γράμμα σε χαρτί <body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener("load", function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <iframe src="http://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID=88644137678078798&amp;blogName=%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1+%CF%83%CE%B5+%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF&amp;publishMode=PUBLISH_MODE_BLOGSPOT&amp;navbarType=BLUE&amp;layoutType=CLASSIC&amp;searchRoot=http%3A%2F%2Fallilografia.blogspot.com%2Fsearch&amp;blogLocale=el_GR&amp;homepageUrl=http%3A%2F%2Fallilografia.blogspot.com%2F" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no" frameborder="0" height="30px" width="100%" id="navbar-iframe" allowtransparency="true" title="Blogger Navigation and Search"></iframe> <div></div>

γράμμα σε χαρτί

"Στην τσέπη του παλτού σου παλιό σουσάμι, φλούδα φυστικιών και το τσαλακωμένο γράμμα μου." - Γιάννης Βαρβέρης Image Hosted by ImageShack.us
 

Μαργκαρέτα Έκστρομ: Ταξίδι στην Κοπεγχάγη

13 Οκτ 2009


Τότε εκείνος τόλμησε να πάει στο ξενοδοχείο όπου έβαλε την καμαριέρα να χτυπήσει την πόρτα και να ρωτήσει την δεσποινίδα Ίντα αν θα ήθελε να φάει μαζί του στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου το μεσημέρι. Αλλλά η δεσποινίς Ίντα αναγκάστηκε να του απαντήσει ότι η αδελφή της δεν αισθανόταν καλά και αδυνατούσε να την αφήσει μόνη.

Δυστυχισμένη, άκουσε την απάντησή της να μοιάζει με πρόφαση, μια αδιάφορη, υπολογιστική πρόφαση, απ' αυτές που δίνει κανείς σ' έναν καλό άνθρωπο που τον βρίσκει φοβερά ανιαρό και λίγο ενοχλητικό. Εκείνο το απόγευμα αρνήθηκε να διαβάσει στην αδελφή της και καθόταν άκαμπτη στην πολυθρόνα, χτυπώντας ενοχλητικά τα δάχτυλα της στο χερούλι. Μισούσε την Κοπεγχάγη και αναρωτιότανε τι γύρευε εκεί.

Τι θέλαμε και ήρθαμε εδώ; είπε γκρινιάρικα στην αδελφή της που έκανε πως κρατούσε με κόπο την εφημερίδα που διάβαζε. Να που αρρώστησες, συμπλήρωσε με κάπως πιο μαλακό ύφος.
Αχ, αγαπητό μου παιδί, μήπως και στο σπίτι δεν θα μπορούσα ν' αρρωστήσω; είπε η μεγάλη αδελφή. Πού να ξέρει κανείς ποτέ με την καρδιά; Είναι τόσο άστατη!

Τότε, της έγραψε ένα γράμμα:

«Αγαπητή δεσποινίς Ίντα! Παίρνω το θάρρος να σας γράψω, όπως ο μελλοθάνατος τολμάει να κάνει οτιδήποτε. Δεν έχω πια τίποτα να χάσω, αφού έχασα τον εαυτό μου με σας, αλλά υπάρχει ίσως ελπίς να κερδίσω κάτι; Πέστε μου αν είναι πραγματική σας επιθυμία να μην ξανασυναντηθούμε ποτέ εμείς οι δύο και δεν θα σας ξαναενοχλήσω. Δεν θα περάσω καν από το ξενοδοχείο για να ρωτήσω αν μένετε ακόμα εκεί. Μα ναι, θα με καταπιεί η γη. Αλλά αν είναι πρόθεσή σας να μου χαρίσετε για μια ακόμα φορά, έστω και για λίγο, την τόσο ευχάριστη παρέα σας, θα περιμένω αυτή τη στιγμή μια αιωνιότητα — κι ακόμα πιο πολύ!»

Τα χέρια της Ίντας τρεμούλιασαν και της έπεσε το γράμμα. Η Έλνα, παρά την αδυναμία της, το βούτηξε με μια γρήγορη κίνηση σαν του γλάρου που αρπάζει τ' απορρίματα του καραβιού.

Ώστε έτσι ε; είπε απειλητικά. Προικοθήρας είναι Ίντα, προικοθήρας. Έκανε μια γκριμάτσα γεμάτη κακία, αλλά η Ίντα νόμισε πως είναι απ' τον πόνο.

Margareta Ekström

Από την ανθολογία 17 φωνές από την Σουηδία
εκδ. Τεκμήριο, 1979

Μετάφραση: Νίκη Κώνστα - Ανθολόγηση: Ίβαρ 'Εμαν

Ετικέτες

ο Σεργκέι Γιεσένιν προς το Ταμείο Λογοτεχνών

08 Οκτ 2009


(φθινόπωρο 1916)
Στην Επιτροπή του Ταμείου Λογοτεχνών.

Υπηρετώντας στο στρατό και μην έχοντας τη δυνατότητα να γράφω και να δημοσιεύω στίχους μου, παρακαλώ θερμά το Ταμείο των λογοτεχνών να μου δανείσει εκατόν πενήντα ρούβλια, γιατί φορώντας παλιές καί τρύπιες στρατιωτικές μπότες μουσκεύω τα πόδια μου και συχνά μη μπορώντας να φάω το ακατάλληλο φαγητό πεινάω και γυρίζω σαν κουρελής, ενώ η Διοίκηση διατάζει: περπάτα πιο καθαρός και άλλαζε πουκάμισο στην εκκλησία, παίρνοντάς το απ' όπου θέλεις.

Αλλά για να πάρεις μόνο πουκάμισο και σαλβάρια χωρίς μπότες πρέπει να δώσεις 50 ρούβλια και για τις μπότες άλλα τόσα.

Σεργκέη Γεσένιν
Τσάρσκογιε Σελό-Λόχος Φεντόροφ
Πρόχειρο νοσοκομείο Νο 17

Sergei Alexandrovich Yesenin

Από τo βιβλίο Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα
εκδ. Κέδρος, 2000
Απόδοση Γιάννη Ρίτσου σε μετάφραση: Κατίνας Ζορμπαλά

(η φωτογραφία είναι από το rightwords.eu)

Ετικέτες

Άμυ Λόουελ: Το γράμμα

02 Οκτ 2009


Είμαι κουρασμένη, Λατρεία μου, τρίβοντας την καρδιά μου
Στον πόθο μου για σένα'
Στείβοντάς την σε μικρές σταγόνες μελάνι
Και ταχυδρομώντας την.
Και ζεματίζομαι εδώ μόνη, κάτω απ' τη φωτιά
Του ολόγεμου φεγγαριού.

Amy Lowell
(συλλογή: Ποιήματα για την Άντα Ράσελ)

Από την Ανθολογία Συνυπάρξεις
εκδ. Πρόσπερος, 1982
Ανθολόγηση και μετάφραση: Tάσος Κόρφης

Ετικέτες

Πινακοθήκη: George Bernard O'Neill (1828-1917)

26 Σεπ 2009

6The Broken Engagement6

Ετικέτες

Γιάννης Τόλιας: Μια συνουσία ανάγνωση

21 Σεπ 2009


Κρατούσα το γράμμα της κλειστό
σε σημείο απρόσιτο
μυστικό
Η υποψία αρώματος που ανάδιδε με τρέλαινε
Τα βράδια η ανάσα του
έκλεβε τη δική μου
Διχασμένος στην προοπτική της αποκάλυψης
ή μιας επώδυνης προσμονής
άφηνα τις μέρες να περνούν
Η σφραγισμένη επιστολή
ένοχη ερωμένη
ερέθιζε τη σκέψη
στροβίλιζε τις πιo σκοτεινές επιθυμίες
Η αίσθηση της άδικης συνύπαρξης
του ονειρικού με το γήινο
Και ο τρόμος μιας αιφνίδιας απώλειας
ή της απόδρασης των λέξεων
με έκανε ακραία να σκέφτομαι
αν θα ζούσα την επόμενη μέρα για να τη διαβάσω
Απρόσμενα μια νύχτα τα αρσενικά φωνήεντα
ανάβουν το εσώτατο φως
και ο φάκελος γίνεται διάφανος
Έκπληκτος θαυμάζεις τους γυμνούς ώμους
των θηλυκών λέξεων
την επιτηδευμένη αθωότητα απόρριψης
του τελευταίου ενδύματος
Οι γραμμές καμπυλώνουν
Ο πόθος σαλπίζει το εγερτήριο των αισθήσεων
Εξαίσια σώματα
Η ερωτική συνεύρεση των λέξεων
Μια νυχτερινή παραβολή που ερμηνεύεται μόνο
από την αμαρτία
σε μεταμορφώνει
σε μέγα ηδονοβλεψία των διφορούμενων νοημάτων

Ας συγχωρεθεί η θωπεία μιας τέτοιας επιστολής

Υπαίτιος όμως είναι ο αποστολέας
που παγιδεύει την αφή
και αφήνει τις λέξεις
μόνο με τη μαύρη δαντέλλα της επιθυμίας
που ξετυλίγεται και κυματίζει
αθέλητος νικητής
μιας συνουσίας ανάγνωσης.


Από το βιβλίο Λυσίπονον
εκδ: περί τεχνών, 2008

Ετικέτες

Αντρέας Νενεδάκης: Τα πορτοκάλια είναι πικρά τον Οχτώβρη

16 Σεπ 2009


Διάβασε το μπιλιέτο και ρώτησε τ' όνομά μου. Του το 'πα και με ξαναρώτησε τι δουλειά έκανα πριν και πού αλλού έχω εργαστεί. Σκέφτηκα να κρύψω τις τελευταίες μου απασχολήσεις μια και ξέρω τι εχτίμηση έχουν οι άνθρωποι σαν και μένα. Όμως θα το μάθαινε από το φίλο του και δε θα είταν καλό να το κρύψω.
Είμουνα λογοτέχνης, είπα και θα συνέχιζα λέγοντας πως τα 'χω παρατήσει και θα του αράδιαζα και τι άλλο μπορούσα να κάμω, όταν τον είδα να στριφογυρίζει στην καρέκλα πιο γρήγορα, να σταματά στο τέλος και να ορθώνεται. Σκέφτηκα πως έκαμα μεγάλη γκάφα και άρχισα να τα βάζω με τον εαυτό μου όταν τον βλέπω νά 'ρχεται κοντά μου και να με πιάνει απ' τους ώμους.
Είσαι λογοτέχνης; μου λέει δυνατά. Αλήθεια; Είσαι;
Σάστισα. Πήγα να το σκεπάσω, να το αλλάξω, όμως δε μ' άφηνε.
Μου χρειάζεται, μου χρειάζεται ένας λογοτέχνης, φώναζε.
Πήγε έκλεισε την πόρτα και μου 'πε να καθήσω. Ζαλίστηκα. Αυτό πού 'θελε από μένα είταν το δυσκολώτερο πράμα στο κόσμο μια κ' είχα αποφασίσει ν' αλλάξω επάγγελμα. Είταν ένας παράξενος άνθρωπος και το μεσημέρι που τρώγαμε σ' ένα εστιατόριο πολυτελείας μου 'πε τι μ' ήθελε.

Είχε παντρευτεί δυο φορές στη ζωή του και η ευτυχία δε τον είχε επισκεφτεί ακόμη. Έκανε σαν δυστυχισμένος και θα τον λυπόμουνα αν δεν τον ζήλευα για το στομάχι του. Έτρωε συνέχεια και μού 'λεγε για τη μοναξιά του, για την ερημιά του και στο τέλος με ρώτησε αν ξέρω να γράφω ερωτικές επιστολές.
Όχι, του είπα, όμως το άλλαξα αμέσως και τον βεβαίωσα πως δικές μου δεν έγραψα ποτές, όμως ξένες μπορούσα να γράψω, μόνο έπρεπε να 'χω τα στοιχεία που χρειάζονταν και άλλα πολλά.
Μου ανάθεσε λοιπόν να του γράψω δυο ερωτικές επιστολές και να του τις πάω την άλλη μέρα. θα έπαιρνα για την κάθε μια ένα ποσόν και αν του άρεσαν θα μ' έπαιρνε στο γραφείο του μόνιμο.
Κάθησα τη νύχτα και αράδιασα μερικά κατεβατά και ξάπλωσα περισσότερο λυπημένος γιατί δε μπορούσα να ξεφύγω. Κι' όταν τις διάβασε ενθουσιάστηκε και μου 'πε πως θα με πληρώνει με το κομμάτι. Για κάθε γράμμα που θα του παράδινα θα μού 'δινε πενήντα δραχμές και μ' έβαλε και υπόγραψα κι' ένα συμφωνητικό γιατί όπως μου 'πε τ' άρεσαν οι καθαρές δουλειές και μού 'δωσε κι' ένα αντίγραφο.

Στρώθηκα λοιπόν πάλι στο γράψιμο και σε μια βδομάδα έγραψα εκατό. Τις καθαρόγραψα και σκεφτόμουνα πως μπορούσα να λύσω και το πρόβλημα της ζωής μου μ' αυτό τον τρόπο.
Τις πήγα πρωί-πρωί το πρώτο Σάββατο και με τους λογαριασμούς τους δικούς μου θα περνούσα δυο μήνες με τα έσοδα που θα είχα. Τις άφησα στο γραφείο πάνω και στάθηκα περιμένοντας χωρίς να μιλώ.
Τι είναι αυτά; με ρώτησε.
Εκατό, του είπα.
Τι εκατό;
Εκατό γράμματα.
Εκατό γράμματα! πέντε χιλιάδες!
Πέντε χιλιάδες.
Δεν είμαστε καλά είπε, ζύγισε μάλιστα και τό χαρτί έτσι στα χέρια του και του φάνηκε σαν λίγο βαρύ.
-Εκατό γράμματα! Σε πόσες μέρες τα 'γραψες;
Αυτές τις μέρες, του είπα.
Νομίζεις πως θα με γελάσεις, είπε, εγώ έχω ν' αγοράσω εκατό σαν και σένα και δε μπορώ να γράψω ένα ερωτικό γράμμα και συ έγραψες εκατό σε πέντε μέρες; Από πού τ' αντίγραψες;

Στα χέρια μου είχα το συμφωνητικό, όμως τ' άφησα κι' αυτό μαζύ με τα γράμματα και σηκώθηκα κι' έφυγα. Μήτε σκέφτηκα αν θα τα χρησιμοποιούσε, μήτε μ' ένοιαζε.
Και κάθε φορά τώρα που θα πιάσω στα χέρια μου εφημερίδα κοιτάζω τη στήλη των συνοικεσίων και γνωρίζω τις τυποποιημένες αγγελίες του «προϊσταμένου μου».
«Ζητώ να γνωρισθώ με νέαν καλής οικογενείας, ευπαρουσίαστην, υψηλήν, μορφωμένην, ευγενικιάν με σκοπόν τον γάμον. Γράψατε» κ.λ.π. κ.λ.π.

Και σκέφτομαι πως δεν πήγε ολότελα χαμένος ο κόπος μου, γράφοντας εκείνα τα εκατό γράμματα.


Από το βιβλίο του Αντρέα Νενεδάκη Τα πορτοκάλια είναι πικρά τον Οχτώβρη
Αθήνα, 1975

Ετικέτες

ο Γιάννης Μαυρουδής στην Άννα Κινδύνη-Μαυρουδή

11 Σεπ 2009


24-8-64
Ο Σαχινίδης έφερε το πολύτιμο κουτί-κασετίνα, με τον πρα­γματικό θησαυρό από χρώματα, μολύβια, μελάνια, όπως και το πλατύ κουτί με τα παστέλ.

Βρε Άννα, αν τα είχα όλ' αυτά πριν χρόνια θα γινόμουν ζωγράφος! Μόλις το άνοιξα, έκανα σαν τη μάνα μας. Τα μύριζα, τα ψηλαφούσα, τα δοκίμαζα και τα χάιδευα με τα μάτια. Για να δούμε αν και πότε θα τα χρησιμοποιήσω. Ήθελα να συμμεριστώ με κάποιον την ευχαρίστηση μου και φώναξα το γιο μου να με «βοηθήσει» να τα βγάλουμε κι αυτός άλλο που δεν ήθελε και δος του να με ρωτά τι είναι τούτο, τι είναι το άλλο. Και τώρα, μόλις ξυπνήσει με ρωτά «Μπαμπά, πότε θ' αρχίσουμε δουλειά;». Με πρώιμη νοημοσύνη και ζωντανός, κάνουμε οι δυο μας θαυμάσια παρέα.

Σήμερα η Μαίρη, το παιδί κι εγώ το ρίξαμε έξω. Πήγαμε σε κείνο το καφενεδάκι «Μπαμ-Μπουμ». Ήπιαμε, οι γονείς, ούζο. Φυσούσε κι ένα αυγουστιάτικο αεράκι και ήμασταν ωραία. Λοιπόν, θες το ούζο, θες η δροσούλα και η μικρή αυτή αλλαγή, θες η υγεία ένιωσα πόσο λίγα πράγματα θέλει ο άνθρωπος για να είναι καλά, για να νιώθει καλά, και πόσο είναι κρίμα να τον θυμούνται οι άλλοι σαν τσακισμένο και μίζερο, πράμα εξευτελιστικό σχεδόν... του ανδρισμού, ας πούμε, και της ζωντάνιας του, της προσωπικότητας του. Εσύ έχεις πολλή σοφία με το να τονίζεις κάθε φορά τη σημασία της γεροσύνης, συνειδητοποίησες αυτή τη σημασία και ξέρεις την αξία της.

Όλοι αρχίζουν και συνηθίζουν τον αποχωρισμό του παλικαριού μας, του Νίκου. Η ελληνική ζωή μπορεί να έχει τις σκοτούρες που τόσο δύσκολες συνθήκες τη βαραίνουν, μα το να είναι πάντα τόσο τρανταχτά τα κοινά, δεν σ' αφήνουν να κλείνεσαι στο ατομάκι σου. Ο Δήμος από τώρα μου δείχνει έναν παπά και μου λέγει «ο Μακάριος». Μάλιστα, Άννα. Από τα γεννοφάσκια μας γινόμαστε πολιτικά όντα, και η μια γενιά ακολουθεί τ' αχνάρια της άλλης, ο Δήμος, τρίχρονος, και παίρνει μέρος στην «Πορεία της ειρήνης», ξέρει τον Λαμπράκη, κι ακόμα πολύ πριν, μωρουδάκι, μου έδειχνε με το δαχτυλάκι του τις φωτογραφίες, κι έλεγε «Να ο Γκαγκάριν!» Σε γεγονότα όπως τα τωρινά, πολιτικοποιούνται όλοι και η Κύπρος έγινε ένα μεγάλο ξυπνητήρι συνειδήσεων. Ακούς τους εφημεριδοπώλες να διαλαλούν τα νέα, το φοιτηταριό να κινείται και μαζικά να ξεχύνεται, οι άνθρωποι να συζητούν, μπαίνεις αμέσως σε άλλη ατμόσφαιρα από την της απομόνωσης. Θυμούμαι πως η Μάνα μας χρόνια είχε να ξεμυτίσει από το σπίτι. Όμως, με το έμπα-έβγα των παιδιών της, με τις ασχολίες τους, τις σκοτούρες τους, τη δράση και προσδοκίες τους ζούσε σε ανοιχτόν αέρα και είχε ενδιαφέροντα ίσαμε την τελευταία της ώρα, και ας έλεγε «Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μυρίζω». Δεν πρέπει, λοιπόν, να νομίζεις πως εδώ «ζούμε κλειστά». Σε πολλά άλλα μπορεί να υστερούμε απ' αυτού, μα τα προβλήματα και τα ενδιαφέροντα μας είναι φλογερά. Είναι καλό που ζητούμε τα πάθη να έχουν αλήθεια και οι αλήθειες να έχουνε πάθος, γιατί αυτό σημαίνει πως δεν αρκούμαστε ούτε στην απλή «θεώρηση», ούτε σ' ένα στείρο συναισθηματικό ψευτορομαντισμό.

Αυτές τις μέρες η Μ. κι εγώ ζητούμε μεταφραστική δουλειά. Το Λεξικό Ελευθερουδάκη μου προτείνει κάποια δουλειά συνεργασίας «πρωτότυπης». Βιογραφικά ορισμένων ζωγράφων κ.λπ. Θα δεχθώ οπωσδήποτε. Αν πρόκειται για ζωγράφους σύγχρονους, του αιώνα, μα για ξένους θα πρέπει να βρω πηγές. Δεν ξέρω αν αυτό το «Panorama de l' Art International Contemporain» βοηθά σχετικά. Βιογραφικά σημειώματα Ελλήνων είναι πιο εύκολο, αφού μπορώ να τους το ζητώ και ανάλογα να επεξεργάζομαι την περίπτωση.

Δουλεύω, φυσικά, πολύ δύσκολα, κι αυτό καταντά μειονέκτημα από άποψη επαγγελματική. Όταν π.χ. μου δοθεί το θέμα «Ζωγραφική» (στην Ελλάδα) ή «Βυζαντινή τέχνη», με την τάση που έχω να μην κάνω τίποτα το τσαπατσούλικο, σημαίνει αυτό μήνες και μήνες μελέτες, αναδρομές σε βιβλιογραφίες, μερονύχτια, πνευματικό ξεζούμισμα, σωστή και υπεύθυνη εργασία σε παρθενικό έδαφος, αφού με τη μέθοδο μας θέλουν άλλο κοίταγμα.

Θέλω να επικοινωνώ μαζί σου, μα καταλήγω να σου γράφω πολύλογα και πού, και πού ασήμαντα ίσως.

Δεκαοκτώ χρόνια αλληλογραφούμε κι έγινε πια ψυχική και πνευματική μου ανάγκη αυτή η αλληλογραφία. Συγχώρα, λοιπόν, τον αδερφό σου αν καμιά φορά φλυαρεί, κι ας είσαι μαζί του, ουγκαταβατική, και όπως πάντα, μεγαλόκαρδη.

Φιλιά
Γιάννης


Η επιστολή και η φωτογραφία είναι από το βιβλίο Γράμματα στην αδελφή του
εκδ. Δίφρος, 1988

Ετικέτες

Γκαμπριέλ Θελάγια: Γράμμα στον Ανδρέα Μπαστέιρα

05 Σεπ 2009


(1)
Ανδρέα, αν και μου βγάζεις το σκούφο σα διαβαίνω
και «κύριο» με φωνάζεις, λιγάκι μουδιασμένος,
γιατί ίσως δεν εγκρίνεις που δε φορώ γραβάτα,
που προσπαθώ να γίνω ίσος με τον καθένα
κι ανταλλάζω μαζί του, στο: εσύ, ένα: εσύ, όλο φτήνια,
που δεν είμαι, όπως θέλεις, ο σεβαστός αφέντης,
το γερό στήριγμά σου,
και μου απλώνεις το χέρι χαλαρό, μουδιασμένο
σαν κουρελόπανο άθλιο τρισαιώνιου σκλάβου,
δεν είμαστε δυο ξένοι.
Τους καημούς σου τους νιώθω. Μα να σ' ανακουφίσω
δεν μπορώ λέγοντάς σου ποιο ειν' άδικο, πιο δίκιο.

(3)
Είμαστ' όλοι ενωμένοι απ' την κοινή προσπάθεια,
απ' ασχολίες αντρίκιες, από 'να πνεύμα ομάδας,
δουλειές που ελάχιστα έχουν με αισθήματα να κάνουν
— να φύγει αυτή η παραγγελία τότε, με τόσο κόστος,
να φτιαχτεί αυτό τ' αμάξι μέσα σε λίγες ώρες —
και ποτέ δε μιλάμε για ετούτες τις σκοτούρες
για τα θαύματα ετούτα
για το πού 'ναι η προσπάθεια το παν σ' αυτόν τον κόσμο
κι ο μισθός κι η οικογένεια πράγματα άσχετα, μάταια,
δευτερεύοντα, ασήμαντα, δίχως νόημα κανένα.
Η δουλειά πάνω απ' όλα, ιερή κι αγιασμένη
και μονάχη αναγκαία.

(9)
Κοίτα Ανδρέα, τους άντρες με τα επιδέξια χέρια,
με τα χέρια που φτιάχνουν μηχανές ή ντουλάπια,
στιχοπλάκια η παπούτσια,
τα χέρια που κρατώντας περίπλοκα εργαλεία
σκαρώνουν, όλο τέχνη, ραδιόφωνα και σπίτια,
μα είναι φορές που μένουν, ασάλευτα, απλωμένα,
πάνω απ' τ' ανέκφραστο άσπρο μιας πεθαμένης κόλλας.
Χέρια ανθρώπινα, σπάνια,
χέρια πρωτομαστόρων,
χέρια εραστών σε κάποιου
πολυxάιδευτου στήθους τα μέτρα καμωμένα
και χέρια αλαφιασμένα που ο σπαραγμός τα σπρώχνει
δυνατά να σφιχτούνε ψάχνοντας το 'να τ άλλο.

Gabriel Celaya


Από την Ανθολογία Σύγχρονη Ισπανική Ποίηση
εκδ. Γνώση, 1989
μτφ: Ηλίας Ματθαίου

Ετικέτες

Raja Ravi Varma (1848-1906)

30 Αυγ 2009

6Shakuntala Composing a Love Letter to King Dushyanta6

Ετικέτες

Νένη Ευθυμιάδη: Aθόρυβες μέρες

25 Αυγ 2009


Θυμάμαι ακόμα έντονα την αδεξιότητα του αποχωρισμού. Την πνιγμένη συγκίνηση που ξέσπαγε σε νευρικά γέλια, την προσπάθεια ευθυμίας που ράγιζε με θόρυβο, τα πειράγματα που έμεναν μετέωρα, τα βλέμματα που έψαχναν αμήχανα κάποιο σημείο να σταθούν. Κι όπως η αοριστία της επόμενης συνάντησης μάς βάραινε ανυπόφορα, σπάσαμε απότομα κι οι δυο. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά και με κομμένα λόγια επιχειρήσαμε να κλείσουμε την τύχη και το χρόνο μες στα δικά μας τα προγράμματα.

— Θα βλεπόμαστε κάθε Ιούνιο, έκανε γρήγορα. Στις δεκαπέντε, που γεννηθήκαμε! Έτσι, θα ξεχνάμε δυσκολότερα την ημερομηνία, κατέληξε γελώντας, μα κατά βάθος προσπαθώντας να μειώσει τη σημασία της κοινής επετείου. Έβγαλε ύστερα ένα χάρτη, έψαξε με πυρετό και είπε ενθουσιασμένος.

— Στό σταθμό της Λωζάνης! Αν μείνεις στην Αθήνα, μοιράζουμε τη διαφορά. Αν όχι, που το ξέρεις; Μπορεί και να γλιτώνεις πολλά χιλιόμετρα.

Το πρόσωπο του σκοτείνιασε για μια στιγμή.
—Πάντως μη μου ζητήσεις να έρχομαι εδώ! έκανε φοβισμένα και στράφηκε μηχανικά προς το κλειστό δωμάτιο.

Τον καθησύχασα, μετά του ζήτησα κοφτά.
— Όχι όμως γράμματα! Καθόλου γράμματα!

Με κοίταξε με έκπληξη, ύστερα χαμογέλασε.
— Τα γράμματα προορίζονται για ξένους. Αυτό δεν εννοείς; ρώτησε μαλακά.

Και χωρίς να περιμένει απάντηση, μ' έσφιξε πάνω του για τελευταία φορά, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και xάθηκε στο σκοτάδι.

Δεν ξέρω αν εννοούσα ακριβώς αυτό. Από τότε ακόμα, οι σχέσεις μου με τα γράμματα ήταν μπερδεμένες. Άλλοτε με γοήτευε το πλησίασμα μέσα απ' το γραπτό, το ανεμπόδιστο από διασπάσεις, κι άλλοτε οι φράσεις οι περασμένες στο χαρτί γίνονταν το καταθλιπτικό υπόλειμμα μιας παρουσίας κάποτε κοντινής, ο ανεκπλήρωτος πόθος μιας ολοκλήρωσης, το σύμβολο κάποιας απόστασης που τώρα καθορίζει.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, δε στείλαμε ο ένας στον άλλο ούτε μια λέξη. Αλλά και τη συνάντηση του Ιουνίου δεν την προδώσαμε. Τουλάχιστον ως ένα σημείο.


Από το βιβλίο της Νένης Ευθυμιάδη Αθόρυβες μέρες
εκδ. Εστία, 1983

Ετικέτες

Οδυσσέας Ελύτης: Ο ταχυδρόμος

03 Αυγ 2009


Κάθε πρωί οπού ξυπνώ
τρέχω στην πόρτα και κοιτώ

Τρίτη Κυριακή Δευτέρα
κι άλλη μια χαμένη μέρα

Πάνε κι έρχονται ολοένα
τα βαπόρια και τα τρένα

Ταχυδρόμε ανάθεμα σε
μόνο εμένα δε θυμάσαι

Πιάνει ο κόσμος περιστέρια
κι εγώ μένω μ' άδεια χέρια

- Γράμμα τέτοιο δε λαβαίνεις
άδικα μην περιμένεις

Δεν σου το 'χουνε γραμμένο
κι αν σου το 'χουν πάει αλλού

Άλλος μένει εκεί που μένεις
και το δίνουνε αυτουνού

Ίσως να 'ναι και σταλμένο
σ' άνθρωπο του φεγγαριού

Ή και παραπεταμένο
σε μιαν άκρη τ' ουρανού.


Από το βιβλίο Οδυσσέας Ελύτης, Τα ρω του έρωτα
(συλλογή: Το θαλασσινό τριφύλλι)
εκδ. ύψιλον, 1986

Ετικέτες

Η Βιρτζίνια Γουλφ προς την Έθελ Σμιθ

28 Ιουλ 2009


Ξενοδοχείο Ματζέστικ, Αθήνα Τετάρτη 20 Απριλίου 1932

Λοιπόν θα πρέπει ν' ανεχθείς ένα δυσανάγνωστο καi βιαστικό σημείωμα. Μόλις φτάσαμε. Το Κανάλι είχε κλείσει από τους βράχους, κι έτσι κάναμε το γύρο, που μας πήρε άλλη μια νύχτα. Μέχρι στιγμής όλα πάνε μια χαρά, καλός καιρός, αεράκι. Μια νύχτα στη Βενετία, ύστερα κατεβήκαμε την Αδριατική, στο καράβι ο Βενιζέλος, όλη μέρα χτες περνούσαμε νησιά, άνεση, αέρας, ηρεμία, στο κατάστρωμα διάβαζα Ουέλς, Σαίξπηρ, κι έναν φωνακλά γλάρο που τον λένε Μίντλτον Μάρυ. Ο Ρότζερ και η αδελφή του ταξιδεύουνε δεύτερη• έχει γύρω του ένα σωρό Έλληνες και Εβραίους — το συνηθίζουνε — ο Ρότζερ και η Μάρτζερυ εννοώ• έτσι έχουνε στη διάθεση τους χιλιάδες καλές συμβουλές. Το λευκό είναι εκτυφλωτικό στην Αθήνα, τα γαϊδούρια λυγίζουνε τη ράχη τους φορτωμένα μαύρες τουλίπες και κόκκινες ανεμώνες. Τώρα φοράμε τα καλοκαιρινά μας κι ανεβαίνουμε στην Ακρόπολη. Αύριο θα πάμε στου Γκιόλμαν που μας παρέλαβε από το πλοίο. Θα τους πω για σένα ή θα τους δείξω το βιβλίο σου. Αμφιβάλλω αν θα καταφέρουμε να πάμε στα Μετέωρα. Οι Φράι κλίνουν προς την Κρήτη, το ομορφότερο μέρος της Ελλάδας, καθώς λέγεται. Αλλά πρώτα πρέπει να xτυπήσουμε την ελληνική τέxνη, για την οποία ο Ρότζερ δεν έχει και μεγάλη ιδέα. Εγώ υπερασπίζομαι ακόμα τους ναούς, και θα εκθέσω τα επιxειρήματά μου απόψε — ποτέ δεν ήμασταν τόσο φλύαροι. Α, μαθαίνουμε ελληνικά και να μετράμε λεφτά, κι η Βενετία ήταν θεσπέσια, κωπηλατούσαμε βραδάκι από εκκλησία σε εκκλησία, τα νησιά στο γκρίζο του ελέφαντα με λεκέδες κόκκινο του τριαντάφυλλου, και τα καράβια περνούσαν μες στη νύχτα, κι ένας φάρος που άναβε ξαφνικά καθώς βλέπαμε σινεμά μαζί με τον Βενιζέλο. Μάλιστα — αυτά για την ώρα — ο Λέναρντ πάει στο ταχυδρομείο — κι αυτό είναι σαν ένα και μόνο κούνημα της ανύπαρκτης ουράς του Πανός. Νομίζω ότι θα μείνουμε εδώ για λίγες μέρες.
Β.


Από το βιβλίο Βιρτζίνια Γουλφ, Ελλάδα και Μάης μαζί!
εκδ. ύψιλον, 1983
μτφ: Μαρία Τσάτσου

[το πορτραίτο της Virginia Woolf είναι του Roger Fry (1866-1934)]


Ακόμα:
Βιρτζίνια Γουλφ, στο Ταξιδεύοντας
Βιρτζίνια Γουλφ, στο Χωρίς Άλλη Αναβολή

Ετικέτες

Γιώργος Βέης: Νάρκες

23 Ιουλ 2009


(από γράμμα στον Νάσο Βαγενά)

Θα περάσουν τα λόγια, θα ξεραθούν τα δάχτυλα
ζαρωμένο το σώμα θα το αγκαλιάζει η ομίχλη
θα σπαρταράς για λίγη αφή μες το αυτί μου
γιατί άργησες; τα όνειρα ξαναμπαίνουν στα δέντρα.

Τραυματισμένο μεσημέρι ξοδεμένο βλέμμα
μέσα σε πλάνες κύλησαν ωδές, βροχές
σου έστειλα φως που ποτέ δεν πήρες, δες
κι άλλα φύλλα ξερά σηκώνονται ψηλά, ως το λαιμό

να σε σκεπάσουν στης βροχής το γύρισμα
να μη σε βρει ξανά η θυμωμένη ώρα
σκληρή Κυριακή νάρκη στη ρίζα της γλώσσας'

αγκάθι, περίστροφο, σαγόνι σαρκοβόρο,
φιλί στην άκρη του γκρεμού είναι η αθέατη πλευρά
του ουρανού που θέλησες: φυλάξου.


Από την συλλογή του Γιώργου Βέη Γεωγραφία κινδύνων
εκδ. Ύψιλον, 1994

Ετικέτες

Πινακοθήκη: Victor-Gabriel Gilbert (1847-1933)

19 Ιουλ 2009

6A Young Lady Writing a Letter6

Ετικέτες

Άρτσιμπαλντ Μακ Λης: Γράμμα από την Αμερική

15 Ιουλ 2009


Φυσάει λεβάντες μα η ζέστη δεν μπορεί να σταματήσει,
Γαλάζιο χωρίς σύννεφα, ό ήχος των φύλλων ψιλός,
Ξερός σαν το τσαλακωμένο χαρτί, και πάνω του
Της ακρίδας το τρίξιμο τραβώντας χαρακιές
Θα 'λεγες πάνω σε γραφίτη.
Το παίξιμο των πεύκων
Είναι ένας ήχος πιο βαθύς. Στο πέρασμα του αγέρα
Τ' άγρια καρότα μυρίζουν πυρωμένον ήλιο.
Γιατί να πρέπει να συλλογίζομαι τα δελφίνια στο Κάπο ντι Μέλε;
Γιατί να βλέπει ο νους το φουσκωμένο πανί και το λόφο
Πάνω απ' το Saint-Tropez και το χέρι σου στο δοιάκι;
Γιατί η καρδιά μου να ταράζεται πάλι με τις φοινικιές;
Δεν είμαι μήτε σκλάβος μήτε ένας κινέζος υπάλληλος
Που έστειλαν να μαραζώσει στο Πα για ένα φαγητό του Λο-Γιαγκ.
Αυτός εδώ είναι ο τόπος μου, ο ουρανός μου, το βουνό μου:
Αυτός εδώ - δεν είναι τα πεύκα που βουίζουν και το κύμα κι ο ήχος
Στη Ferme Blanche, και το Port Cros στο λιόγερμα και το λιμάνι
Σηκώνοντας την ακίνητη βάρκα και τ' άστρο στη θάλασσα πνιγμένο.
Δεν είμαι ούτε ο Πο Τσούι μήτε κανένας απ' τους άλλους
Που ξενιτεύτηκαν σε παράξενους τόπους, και κάνουν τον παλαβό
Για μια λέξη της γλώσσας τους και για για τη γέψη των λαχανικών τους.
Αυτός είναι ο δικός μου ο τόπος εδώ γεννήθηκα.
... ... ...
Archibald MacLeish


Από την Ανθολογία Ξένη Ποίηση του 20ού αιώνα
εκδ. Λωτός, 2000
μτφ: Γιώργος Σεφέρης

Ετικέτες

Ο Γιώργος B. Mακρής προς τον Άγγελο Καράκαλο

11 Ιουλ 2009


[Πυργέλα] Δευτέρα, 4 Αυγούστου [1941]
Αγαπητέ Άγγελε,

Τα δυο μεγάλα σου γράμματα, μου 'δωσαν μεγάλη χαρά. Σας ζηλεύω σας τους Αθηναίους, που έχετε να γράψετε δυο πράματα που έγιναν. Εδώ μονοτονία και δώσ' του να 'χει. Κάνα μπάνιο πού και πού, κάνα βιβλίο πού και πού, καμιά εκδρομή, και ανάπαλιν. Σκεφτόμουνα να πάω για λίγες μέρες στ' Ανάπλι, όπου και θα 'μενα στου Ζάρβανου. Ε, δεν πήγα! Ο θείος Αντώνης, ο μεγαλοπρεπής αυτός Φορσάιτ της οικογένειας, πρόλαβε και κατέλαβε τη θέση μου με όλη του την οικογένεια, τουτέστι Φούλα, Κάστρου και κόμπανυ. Έτσι έμεινα με τη χαρά (όπως πάντα άλλωστε).

Όλα δω κάτω είναι τρομερά. Και τα ειδύλλια ακόμα, είναι αφόρητα. Ο πατέρας μου, από καιρό σε καιρό, με κεραυνοβολεί με γράμματα που συμβολίζουν την οικογενειακή γαλήνη, μου θυμίζει τα σχολικά, τα Πανεπιστήμια και όλα τα λοιπά μαραφέτια.

Εγώ πάω στ' Άργος, αναζητώ περιπέτειες, κάνω μπάνια ταχτικά. Πότε πάω μ' αυτοκίνητο, πότε μ' ένα περίεργο όχημα από καροσερί εγγλέζικια, πάνω σε ρόδες παλιού φορντ, και που το σέρνει ένα τρακτέρ.

Γράφω αρκετά, διαβάζω περισσότερο. Κάνω και θεωρίες, καταλαβαίνω βέβαια πως είναι ηλίθιο, μα είναι μια λύσις.

Η Κούλα που γύρισε από τ' Ανάπλι, μου διηγήθηκε τα της κηδείας της θείας Νίνας, που τράβηξε για το τελευταίο της ταξίδι ντυμένη... νύφη. Στην κηδεία παραβρέθηκε ο κύριος Ζάρβανος μετά της Κατερίνης του, η θεία Τίνα και άλλοι. Η θεία Τίνα έπαθε —διαρκούσης της κηδείας— υστερική κρίση και φώναζε: «Θεία μου αγαπημένη και σαν εμέ δυστυχισμένη!». Αφού το επανέλαβε πολλές φορές αυτό, δήλωσε πως πρόκειται να κλειστεί σε μοναστήρι. Τότε ο θειος Μίλτος δήλωσε πως θα την προστατέψει κ.ο.κ. Η παρακμή των Ζαροκωσταίων είναι αυτή' των από Λέοντος Ζαρόκωστα και μετέπειτα... Αν τα διηγόσουνα αυτά στον Νώντα δε θα 'κάνες άσκημα. Οι ιστορίες αυτές θυμίζουν οικογενειακές φωτογραφίες και είναι πληχτικές. Από καιρό βρίσκεται εδώ ο Τάκης ο Μαύρος. Τώρα τελευταία ήρθε κι η Δέσποινα, που είναι περισσότερο απ' ό,τι περίμενα συζητήσιμη. Δε δίστασε να μου πει, πως κάποτε της αποκάλυψες πως νιώθεις κοντά της την ευτυχία. Όπως να 'χει, πλήττω κάπως λιγότερο. Μια γυναίκα είναι πάντα ένα άρωμα. Και να ξέρεις, πως η πλήξη είναι πάντα άοσμη.

Στο τελευταίο γράμμα σου, Άγγελε, βρήκα έκδηλη μια φυσιολατρεία, της πιο καλής και γνήσιας ποιότητας. Καλά θα κάνεις ν' ασχοληθείς μ' αυτό σου το ταλέντο της ποιητικής ιδέας στη φύση. Ίσως και να 'χεις επιχειρήσει κιόλας. Γράψε μου σχετικά. Πάντως προσπάθησε ν' απομακρύνεις από πάνω σου την οικογενειακή μιζέρια, που θα σε βλάψει. Η παρακμή είναι ωραία ιδέα, αλλά... μοιάζει με το χασίς. Ανάλογα στον οργανισμό, στην ποσότητα, στην κράση... Προς το παρόν, αν ασχοληθείς με την τέχνη, πρέπει να 'χεις τη δύναμη ν' απαλλαχτείς από την άμεση επιρροή της.

Έτσι ώστε, αργότερα κι αν σε κυριέψει, να μπορείς να έχεις τη σκέψη σου ελεύθερη. Αλλά κάνω πάλι θεωρίες, κι αυτό είναι ηλίθιο. Ο Λάμπης είχε την τύχη της φυγής. Είμαι περίεργος να τον δω στο γυρισμό του. Η θεία η Ματίνα θα χαίρεται για το κατοστάρικο την ημέρα. Το ίδιο χάρηκε κι η μητέρα μου, και πείσθηκε πως ο Λάμπης είναι μεγάλο μυαλό.

Οι περιπέτειές σου με διασκέδασαν κι εμένα. Είναι ευχάριστο που δεν πλήττεις. Τα σχετικά με το σπίτι του Κεφαλαριού με συγκίνησαν. Είναι, χωρίς αμφιβολία, αγαπημένο σπίτι. Θυμάμαι ανακατωμένα, καθαρές Δευτέρες με το θηρίο, Μάσκες που διαβάζαμε κάτω από την κληματαριά, ξαπλωμένοι σε κουβέρτες. Και το βράδυ, ύστερα από μια οικογενειακή συγκέντρωση στ' άδεια δωμάτια με τις προσωπογραφίες, γυρνούσαμε στο σταθμό με τραγούδια, ουρλιαχτά και τέτοια. Θυμάμαι όλη την Κηφισιά, τον Άι-Γιώργη με τα βουναλάκια, τον Ντοκ, πολλά πράματα τέλος πάντων, ακόμα κι ένα κρύο απόγιομα που καίγαμε τις κάμπιες με τον Στέλιο, μου φαίνεται ευτυχισμένο.

Και μια και μιλάμε για Κηφισιά και για τον Στέλιο, τι γίνεται ο τελευταίος; Πότε τον φαντάζομαι ιππότη με σπασμένο ξίφος, πότε ένα είδος Remarque. Οι πληροφορίες των άλλων πολύ φτωχές: «Αδυνατούλης ο καημενούλης' την πρώτη μέρα κρατούσε μπαστουνάκι». Σκέφτομαι να του γράψω, μα πάλι τι να γράψει κανείς; Δεν μπορεί να ξέρει κανείς την ψυχική του κατάσταση. Κι αν πάλι την ήξερε και προσαρμοζόταν σ' αυτήν, θα 'γραφε υποκρισίες.

Οι προσπάθειές μου να γυρίσω στην Αθήνα μέχρι την 10η Σεπτέμβρη θα πετύχουν. Με βοήθησε πολύ κι η τύχη, γιατί τα εμπόδια της παρακάτω διαμονής είναι μπόλικα. Έτσι σε λίγον καιρό, θα 'μαστε πάλι μαζί, ιδανικοί «χαφταλεύρηδες». Θα ιδείς που θα περάσουμε καλά.

Έμαθα από τον Νώντα, πως ο Σπύρος είναι άρρωστος. Πήγαινε, λοιπόν, ένα απόγιομα να τον ιδείς' πες του πως είσαι ο πρεσβευτής μου.

Γράφε μου για τα βιβλία πού διάβασες, εντυπώσεις σου απ' αυτά. Τελευταία διάβασα τον Ιδιοχτήτη του Γκαλσγουόρθυ, δώρο του Νώντα. Πρόκειται για ένα εξαίρετο συνθετικό μυθιστόρημα, που έχει όμως έναν πυρήνα κεντρικής υπόθεσης. Μια σειρά φιλοσοφικές μελέτες που μου δάνεισε ένας ντόπιος φοιτητής, κι ένα βιβλίο του Ντοστογιέβσκι που δεν τέλειωσα ακόμα. (Άρχισα να το διαβάζω το πρωί).

Αυτά έχω να σου γράψω, Άγγελε. Βλέπεις καλά, πως με χαραχτηρίζει παντελέστατη έλλειψη γεγονότων, και πως αν γέμιζα ακόμα κάνα-δυο σελίδες, θα 'ταν ανώφελη προσπάθεια, και μια προσπάθεια ανώφελη και υποχρεωτική είναι πάντα λιγάκι ανειλικρινής.

Δεν θα 'θελα όμως να το πάρεις αυτό για έλλειψη σεβασμού στις οχτώ προχτεσινές σου σελίδες, που με κάνανε χαρούμενο, ούτε θέλω αντίποινα. Εσύ έχεις να γράψεις, και μπορείς.

Απόδειξη δε, για το ότι λέω αλήθεια, τα γράμματα μου στον Νώντα. Γράψε μου λοιπόν όσα πιο πολλά μπορείς. Εμενα μου χρειάζονται πιο πολύ τα γράμματα.

Χαιρετισμούς.
Με αγάπη,
ΓΙΩΡΓΟΣ


Από το βιβλίο Γραπτά Γιώργου Μακρή
με την επιμέλεια του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986

(οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο)


Ακόμα:
Γιώργος Β. Μακρής, στα Αυτοβιογραφικά
Γιώργος Β. Μακρής, στο Χωρίς Άλλη Αναβολή

Ετικέτες

Φρανσουάζ Σαγκάν: Σ' ένα μήνα, σ' ένα χρόνο

06 Ιουλ 2009

Françoise Sagan: Dans un mois, dans un an (1957)

- Θα μου γράφεις; ρώτησε η Νικόλ.
- Ναι. Κάθε μέρα.

Ήξερε ότι θα της έγραφε κάθε μέρα το ίδιο γράμμα: «Αγαπημένη μου, είμαι καλά. Η Ιταλία είναι μαγευτική' Την επομένη φορά θα έρθουμε εδώ μαζί. Εργάζομαι πολύ. Σε σκέφτομαι πάντα. Αύριο θα σου γράψω περισσότερα. Σε φιλώ». Αν ήταν η Ζοζέ θα της έγραφε: «Ζοζέ, αν ήξερες... Πώς να εκφραστώ για να καταλάβεις; Ζοζέ, η σκέψη σου και μόνο με κάνει να σπαράζω. Ζοζέ, μήπως έκανα λάθος; Μήπως δεν τελείωσαν όλα;» Θα έγραφε οτη Ζοζέ κυριευμένος από μελαγχολία' οι λέξεις θα κυλούσαν ζωντανές και καυτές πάνω στο χαρτί...

[....] Η Ζοζέ, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν καταλάβαινε. Την προηγούμενη μέρα είχε λάβει ένα θαυμάσιο γράμμα από τον Μπερνάρ. Υποσχέθηκε να πάει στη Νικόλ. Η Νικόλ είχε παχύνει. Ευχαριστήθηκε όταν είδε τη Ζοζέ, γιατί η Μπεατρίς την τρόμαζε.

- Πάμε μια βόλτα στην εξοχή; πρότεινε η Ζοζέ.

Οδηγούσε άνετα και γρήγορα ένα μεγάλο αυτοκίνητο. Η Νικόλ καθόταν συμμαζεμμένη στο διπλανό κάθισμα. Στη μνήμη της Ζοζέ ερχόταν το γράμμα του Μπερνάρ: «Ζοζέ, σ' αγαπώ κι αυτό είναι τρομερό για μένα. Προσπαθώ να δουλέψω αλλά δεν μπορώ. Η ζωή μου κυλάει σαν ένας αθόρυβος ίλιγγος. Ξέρω ότι δεν μ' αγαπάς. Και γιατί να μ' αγαπήσεις; Στη μοναξιά μαθαίνεις να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι...».


μτφ: Γ. Αναστασίου

Ετικέτες

Ντόναλντ Τζάστις: Ένα γράμμα

01 Ιουλ 2009


Γράφεις ότι είσαι άρρωστη, σε σύγχυση. Τα δέντρα
έξω απ' το παράθυρο της κάμαρας που σου 'δωσαν
είναι βρεγμένα με δάκρυα κάθε πρωί όταν σε ξυπνούν
για να βγεις απ' έναν ύπνο που ποτέ τελείως δεν έπεσες,
αφού έχεις κάποιο όνειρο κίνησης στους δρόμους του μυαλού σου

που σταματάει και ξαναρχίζει και πάει και δε σταματάει
καμιά φορά όλη νύχτα, όλη μέρα. Η αυτοκινητοπομπή
ξετυλίγεται μπροστά σου σαν κηδεία
κάποιου διάσημου που 'χεις μαζί του κοιμηθεί, μια δυο φορές.
(Νέα κρίση δακρύων υγραίνει τα φύλλα, τη σελίδα).

θα εκθέσεις τις πληγές σου, θα κατεβάσεις την μπλούζα
θ' ανοιχτείς ολόκληρη στο νεαρό γιατρό
που 'χει τη δύναμη να δίνει συνταγές, άδειες
που μοιάζει να του αρέσεις... Κι έτσι περνάς
μέσα στην πόλη ξανά πάλι, ανάμεσα μας,

βιαστικά προσπερνάς τα υγρά δέντρα κάποιου πάρκου
προς τη γνωστή διασταύρωση όπου
ένα φανάρι σε προειδοποιεί να μην περάσεις
να περιμένεις, όπως πριν, μόνη... μα ξαφνικά
δέκα χρόνια πιο μεγάλη, ημερωμένη τώρα, λιγότερο τρελή,
λιγότερο ωραία.

Donald Justice


Από το βιβλίο Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές
εκδ. ύψιλον, 1983
μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ

Ετικέτες

Πινακοθήκη ~ Carl Larsson (1853-1919)

27 Ιουν 2009

6An interior with a woman reading a letter6


6Letter writing6

Ετικέτες

Τίτος Πατρίκιος: Γράμματα μετανοίας

23 Ιουν 2009


Όταν του ζήτησε ο στρατιώτης Ακριβόπουλος
Γεώργιος, χωρίον Κέδρος Θεσσαλίας,
να γράψει για λογαριασμό του
γράμματα μετανοίας στο χωριό, τινάχτηκε.
Κι ο στρατιώτης Ακριβόπουλος Γεώργιος,
παλιός κατάδικος σε θάνατο, πρόωρα γερασμένος
από έξη χρόνια στο βουνό, με τη μισή του φαμέλια
ξεκληρισμένη, του 'πε κλαίγοντας:
"Εσύ θα μπόραγες να τ' αλαφρώσεις λίγο".
Τότε,
πρώτη φορά κατάλαβε,
τι σήμαινε ήττα του κινήματος.


Συλλογή Μαθητεία 1952-1962
εκδ. Πρίσμα, 1978
Από τις
σελίδες του Νίκου Σαραντάκου

Η φωτογραφία είναι από εκδήλωση του 3ου Γυμνασίου Χαλανδρίου
(7 Μαΐου 2007)

Ετικέτες

ο Μέμος Μακρής προς την Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

19 Ιουν 2009


3.4.47
Αγαπητή Τατιάνα

Δεν ξεύρω πώς να δικαιολογηθώ γι' αυτό μου το γράμμα που έρχεται καθυστερημένα. Τώρα που πλησιάζει το Πάσχα, οι μέρες αυτές μού φέρνουν την ανάγκη να γράψω στους δικούς μου και ανάμεσα σ' αυτούς είσαστε και σεις (ο πληθυντικός δεν αφορά εσένα, αλλά εσένα και το Roger). Μου 'χες γράψει σε προηγούμενο γράμμα σου ότι πρόκειται να 'ρθεις, και με την ελπίδα αυτή ανέβαλα κάθε φορά. Τέλος πάντων αυτές δεν είναι δικαιολογίες, είναι σκατά που λένε οι φίλοι μας οι Γάλλοι. Πάντως απόψε αισθάνομαι την ανάγκη να σου γράψω και θα σου γράψω πολλά, γιατί θέλω να μιλήσω με κάποιον. Και πρώτα για τη δουλειά μου. Ακόμα δεν κατόρθωσα να δουλέψω σε ατελιέ. Δεν βρήκα ή μάλλον βρήκα τρία έως τώρα άλλα μου ζητάγανε από 60 έως 150 χιλιάδες για αέρα. Φυσικά τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει.

Πάντως δουλεύω όχι τόσο παραγωγικά όσο αποθηκεύοντας γνώσεις. Τα Γαλλικά μου, που είναι πολύ καλύτερα, με βοηθάνε να παίρνω μέρος στη γενικότερη πνευματική κίνηση της Γαλλίας. Κάθε μέρα και κάτι καινούργιο ξανοίγεται μπροστά μου' όλα έχουν ένα καινούργιο ενδιαφέρον. Ο κυριότερος γλύπτης που βλέπω και που είναι πολύ καλός μαζί μου, πηγαίνω στο ατελιέ του τακτικά και καθόμαστε και αργά τα βράδυα κουβεντιάζοντας και του πάω πότε πότε δουλειά μου και βλέπει είναι ο Laurens. Είναι άνθρωπος απλός (τον έχεις δει άλλωστε) και δείχνει να μ' αγαπάει. Τώρα αυτές τις μέρες ήταν λίγο άρρωστος και έφυγε για το Midi.

Τελευταία, θέλοντας να αποκτήσω όσες περισσότερες τεxνικές γνώσεις μπορούσα να πάρω από δω, και αφού προηγούμενα μου είxε κινήσει το ενδιαφέρο μου μια έκθεση κεραμεικής που έγινε, ζήτησα από το Υπουργείο Παιδείας και πέτυχα να μπω ως stagiaire στην περίφημη Manufacture de Sèvres για τρεις μήνες που ελπίζω να τους παρατείνω. Δουλεύω τώρα εκεί ένα μήνα περίπου. Το ενδιαφέρο που έχει η δουλειά είναι μεγάλο και έπειτα περνάνε από κει όλοι οι μεγάλοι ζωγράφοι και γλύπτες. Την περασμένη βδομάδα δούλευε εκεί ο Rouault' πριν από αυτόν ήτανε o Gromaire, o φίλος σου. O Desnoyer δούλεψε επίσης αλλά πριν πάω εγώ, και δεν τον συνάντησα, αλλά είδα εκεί τα βάζα που διακόσμησε.
[....]
Σου έστειλα πριν λίγες μέρες το τελευταίο βιβλίο του Garaudy. Ελπίζω πως θα σε ενδιαφέρει' είναι από τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους.

Με συγκίνησε πολύ η φωτογραφία που μου έστειλες του παιδιού σου. Ελπίζω να είναι τώρα τέλεια καλά. Στον Roger τους καλύτερους χαιρετισμούς μου και τις μεγαλύτερες ευχαριστίες όλων μας για τους καινούργιους που ήρθαν, αν και αυτές οι ευχαριστίες έρχονται κάπως καθυστερημένα όπως όλα από μένα.

Γεια χαρά, Τιτίκα μου. Θα περιμένω με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση γράμμα σου και αν σου 'δωσα να καταλάβεις τίποτα μ' όλα αυτά που σου γράφω...

Στους φίλους χαιρετισμούς.
Μέμος.

Έχεις νέα από το Χριστόφορο;


Από το βιβλίο Αγαπητή Τατιάνα -
Επιστολές στην Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ
εκδ. Ίκαρος, 2003

[η πρώτη φωτογραφία είναι απο το βιβλίο και
η δεύτερη από τον ν Ριζοσπάστη -24/6/2001
(ο Μέμος Μακρής μπροστά σε έργο του, στη Βουδαπέστη)]

Ετικέτες

Λίλιαν Χέλμαν: Τζούλια

14 Ιουν 2009

Lillian Hellman: Julia

Ένα χρόνο μετά έλαβα γράμμα από την Τζούλια, αλλά το γράμμα αυτό έχει χαθεί και παρόλο που θυμάμαι τι έλεγε σε γενικές γραμμές, δεν μπορώ να θυμηθώ τη διατύπωση, γιατί τα αγγλικά ήταν πλέον ξένη γλώσσα για την Τζούλια και επιπλέον μου μιλούσε για πράγματα που θεωρούσε δεδομένο ότι τα γνώριζα. Μου μίλαγε για το ναζισμό και τη Γερμανία, για την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης σε όλο τον κόσμο, και επιπλέον ότι είχε αποκτήσει ένα μωρό, ένα κοριτσάκι που του άρεσε να το φωνάζουν Λίλυ αλλά έτσι κι αλλιώς ήταν μωρό που του άρεσαν τα πάντα. Μου έλεγε ότι δεν είχε μόνιμη διεύθυνση αλλά ότι μπορούσα να της στείλω γράμμα στο Παρίσι, στην οδό Ουνιβερσιτέ 16 για το διαμέρισμα 3. Της απάντησα αμέσως και την ευχαρίστησα για το Λίλυ. Της έγραψα δυο φορές ακόμη και αργότερα έλαβα μια κάρτα της από τη Ζυρίχη.

Δεν θυμάμαι πια πόσο καιρό αργότερα μου τηλεφώνησε η Αν Μαρί και με προσκάλεσε για φαγητό. Ήμουν έτοιμη να δεχτώ, όταν μου είπε ότι ένας φίλος της είχε συναντήσει την Τζούλια κι ότι η Τζούλια έκανε κάτι πολύ επικίνδυνο που λεγόταν αντιφασιστικός αγώνας και ξόδευε τα λεφτά της δεξιά και αριστερά.

Από το βιβλίο της Λίλιαν Χέλμαν Τζούλια
εκδ. Νεφέλη, 1996
μτφ: Ροζίνα Μπέργκνερ

Ετικέτες

Γιώργος Σαραντάρης: Γράμματα σε μία γυναίκα

09 Ιουν 2009


ΙΙΙ.

Είσαι ελεύθερη. Δε σ' έχω στην κατοχή μου. Όταν μου ομολόγησες πως πιότερο απ' όλα λατρεύεις την ελευθερία σου, ένιωσα πως άθελά μου είχα γυρέψει να σου την αφαιρέσω' αλλά ύπουλα, που σ' έβλεπα να μην προσέχεις, βυθισμένη σε μιαν υπέρμετρη χαρά ή σε μια απέραντη θέα, να βγαίνεις από το ίδιο σου πνεύμα ν' αφοσιώνεσαι σε μια ζωή σταματημένη' έδιωχνες από το είναι σου την αληθινή ευφυΐα του, απαρατούσες εκείνη τη δύναμη που διαρκώς σε ανανεώνει σε δείχνει έτοιμη και παρούσα. Σε ώθησα προς την περιπέτεια προς το όραμα, και ίσως μέσα μου έτρεμε μια ελπίδα' να παραμείνεις εκεί, να μη σου είναι βόλετό να επιστρέψεις, μάταια να συσπείρεσαι όταν σε κεντρίζει η νοσταλγία- και η ανάμνηση ακόμα να σου 'φευγε.

Αλλά εσύ δε δίδεσαι! Βασανίζεσαι να δοθείς, αλλά δε σ' αφήνει κάποιος άνεμος, κάποια φούρια που σηκώνεται από τα σπλάxνα σου, όταν πάει να μεστώσει ένας δικός σου πόθος για ηδονή για μέθη που λιγώνει το σώμα και το πνεύμα. Δε xαίρεσαι μια τελειωμένη ανθρώπινη χαρά, δεν πάσχεις ένα τίμιο συμμετρικό πάθος' δεν παίρνεις από τα χάδια που έχουν οι μέρες οι κλειστές, οι μέρες που μοιάζουν δωμάτια για γάμο και γιορτή. Ακολουθείς μια γραμμή που συστρέφεται γύρω απ' τον εαυτό σου' και λάμπεις σπέρνεις φως, αλλά η φωνή σου είναι xλωμή' θέλεις τη βοήθεια του πλησίον, γιατί δεν ξέρεις από έργα δε γνωρίζεις από θεωρία που να υπερβαίνει τον χρόνο και τους ανθρώπους.


Από το βιβλίο Γ. Σαραντάρης, Σαν πνοή του αέρα
Επιμέλεια και Ανθολόγηση: Μαρία Ιατρού
εκδ. ο ανθολόγος Ερμής, 1999

(η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου)

Πινακοθήκη: Lucio Rossi (1846-1913)

04 Ιουν 2009

6Young woman reading a letter6

Ετικέτες