί όπως μου 'πε τ' άρεσαν οι καθαρές δουλειές και μού 'δωσε κι' ένα αντίγραφο.
Στρώθηκα λοιπόν πάλι στο γράψιμο και σε μια βδομάδα έγραψα εκατό. Τις καθαρόγραψα και σκεφτόμουνα πως μπορούσα να λύσω και το πρόβλημα της ζωής μου μ' αυτό τον τρόπο. Τις πήγα πρωί-πρωί το πρώτο Σάββατο και με τους λογαριασμούς τους δικούς μου θα περνούσα δυο μήνες με τα έσοδα που θα είχα. Τις άφησα στο γραφείο πάνω και στάθηκα περιμένοντας χωρίς να μιλώ. —Τι είναι αυτά; με ρώτησε. —Εκατό, του είπα. —Τι εκατό; —Εκατό γράμματα. —Εκατό γράμματα! πέντε χιλιάδες! —Πέντε χιλιάδες. —Δεν είμαστε καλά είπε, ζύγισε μάλιστα και τό χαρτί έτσι στα χέρια του και του φάνηκε σαν λίγο βαρύ. -Εκατό γράμματα! Σε πόσες μέρες τα 'γραψες; —Αυτές τις μέρες, του είπα. —Νομίζεις πως θα με γελάσεις, είπε, εγώ έχω ν' αγοράσω εκατό σαν και σένα και δε μπορώ να γράψω ένα ερωτικό γράμμα και συ έγραψες εκατό σε πέντε μέρες; Από πού τ' αντίγραψες;
Στα χέρια μου είχα το συμφωνητικό, όμως τ' άφησα κι' αυτό μαζύ με τα γράμματα και σηκώθηκα κι' έφυγα. Μήτε σκέφτηκα αν θα τα χρησιμοποιούσε, μήτε μ' ένοιαζε. Και κάθε φορά τώρα που θα πιάσω στα χέρια μου εφημερίδα κοιτάζω τη στήλη των συνοικεσίων και γνωρίζω τις τυποποιημένες αγγελίες του «προϊσταμένου μου». «Ζητώ να γνωρισθώ με νέαν καλής οικογενείας, ευπαρουσίαστην, υψηλήν, μορφωμένην, ευγενικιάν με σκοπόν τον γάμον. Γράψατε» κ.λ.π. κ.λ.π.
Και σκέφτομαι πως δεν πήγε ολότελα χαμένος ο κόπος μου, γράφοντας εκείνα τα εκατό γράμματα.
Από το βιβλίο του Αντρέα Νενεδάκη Τα πορτοκάλια είναι πικρά τον Οχτώβρη Αθήνα, 1975 Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
1 Αυγ 2009
 Θυμάμαι ακόμα έντονα την αδεξιότητα του αποχωρισμού. Την πνιγμένη συγκίνηση που ξέσπαγε σε νευρικά γέλια, την προσπάθεια ευθυμίας που ράγιζε με θόρυβο, τα πειράγματα που έμεναν μετέωρα, τα βλέμματα που έψαχναν αμήχανα κάποιο σημείο να σταθούν. Κι όπως η αοριστία της επόμενης συνάντησης μάς βάραινε ανυπόφορα, σπάσαμε απότομα κι οι δυο. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά και με κομμένα λόγια επιχειρήσαμε να κλείσουμε την τύχη και το χρόνο μες στα δικά μας τα προγράμματα.
— Θα βλεπόμαστε κάθε Ιούνιο, έκανε γρήγορα. Στις δεκαπέντε, που γεννηθήκαμε! Έτσι, θα ξεχνάμε δυσκολότερα την ημερομηνία, κατέληξε γελώντας, μα κατά βάθος προσπαθώντας να μειώσει τη σημασία της κοινής επετείου. Έβγαλε ύστερα ένα χάρτη, έψαξε με πυρετό και είπε ενθουσιασμένος.
— Στό σταθμό της Λωζάνης! Αν μείνεις στην Αθήνα, μοιράζουμε τη διαφορά. Αν όχι, που το ξέρεις; Μπορεί και να γλιτώνεις πολλά χιλιόμετρα.
Το πρόσωπο του σκοτείνιασε για μια στιγμή. —Πάντως μη μου ζητήσεις να έρχομαι εδώ! έκανε φοβισμένα και στράφηκε μηχανικά προς το κλειστό δωμάτιο.
Τον καθησύχασα, μετά του ζήτησα κοφτά. — Όχι όμως γράμματα! Καθόλου γράμματα!
Με κοίταξε με έκπληξη, ύστερα χαμογέλασε. — Τα γράμματα προορίζονται για ξένους. Αυτό δεν εννοείς; ρώτησε μαλακά.
Και χωρίς να περιμένει απάντηση, μ' έσφιξε πάνω του για τελευταία φορά, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και xάθηκε στο σκοτάδι.
Δεν ξέρω αν εννοούσα ακριβώς αυτό. Από τότε ακόμα, οι σχέσεις μου με τα γράμματα ήταν μπερδεμένες. Άλλοτε με γοήτευε το πλησίασμα μέσα απ' το γραπτό, το ανεμπόδιστο από διασπάσεις, κι άλλοτε οι φράσεις οι περασμένες στο χαρτί γίνονταν το καταθλιπτικό υπόλειμμα μιας παρουσίας κάποτε κοντινής, ο ανεκπλήρωτος πόθος μιας ολοκλήρωσης, το σύμβολο κάποιας απόστασης που τώρα καθορίζει.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, δε στείλαμε ο ένας στον άλλο ούτε μια λέξη. Αλλά και τη συνάντηση του Ιουνίου δεν την προδώσαμε. Τουλάχιστον ως ένα σημείο.
Από το βιβλίο της Νένης Ευθυμιάδη Αθόρυβες μέρες εκδ. Εστία, 1983 Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
9 Ιουλ 2009
Françoise Sagan: Dans un mois, dans un an (1957)
 - Θα μου γράφεις; ρώτησε η Νικόλ. - Ναι. Κάθε μέρα.Ήξερε ότι θα της έγραφε κάθε μέρα το ίδιο γράμμα: « Αγαπημένη μου, είμαι καλά. Η Ιταλία είναι μαγευτική' Την επομένη φορά θα έρθουμε εδώ μαζί. Εργάζομαι πολύ. Σε σκέφτομαι πάντα. Αύριο θα σου γράψω περισσότερα. Σε φιλώ». Αν ήταν η Ζοζέ θα της έγραφε: « Ζοζέ, αν ήξερες... Πώς να εκφραστώ για να καταλάβεις; Ζοζέ, η σκέψη σου και μόνο με κάνει να σπαράζω. Ζοζέ, μήπως έκανα λάθος; Μήπως δεν τελείωσαν όλα;» Θα έγραφε οτη Ζοζέ κυριευμένος από μελαγχολία' οι λέξεις θα κυλούσαν ζωντανές και καυτές πάνω στο χαρτί...  [....] Η Ζοζέ, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν καταλάβαινε. Την προηγούμενη μέρα είχε λάβει ένα θαυμάσιο γράμμα από τον Μπερνάρ. Υποσχέθηκε να πάει στη Νικόλ. Η Νικόλ είχε παχύνει. Ευχαριστήθηκε όταν είδε τη Ζοζέ, γιατί η Μπεατρίς την τρόμαζε. - Πάμε μια βόλτα στην εξοχή; πρότεινε η Ζοζέ. Οδηγούσε άνετα και γρήγορα ένα μεγάλο αυτοκίνητο. Η Νικόλ καθόταν συμμαζεμμένη στο διπλανό κάθισμα. Στη μνήμη της Ζοζέ ερχόταν το γράμμα του Μπερνάρ: « Ζοζέ, σ' αγαπώ κι αυτό είναι τρομερό για μένα. Προσπαθώ να δουλέψω αλλά δεν μπορώ. Η ζωή μου κυλάει σαν ένας αθόρυβος ίλιγγος. Ξέρω ότι δεν μ' αγαπάς. Και γιατί να μ' αγαπήσεις; Στη μοναξιά μαθαίνεις να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι...». μτφ: Γ. Αναστασίου
Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
14 Ιουν 2009
Lillian Hellman: Julia Ένα χρόνο μετά έλαβα γράμμα από την Τζούλια, αλλά το γράμμα αυτό έχει χαθεί και παρόλο που θυμάμαι τι έλεγε σε γενικές γραμμές, δεν μπορώ να θυμηθώ τη διατύπωση, γιατί τα αγγλικά ήταν πλέον ξένη γλώσσα για την Τζούλια και επιπλέον μου μιλούσε για πράγματα που θεωρούσε δεδομένο ότι τα γνώριζα. Μου μίλαγε για το ναζισμό και τη Γερμανία, για την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης σε όλο τον κόσμο, και επιπλέον ότι είχε αποκτήσει ένα μωρό, ένα κοριτσάκι που του άρεσε να το φωνάζουν Λίλυ αλλά έτσι κι αλλιώς ήταν μωρό που του άρεσαν τα πάντα. Μου έλεγε ότι δεν είχε μόνιμη διεύθυνση αλλά ότι μπορούσα να της στείλω γράμμα στο Παρίσι, στην οδό Ουνιβερσιτέ 16 για το διαμέρισμα 3. Της απάντησα αμέσως και την ευχαρίστησα για το Λίλυ. Της έγραψα δυο φορές ακόμη και αργότερα έλαβα μια κάρτα της από τη Ζυρίχη. Δεν θυμάμαι πια πόσο καιρό αργότερα μου τηλεφώνησε η Αν Μαρί και με προσκάλεσε για φαγητό. Ήμουν έτοιμη να δεχτώ, όταν μου είπε ότι ένας φίλος της είχε συναντήσει την Τζούλια κι ότι η Τζούλια έκανε κάτι πολύ επικίνδυνο που λεγόταν αντιφασιστικός αγώνας και ξόδευε τα λεφτά της δεξιά και αριστερά. Από το βιβλίο της Λίλιαν Χέλμαν Τζούλια εκδ. Νεφέλη, 1996 μτφ: Ροζίνα Μπέργκνερ Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
21 Μαΐ 2009
 Σήμερα έλαβα ένα γράμμα του, καταλαβαίνεις, αυτός είναι ο λόγος που τα θυμάμαι όλ' αυτά. Είναι γραμμένο πριν από μήνες, και με ακολούθησε σε τέσσερις διαφορετικές διευθύνσεις, λες και το μήνυμα που περιέχει είναι ζωτικής σημασίας. Και ίσως και να 'ναι, παρόλο που οι φράσεις που χρησιμοποιεί έχουν μια παράξενη ασυμφωνία, και το μήνυμα, αν υπάρχει, πρέπει να το συλλάβω προσεκτικά: υπάρχει ένα απελπισμένο τελεσίδικο σ' αυτό το γράμμα, ταυτόχρονα όμως, στοχεύει στην ασάφεια. « Αγαπητέ Τζων», έγραψε. « Θυμάσαι τον καιρό που περάσαμε μαζί;» Μερικές φορές δεν ξέρω τι θυμάμαι, τι είναι αλήθεια και τι έχει αλλοιωθεί με τον καιρό. « Δε σε ξέχασα ποτέ, ούτε εσένα ούτε τη μάνα σου, αλλά έπρεπε να φύγω για το καλό μου όπως και για το δικό σου καλό κι εκείνο της μάνας σου.» Το μόνο που ήθελε ήταν και τους δυο μας και φυσικά, στο τέλος, δεν μπορούσε να έχει κανέναν μας. Έτσι είναι ο Μάρτιν, τα δάκρυα του, τα αγγίγματα του, οι άδειες λέξεις του. Μπορείς να έχεις τα όνειρα σου, είχε πει στην κουζίνα, για το πώς πρέπει να είναι η ζωή και πώς πρέπει να είναι ο ιδανικός εραστής σου και πώς θα έπρεπε να πάει η πρώτη φορά, αλλά ήξερε — όπως κι εγώ, τώρα— πώς ποτέ δε θα τ' αποκτήσεις, ή ποτέ δε θα μπορέσεις να τα κρατήσεις ακόμα κι αν τα αποκτήσεις. Όχι σ' αυτή τη ζωή, μου είχε πει: μόνον όταν θα 'χεις πεθάνει. Από το βιβλίο του Dale Peck Μάρτιν και Τζων (κεφ. Μεταμορφώσεις) εκδ. Οδυσσέας, 1995 μτφ: Λένα Ταχμαζίδου - επιμ: Βασίλης ΤσιμπούκηςΕτικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
4 Απρ 2009
 Σου γράφω λίγα πράγματα για μένα, για να καταλάβεις την εμμονή μου για τα Παιδιά της Ζωής. Σου είχα γράψει ξανά το 1984 για να σου εκφράσω τη συγκίνηση και το θαυμασμό μου, αλλά δεν πήρα απάντηση. Και πώς να πάρω, αφού εσύ ήσουν κομματιασμένος μες στα σκουπίδια, ανάμεσα στο Φιουμιτσίνο και την Όστια. Τώρα πια δεν περιμένω απάντηση, παρ' όλα αυτά τρέφω την αυταπάτη πως αυτά τα λίγα λόγια θα τα λάβεις. Γεννήθηκα στην Αθήνα από γονείς αστούς. Στα εφτά μου χρόνια η Ιστορία έφερε τα πάνω-κάτω και βρέθηκα στους δρόμους. Παγκόσμιος Πόλεμος, γερμανική κατοχή και πείνα. Λένε πως 600.000 άνθρωποι πέθαναν απ' αυτήν, περίπου 1 στους 10. Επί πέντε χρόνια, μέχρι δηλαδή να τελειώσει ο πόλεμος, η ζωή μου ήταν: δημοτικό σχολείο, το μεσημέρι άσυλο του Ερυθρού Σταυρού και την υπόλοιπη μέρα, ποδόσφαιρο, πετροπόλεμος, τσακωμοί. Ολ' αυτά ξυπόλητοι, συχνά μ' ένα χαρούπι στην τσέπη. Απ' τα εννιά μου άρχισα τις εξερευνήσεις στις πιο μακρινές γειτονιές της Αθήνας, που γίνονταν με τα πράσινα τραμ. Καβαλούσαμε στη ρυμούλκα και πηδούσαμε εν κινήσει, πριν φτάσουμε στον προορισμό μας. Ποιος ήταν ο προορισμός μας; Η περιπλάνηση και τα περιβόλια, μήπως βρεθεί κάνα λάχανο ή τίποτε τζάνερα. Κάποτε τέλειωσε ο εφιάλτης κι εγώ μπήκα σ' ένα καλό σχολείο, με ζεστές αίθουσες, εργαστήρια χημείας και γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ. Ύστερα από οκτώ χρόνια ήρθα στη Ρώμη να σπουδάσω κινηματογράφο. Ήρθα νωρίτερα απ' τη σπουδαστική περίοδο, για να μάθω καλύτερα τη γλώσσα και να συνηθίσω στην καινούργια ζωή. Κάθε μέρα έμπαινα και σ' ένα τραμ, πληρώνοντας εισιτήριο τώρα κι όχι καβαλώντας πίσω. Μ' αυτόν τον τρόπο γνώρισα όλες, κυριολεκτικά όλες, τις συνοικίες της Ρώμης. Στις ανατολικές συνοικίες, Τιμπουρτίνα, Πιετραλάτα, Πρενέστε, συνδέθηκα με τις συνοικίες της Αθήνας των παιδικών μου χρόνων: παράγκες, αλάνες, λασπόδρομοι, χωράφια με ναούς σκουπιδιών, παραπόταμοι με θολά νερά, εργατικές πολυκατοικίες, εντεκάχρονοι καθισμένοι σε πεζούλια που καπνίζουν μια γόπα, μικρά κορίτσια που σκληρίζουν. Γύρισα στην Ελλάδα και διάβασα τα Παιδιά της Ζωής είκοσι χρόνια αργότερα. Τώρα πια όλα ήρθαν κι έδεσαν' τα παιδικά μου χρόνια στην Αθήνα της γερμανικής κατοχής, τα φοιτητικά μου στη Ρώμη. Ύστερα, με το πέρασμα των χρόνων, το διάβασα ξανά άλλες δύο φορές. Τώρα δεν ήταν μόνο η συγκινησιακή φόρτιση, η βιωματική ταύτιση. Ούτε το γεγονός ότι παραμένει επίκαιρο γιατί στα σαράντα χρόνια που πέρασαν η αθλιότητα βασιλεύει στο Σάο Πάολο, στη Λίμα, στην Καλκούτα, αλλά και σε πόλεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Τώρα ήταν οι αρετές του μυθιστορήματος και πρώτα η γλώσσα. Το έγραψες στη διάλεκτο της Ρώμης. Αν έχω καταλάβει καλά, η διάλεκτος είναι μια γλώσσα αυτούσια κάθε περιοχής με δική της κουλτούρα κι έναν δικό της κώδικα κινήσεων κι εκφράσεων. Σήμερα πια όλες αυτές οι τοπικές κουλτούρες τείνουν να εξαλειφθούν. Το είχες άλλωστε γράψει στην «Κοριέρε ντέλα Σέρα», το 1973. Οι διάφορες ιδιαίτερες κουλτούρες συνέχιζαν ανενόχλητες ν' ακολουθούν τα δικά τους αρχαία μοντέλα' η καταπίεση έφθανε μέχρι του σημείου να πετύχει τη συνένωσή τους στα λόγια. Σήμερα, αντιθέτως, η προσκόλληση στο μοντέλο που προτείνει το κράτος είναι ολοκληρωτική και άνευ όρων. Τα πραγματικά πρότυπα κουλτούρας έχουν απορριφθεί. Η αποξένωση ολοκληρώθηκε. Το μυθιστόρημα έχει κι άλλες αρετές. Έχει ρυθμό, όπως τα μεγάλα έργα του κινηματογράφου, που οφείλεται στο χωρισμό σε κεφάλαια, στους διαλόγους και τη δράση σε κάθε κεφάλαιο, στα πρόσωπα που εμφανίζονται, που εναλλάσσονται και καμιά φορά εξαφανίζονται. Φοβερές αναλογίες, έτσι που παίρνεις τον αναγνώστη με το μέρος σου και τον κάνεις συνένοχο. Άλλη αρετή του μυθιστορήματος είναι η λιτότης των μέσων. Ειδικά εκεί όπου υπάρχει δραματική κορύφωση, το ύφος σου γίνεται ελλειπτικό, όπως στο τελευταίο κεφάλαιο στη σκηνή του πνιγμού του μικρού Τζενέζιο μέσα στα βρώμικα νερά του Ανιένε. « Ο Τζενέζιο τώρα δεν άντεχε άλλο, κακόμοιρο παιδί, και χτυπούσε ακατάστατα τα χέρια, πάντοτε όμως χωρίς να ζητάει βοήθεια. Κάθε τόσο βυθιζότανε κάτω από την επιφάνεια του νερού και ξαναεμφανιζόταν ύστερα λιγάκι παραπέρα' τελικά, όταν έφτασε πια σχεδόν κάτω απ' τη γέφυρα, όπου το ρεύμα χτυπούσε αφρίζοντας πάνω στα βράχια, βυθίστηκε για τελευταία φορά, χωρίς την παραμικρή κραυγή, και φάνηκε ακόμα για λίγο να ξεχωρίζει στην επιφάνεια το μαυριδερό του κεφαλάκι». Τον Ιούλιο του 1955, μόλις είχε εκδοθεί το μυθιστόρημα σου, οι κριτικές του Κομμουνιστικού Κόμματος έσερναν το έργο σου στη λάσπη. «Η γλώσσα, οι καταστάσεις, τα πρόσωπα, το περιβάλλον αποπνέουν περιφρόνηση για τον άνθρωπο, αναδίδουν μια γνώση της πραγματικότητας επιφανειακή και παραμορφωμένη, μια νοσηρή αυταρέσκεια για τις πιο θολές όψεις μιας αλήθειας πολύπλοκης και πολύμορφης».Μια δεξιά εφημερίδα έγραφε: «Αρνούμαστε κάθε εγκυρότητα στη διάλεκτο, σήμερα που η τοπικιστική εμπειρία παραχωρεί τη θέση της για πρώτη φορά στην ιστορία μας στην ανάπτυξη μιας αυθεντικής εθνικής συνείδησης». Πέρασαν από τότε πενήντα χρόνια. Η φήμη σου εδραιώθηκε με τα ποιήματά σου, με ταινίες που έκανες, εγώ όμως θα θυμάμαι «Τα παιδιά της Ζωής» γιατί « Στο βάθος κάθε ομορφιάς υπάρχει κάτι το απάνθρωπο και οι λόφοι, ο γλυκός ουρανός, τα δέντρα χάνουν την ίδια στιγμή το ψεύτικο νόημα που τους δίναμε, γίνονται πιο μακρινά κι από έναν χαμένο παράδεισο» *.
(* «Ο μύθος του Σίσυφου», Αλμπέρ Καμί )
Από την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 21 Μαρτίου 2003, με την επιμέλεια του Μισέλ Φάις Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
17 Μαρ 2009
 Ο Οδυσσέας πήγε μόνος ως την άκρη του χωριού. Κάτω από έναν γυμνό πλάτανο υπήρχε ένας γερτός, μισοσπασμένος πάγκος. Τον σήκωσε βάζοντας από κάτω δυο μεγάλες πέτρες, τυλίχτηκε καλά στη χλαίνη του κι έβγαλε από την τσέπη ένα από τα μπλοκ αλληλογραφίας που του είχε μέσα στο δέμα η Αριάδνη. Το χαρτί είχε ένα ελαφρό υποκίτρινο χρώμα που το έκανε να δείχνει πολύτιμο. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύτιμο για κείνον. Ήταν το πέμπτο γράμμα πού της έγραφε. Τρία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους με το τραίνο, που τα ταχυδρόμησε στη Θεσσαλονίκη, και ένα σύντομο στη Φλώρινα. Η μέρα έφευγε. Ένα φως παγερό, ετοιμοθάνατο, άπλωνε σαν γάζα πάνω από τον τόπο. Μια πλαγιά κατέβαινε διαγώνια κάτασπρη, μετά ένας κάμπος ομίχλης και στο βάθος ο τρομερός όγκος της Τρεμπεσίνας. Της έγραψε: Αγαπημένη κυρία Καρέλη.Δεν ήξερε πώς να την προσφωνήσει. Το «αγαπημένη μου» του φαινόταν πολύ, το «αγαπητή» λίγο, το «κυρία Καρέλη» ψυχρό, το «Αριάδνη» θρασύ. Κατέληξε σ' ένα συνδυασμό που τα απέφευγε όλα - ούτε θρασύ ούτε ψυχρό ούτε πολύ ούτε λίγο: «αγαπημένη κυρία Καρέλη». Της έγραψε για την επταήμερη, άγρυπνη, εξουθενωτική πορεία μέσα στα χιόνια και τα άγρια βουνά της Αλβανίας, για τους νεκρούς και τους τραυματίες, για τις εικόνες της φρίκης και της ερημιάς. Κάθε τόσο τα λόγια του τα συμπλήρωνε με μικρά σχέδια: εκρήξεις, φλεγόμενα καμιόνια, τοπία γυμνά, απάνθρωπα, κοκκαλωμένα μουλάρια, ένας νεκρός φαντάρος μισοθαμμένος στο χώμα. Ζωγράφισε και τον εαυτό του κάτω από τον γυμνό πλάτανο, καθισμένο στο παγκάκι να της γράφει. ... Τώρα είμαι κάπου μέσα στην Αλβανία, σ' ένα ερειπωμένο χωριό. Βραδιάζει. Σας σκέφτομαι. Οι εικόνες σας -και έχω τόσο πολλές στο μυαλό μου-, έρχονται η μία μετά την άλλη, κάποτε πολλές μαζί, στροβιλίζονται σαν να χιονίζει μέσα μου η ομορφιά σας και με παρηγορεί. Αύριο θα αρχίσει η επίθεση. Ο λόχος μας θα λάβει μέρος. Δε με νοιάζει τι θα συμβεί σ' εμένα, αν θα γλυτώσω ή αν θα σκοτωθώ. Μου φτάνει που σας γνώρισα, που σας αγάπησα. Να ξέρω πως κι εσείς ενδιαφέρεστε για μένα, με σκέφτεστε, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία.
Όλοένα το φως έσβηνε, αραιωμένο μελάνι χυνόταν στον αέρα και η ευωδία της παγωνιάς, ανακατεμένη με τη μυρωδιά από σάπια φύλλα και ρίζες, λιβάνιζε κάτι πένθιμο στον αέρα. Όσο χαμήλωνε το φως, τόσο χαμήλωνε και ο Οδυσσέας επάνω από το χαρτί. Διπλωμένος στα δύο, σχεδίν γονατισμένος, έδειχνε από μακριά σαν να προσεύχεται ή κάτι να προσκυνούσε. Έριξε το γράμμα στο σάκο του ταχυδρομείου, που ήταν στο διοικητήριο μπαίνοντας δεξιά, και πήγε να βρει το λοxαγό του τον Σπάθη. Από την τριλογία του Γιώργου Μιχαηλίδη Της επανάστασης, της μοναξιάς και της λαγνείας: βιβλίο πρώτο - Η μύηση εκδ. Καστανιώτη, 2000
Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
15 Φεβ 2009
 ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Τελικά, το τελευταίο γράμμα της χρονιάς ήταν γραφτό να κλείσει επεισοδιακά. Άκου να δεις τι έγινε: Εγώ είχα ντυθεί κι ετοιμαζόμουνα να βγω -και με την ευκαιρία να ταχυδρομήσω και το εν λόγω- όταν χτυπάει η πόρτα και εμφανιζεται ο Μανώλης με λουλούδια στο χέρι. Επειδή του άνοιξα εγώ, η Άννα ήταν στο μπάνιο και λουζόταν εκείνη τη στιγμή, κόμπλαρε και τα έδωσε σ' εμένα μ' ένα στιλ πολύ αποδεικτικό του ότι γι' άλλην προορίζονταν. Τον περνάω μέσα αποφεύγοντας να τον ρωτήσω πώς από δω, για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση - δηλαδή σε δυσκολότερη, γιατί ήδη είχε ένα look επιθανάτιου ρόγχου. Σε δυο λεπτά να σου και η Άννα με πετσέτα στο μαλλί και έκπληκτο ύφος στη μούρη. Τι έγινε, Μανώλη; Πώς από δω τέτοια ώρα; του κάνει τρίβοντας το μαλλί με μανία. Ο Μανώλης γυρίζει σ' εμένα και με παρακαλάει με ευγενικό αλλά σταθερό τρόπο (ξαφνικά σαν να βρήκε την ψυχραιμία του και ήξερε τι έκανε) να τους αφήσω μόνους. Εγώ λέω βεβαίως και σπεύδω να εξαφανιστώ, διατηρώντας φυσικά ένα καλό ακουστικό πόστο έξω από την πόρτα. Μετά από ενός λεπτού εκατέρωθεν σιγή, ακούω τη φωνή του Μανώλη να λέει στην Άννα ότι έχει να κοιμηθεί δυο βδομάδες, ότι κοντεύει να τρελαθεί στη σκέψη ότι πλησιάζει ο καιρός που θα φύγει από τη Βοστόνη και δε θα μπορεί πια να τη βλέπει, έστω κι αυτό το λίγο, ότι κατάλαβε ότι δεν είναι μόνο ο θαυμασμός που τρέφει για το πρόσωπο της, αλλά κι ένα σωρό άλλα πράγματα, ότι την καταλαβαίνει, είναι σαν κι αυτήν στο βάθος, θέλει να τη βοηθήσει κλπ., κλπ. Ο Μανώλης από ένα σημείο και πέρα τα έχασε και μιλούσε χωρίς σπουδαίο ειρμό, ειδικά όσο έβλεπε ότι η Άννα τον άκουγε και δεν αντιδρούσε καθόλου. Ό,τι θυμόταν το έλεγε, μπας και συγκινήσει τη σκληρόκαρδη και πει κάτι, τέλος πάντων. Της είπε ότι η Μόλλυ έφυγε γιατί το κατάλαβε -και κείνος δεν της το έκρυψε άλλωστε, ότι είναι ερωτευμένος με την Άννα-, ότι πήρε και το παιδί, αλλά αυτός τη θυσιάζει ευχαρίστως όλη του τη ζωή, όσο κι αν του κοστίζει, αρκεί να τον θέλει εκείνη. Μου έδειξες ότι υπάρχει πάντα δρόμος, της λέει στο τέλος, αρκεί ν αντέχουν τα πόδια μας να τον βαδίσουμε. Εσύ μου έδειξες το δρόμο κι εγώ είμαι διατεθειμένος να τον βαδίσω, αρκεί να είσαι δίπλα μου. Κανείς δε θα σε αγαπήσει όσο εγώ. Και βέβαια το κλου της ομιλίας του ήταν ότι ήθελε να πουλήσει την επιχείρηση και να κατεβεί στην Ελλάδα, αν αυτή δεν μπορούσε με τίποτα να παραμείνει στη Βοστόνη.
Μαμά, ήταν τόσο συγκινητικός, που μου 'ρχόταν ν' ανοίξω την πόρτα και να τον αγκαλιάσω, τον καημένο. Δεν ήταν τόσο τα λόγια του, αλλά ο τρόπος που τα έλεγε. Κάποια στιγμή κουράστηκε και σταμάτησε, χωρίς να έχει αποσπάσει ούτε μια κουβέντα από την Άννα. Πέφτει μια βουβαμάρα για λίγο, τόσο που ετοιμαζόμουνα να φύγω - είχα πιαστεί σ' αυτή την άβολη στάση. Ξαφνικά η Άννα ανοίγει το στόμα και λέει τα κάτωθι περίπου: Μανώλη, σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, λες και της έδωσε καμιά συστατική επιστολή, ξέρω γω, και με τιμούν αφάνταστα. Εγώ σε εκτιμώ και σε συμπαθώ πάρα πολύ, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Λυπάμαι αν με τη στάση μου σου έδωσα ψεύτικες ελπίδες ή λάθος εντυπώσεις. Αυτά τα έλεγε όχι τόσο ξερά, όπως τα γράφω εγώ για συντομία, αλλά πάντως ξερά. Ίσως να είναι αλήθεια ότι κανείς δε θα μ' αγαπήσει όσο εσύ -άλλωστε δε με αγάπησε μέχρι τώρα, γιατί να ελπίσω ότι αυτό θα συμβεί από δω και μπρος-, αλλά ειλικρινά σ' το λέω, το λιγότερο που μ' ενδιαφέρει σήμερα είναι ποιος και αν θα μ' αγαπήσει. Ας μη σώσει να μ' αγαπήσει κανείς! Δεν ενδιαφέρομαι ούτε επενδύω σ' αυτό. Η αγάπη των άλλων είναι η επισφαλέστερη μετοχή, Μανώλη, ρώτα και τη Μόλλυ να σου πει (αυτό τρομερή μπηχτή, ε; Χάλια θα τον έκανε η άτιμη). Εγώ, άλλωστε, τώρα μόλις βγήκα από μια μεγάλη μάχη -κανένας σας δεν ξέρει πόσο μεγάλη- και ετοιμάζομαι για μια ακόμα μεγαλύτερη. Με λίγα λόγια δεν μπορώ να κουβαλάω βάρη στα πόδια μου (έτσι ακριβώς το είπε, κυνικότατα). Άλλωστε τι θα κάνεις στην Ελλάδα; Θ' ανοίξεις άλλη πιτσαρία ή θα πας σε κανένα Ι.Ε.Κ. του κώλου να επιμορφωθείς, για να γίνεις λογιστής; Να σου πω εγώ τι θα κάνεις. Θα τριγυρνάς από πίσω μου νοσταλγώντας τη ζωούλα σου και το παιδάκι σου και το μαγαζάκι σου, και θα με εμποδίζεις, με τις τύψεις που θα μου φορτώσεις, να κάνω επιτέλους αυτό που θέλω.
Το περίεργο είναι ότι μιλούσε σαν ατμομηχανή, με φοβερή φόρα, σαν να μπήκε κανένας μπροστά της και να της έκοβε το δρόμο. Μη σου πω ότι ακουγόταν και κάπως φουρκισμένη. Τέλος πάντων, ο Μανώλης μετά από λίγο σηκώθηκε και μάλλον έφυγε με το ίδιο εισιτήριο. Δεν είμαι σίγουρη, γιατί αποσύρθηκα στα ιδιαίτερα διαμερίσματα μου, μη με πιάσουν και στα πράσα... Εγώ το ήξερα πάντως ότι κάτι θα πήγαινε στραβά. Πρώτη φορά εμφανίστηκε Μανώλης άνευ πίτσας και να το χοντρό στραπάτσο...
Τι σου λένε όλα αυτά; Θα ήθελα πολύ να το συζητήσουμε από κοντά - κατά προτίμηση στη βεράντα μας στο Λαγονήσι.
Υπομονή και όπου να 'ναι έρχομαι!
Ασπασία Από το βιβλίο της Λένας Διβάνη Οι γυναίκες της ζωής της εκδ. Καστανιώτη, 1997
Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
27 Ιαν 2009
 Νόμιζαν πως τέλειωσε, μα θα τους εδειχνε αυτή. Ο γάμος δεν την είχε περιλάβει. Ε λοιπόν, θα 'βγαινε μόνη της στον κόσμο. Για πού, δεν ήξερε. Πάντως θα 'φευγε απ' την πόλη, την ίδια νύχτα κιόλας. Αφού δεν έφυγε όπως τα 'χε σχεδιάσει, ασφαλισμένη με τον αδερφό της και τη νύφη, θα 'φευγε όπως όπως. Έστω κι αν χρειαζόταν να κάνει έγκλημα. Για πρώτη φορά από την περασμένη νύχτα σκέφτηκε το φαντάρο - μόνο για μια στιγμή, γιατί ο νους της είχε γεμίσει βιαστικά σχέδια. Ένα τρένο περνούσε από την πόλη στις δύο' αυτό θα 'παιρνε. Το τρένο πήγαινε βόρεια, μάλλον στο Σικάγο ή τη Νέα Υόρκη. Αν πήγαινε στο Σικάγο, εκείνη θα συνέχιζε ως το Χόλυγουντ, και θα 'γραφε έργα ή θα γινόταν στάρλετ - ή, στη μεγάλη ανάγκη, θα 'παιζε έστω και σε κωμωδίες. Αν το τρένο πήγαινε στη Νέα Υόρκη, θα ντυνόταν αγορίστικα, θα 'δινε ψεύτικο όνομα και ψεύτικη διεύθυνση και θα γινόταν πεζοναύτης. Στο μεταξύ όμως, έπρεπε να περιμένει να κοιμηθεί ο πατέρας, γιατί ακόμα τον άκουγε να πηγαινόρχεται στην κουζίνα. Κάθισε στη μηχανή και του 'γραψε ένα γράμμα.
Αγαπητέ πατέρα,
Το γράμμα αυτό είναι αποxαιρετιστήριο, ώσπου να σου γράψω από άλλο μέρος. Σου το 'πα πώς θα φύγω από την πόλη, γιατί είναι αναπόφευκτο. Δε μπορώ να την αντέξω άλλο τέτοια κατάσταση, ως κι η ίδια μου η ζωή μού 'γινε βάρος. Παίρνω και το μπιστόλι, γιατί, ποιος ξέρει, ίσως να xρειαστεί, και θα σου στείλω πίσω τα λεφτά σου με πρώτη ευκαιρία. Πες της Βερονίκη να μην ανησυxεί. Όλα είναι μια ειρωνεία της μοίρας και αναπόφευκτα. Θα σου γράψω αργότερα. Σε παρακαλώ, μπαμπά, μην προσπαθήσεις να με πιάσεις. Ειλικρινά δική σου, Φράνσις Άνταμς Από το βιβλίο της Κάρσον ΜακΚάλλερς Πρόσκληση σε γάμο σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη - εκδ. γράμματα, 1981Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
|
|