|
|
08 Φεβ 2010
 Μου δώσανε το αντίγραφο ενός προσχεδίου επιστολής του Μπριούσοβ για μένα, γραμμένης τις ίδιες εκείνες μέρες. Ο Βαλέρη Γιάκοβλεβιτς πληροφορώντας με πώς έστειλε στην εφημερίδα την κριτική του, πρόσθετε:«...Σας αγαπώ ειλικρινά, δηλαδή σαν ποιητή, διότι σαν άνθρωπο δεν Σάς ξέρω. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι αγαπώ την ποίηση Σας. Τουναντίον. Το λέω αυτό χωρίς περιστροφές διότι ακριβώς αγαπώ τον ποιητή που κρύβεται μέσα Σας... Το συμπέρασμα μου είναι αυτό πού θα μπορούσα να πω σ' όλους τους "εκλεκτούς", δηλαδή στους ανθρώπους που είναι προορισμένοι για την ποίηση: "Δουλεύετε!" Χωρίς δουλειά δεν γίνονται οι Πούσκιν, οι Γκαίτε, ούτε καν οι Βερλαίν (διότι στο πρώτο μισό της ζωής του ο μέλλων pauvre Lelian δούλευε πολύ, πάρα πολύ), και φυσικά κατώτερος του Βερλαίν δε θα θελήσετε να γίνετε κι' ούτε αξίζει τον κόπο. Δεν είναι βέβαια δυνατόν ν' αποτελούνε για σας πειρασμό οι δάφνες ενός τυxάρπαστου prince de poetes, σαν τον Πωλ Φωρ!.. Και μια προσωπική παράκληση, μην περιφρονείτε την μουσικότητα του στίxου. Μη δίνετε σημασία στους φουτουριστές. Όλη η ουσία της ποίησης βρίσκεται στη σύζευξη των ήχων...» Το γράμμα τέλειωνε με τα εξής φιλικά λόγια:«Και γι' αυτό Σας σφίγγω στην αγκαλιά μου, πάνω από τις xιλιάδες τα βέρστια που μας xωρίζουν...» Απάντησα ως εξής στον Μπριούσοβ (το καλοκαίρι του 1916) :«Πολύ με συγκίνησε το στοργικό σας γράμμα. Ευχαριστώ! Γενικά, δε μ' έχουνε παραχαϊδέψει με κρίσεις για τα ποιήματά μου κι' όσον αφορά τα λόγια Σας, είταν για μένα ιδιαιτέρως πολύτιμα. Διάβασα προσεκτικά το άρθρο Σας και το γράμμα, θα ήθελα να πω πολλά απαντώντας στις παρατηρήσεις Σας, δεν ξέρω όμως να γράφω γράμματα... Δεν υποτάσσω την ποίηση μου σε κανενός είδους "θεωρίες", απεναντίας, είμαι υπερβολικά ασυγκράτητος. Για τις ελλείψεις και τις γουρουνιές των ποιημάτων μου είμαι υπεύθυνος εγώ κι' όχι οι θεωρίες. Αυτό που Σας φαίνεται αποκρουστικό, απωθητικό, — εγώ το αισθάνομαι σαν κάτι δικό μου, γνήσιο, και συνεπώς, ούτε όμορφο, ούτε άσxημο, απλώς το πρέπον. Γράφω xωρίς ρίμες και "μέτρα" όχι γιατί "έτσι αντιλαμβάνομαι την ποίηση", μα μόνο επειδή οι πλούσιες ρίμες και ο κλασικός στίχος μου τρυπάνε τ' αυτιά... Δεν έχω κλίση στην ποίηση των διαθέσεων και των αποχρώσεων, με τραβάει περισσότερο το γενικά, το "μνημειώδες", αισθάνομαι πάντα την ανάγκη να αποκαλύψω κάτι, να δείξω... το βασικό χαρακτηριστικό του. Να γιατί απ' την σύγxρονη τέχνη αγαπώ περισσότερο απ' όλες τις τάσεις τον κυβισμό. Μου μιλάτε για τους "γλυκούς ήxους και τις προσευxές". Όμως, δε νομίζω νάναι όλοι οι γλυκείς ήχοι προσευχές, το σωστότερο θα είταν να πούμε πως όλες οι προσευχές απευθύνονται σε θεούς, όχι όλες όμως στον θεό... Όλ' αυτά μπορεί να είναι πολύ μονόπλευρα, ο λόγος ωστόσο δεν είναι που έχω μονόπλευρες αντιλήψεις για την ποίηση, μα που εγώ ο ίδιος είμαι μονόπλευρος. Νομίζω πως δεν παρέλειψα τίποτα ουσιώδες απ' αυτά που ήθελα να Σας πω. Μας χωρίζει ένας τοίχος — όχι μόνο οι χιλιάδες τα βέρστια!.. Τιτλοφορώντας τη συλλογή μου "Παραμονές", εκτός απ' τη γενική σημασία, είχα υπ' όψη μου και την προσωπική μου περίπτωση. Το βιβλίο αυτό δεν είναι παρά οι παραμονές μου...» Από τo βιβλίο του Ιλία Έρενμπουργκ Άνθρωποι, χρόνια, ζωή (τόμος α') εκδ. Νεφέλη, 1980 Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου
(φωτογραφία: jjew.ru μέσω rt.com)
Ακόμα: Ιλία Έρενμπουργκ, στα Αυτοβιογραφικά
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 3
02 Φεβ 2010
 Είμαι πίσω στην Ζυρίχη μετά από πολλά χρόνια. Μια ευπρόσδεκτη αλλαγή από το μπαλωμένο οικοδομημένο χάσμα της Αθήνας. Αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου εδώ (όχι σαν σπίτι μακριά από το σπίτι μου, γιατί δεν είχα ποτέ ένα σπίτι απ' όπου να λείψω): Τίποτα από μένα δεν χρειάζεται να περάσει απ' το μάτι της βελόνας. Στην Ζυρίχη παρομοιάζω τον εαυτό μου με φλούδα γύρω από κουκούτσι. Όλα είναι όπως φαίνονται. Όλοι λένε το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο - μια πόλη που σιγοτραγουδά μονάχη της. Όταν προσγειωθήκαμε, η λίμνη είχε την όψη παλιάς ξεθωριασμένης φωτογραφίας, μια καλή ομοιότης με ό,τι υπήρξε η ζωή μου. Μα η παραστατικότητά της γρήγορα απορρόφησε κάθε εξπρεσιονιστικό γνώρισμα. Έχω - είχα - πολλούς φίλους στην Ζυρίχη (τα μέτωπα τους θα είναι πια γραμμές του πενταγράμμου), διευθύνσεις στο Τάλβιλ, Έγγε, Μύνστεργκασε, Έρλικον, Κίσναχτ, "Ερλενμπαχ, Βίτικον... Αν τους τηλεφωνήσω, να συναντηθούμε θα πρέπει να συστηθώ σε αυταπάτες. Το βραδάκι περπάτησα πάνω - κάτω στην Μπάνχοφστρασε, σαύρα που αναπαράγει την ουρά της. Ήταν σαν οι φιλύρες να είχαν βρει σε μένα την καθαυτό εποχή τους, τόσο πλούσιο το άρωμά τους. Κατέληξα στην Μπίρκλιπλατς, να κάθομαι μόνος στην βουβή από μελωδίες εξέδρα ορχήστρας. Εδώ η πόλη σχηματίζει γιάντες η λίμνη να χρησιμεύει σαν είδος κάθαρσης. Όταν νυχτώνει πολλοί έρχονται εδώ, έρχονται για να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους... Στην Ζυρίχη η ευπρέπεια είναι το παν. Δένεις την δεμένη γραβάτα σου, Κουμπώνεις το κουμπωμένο σου πουκάμισο. Βγάζεις το καπέλο σου στον εαυτό σου να βγάζει το καπέλο του στον καθρέφτη. Και πρέπει νάχει κάτι το άλπειο το παρουσιαστικό σου: Τα μάτια την ημέρα είναι ένα προσχέδιο για το τι τα μάτια την νύχτα δελεάζουν. Πόσο θα μείνω εδώ είναι μάθημα αντοχής. Η μνήμη δεν άφησε τίποτα από μένα για να ξεχάσει. Ό,τι σβήνεται είναι ανεξίτηλο σ' ένα ποίημα με ημερομηνία Ιούλιος 1971. Από την Οδό Πανός - τ.122, Οκτ. 2003 μετάφραση από τα αγγλικά: Δημήτρης ΛαλέταςΕτικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
26 Ιαν 2010
6Two Victorian women, and a man reading letter6 (story illustration)Ετικέτες ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ 3
21 Ιαν 2010
 Τα χρόνια... Αλλάζουμε... Θα... Από την συλλογή Μαθητεία εκδ. Πρίσμα, 1963
(το ποίημα ανθολογήθηκε στην Ελληνική Ποίηση του 20ού αιώνα του Ευριπίδη Γαραντούδη - εκδ. Μεταίχμιο, 2006) Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
15 Ιαν 2010
 8 Δεκεμβρίου Αγαπημένη μου μανούλα. Πολύ καιρό δεν σου έγραψα, μα η αλήθεια είναι πως δε στάθηκε δυνατό. Μόλις γύρισα από τις επιχειρήσεις και τώρα ξεκουράζομαι. Γρήγορα θα ξαναφύγω. Θα 'θελα να μ' έβλεπες πώς με ντύσανε. Ζεστά εσώρουχα, κετσεδένιες μπότες, άμπέχωνο με βάτα, χοντρά γάντια... Με αλλά λόγια φόβος για ξεπάγιασμα δεν υπάρχει. Εκεί που μένω είναι ένα σωρό νεολαία. Είμαστε πολλοί. Στο σπίτι έχω να πάω από τις 16 Νοεμβρίου. Από τη διανυχτέρευση στο δάσος, πάνω στο χιόνι, πόνεσε ο λαιμός μου, μα τώρα είμαι κιόλας καλά. Μου γράφετε πολύ σπάνια. Μόλις γύρισα από την αποστολή έτρεξα να δω αν είχα γράμμα — μα τίποτα. Πολύ στενοχωρήθηκα, μανούλα. Γράφε μου συχνότερα και δώσε σ' όλους τη διεύθυνσή μου. Μη μου στενοχωριέσαι μανούλα, για την ώρα όλα πάνε καλά. Φίλησε πολύ - πολύ εκ μέρους μου τη Βέροτσκα καί τη Λιόλια. Φιλώ μια - μια τις κατσουφιασμένες ρυτίδες σου,
Νίνα
Από τo βιβλίο Νίνα Κοστέρινα, Ημερολόγιο 1936-41 εκδ. Θεμέλιο, 1978 Μετάφραση: Άλκη Ζέη
(γραμματόσημο: commons.wikimedia.org) Ακόμα: Νίνα Κοστέρινα, στα ΑυτοβιογραφικάΕτικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 3
09 Ιαν 2010
 Αποφάσισε να τα αφήσει να ξεχαστούν όλα, και να ξαναρχίσει τη ζωή του. Αλλά το καλοκαίρι του έφερε ένα γράμμα, χωρίς όνομα και διεύθυνση αποστολέα, αλλά με σφραγίδα του ταχυδρομείου του Σικάγο. Η Ντέμπορα του το έδωσε εκεί που έτρωγε το πρωινό του, δείχνοντας να μην έχει προσέξει τον γραφικό χαρακτήρα ή τη σφραγίδα, μαζί με ένα δέμα με φυλλάδια από έναν εκδοτικό οίκο που έβγαζε τη Βίβλο, τα οποία μοίραζαν οι δυο τους κάθε βδομάδα στην πόλη. Είχε κι εκείνη ένα γράμμα, από τη Φλόρενς, και αυτός ο νεωτερισμός τής είχε ίσως αποσπάσει την προσοχή. Το γράμμα της Έοτερ τελείωνε ως εξής: Εκείνο που πιστεύω είναι ότι έκανα ένα λάθος, αυτό είναι αλήθεια, και τώρα το πληρώνω. Αλλά μην νομίσεις ότι δεν θα το πληρώσεις κι εσύ — δεν ξέρω πότε και δεν ξέρω πώς, αλλά ξέρω ότι μια μέρα θα ταπεινωθείς. Δεν είμαι αγία σαν κι εσένα, αλλά ξέρω να ξεxωρίζω το καλό απ' το κακό.
Θα γεννήσω το παιδί μου και θα το μεγαλώσω να γίνει άντρας. Και δεν πρόκειται να του διαβάζω από καμιά Βίβλο και δεν πρόκειται να το πάω να ακούσει κανένα κήρυγμα. Ακόμα και να πίνει μονάxα παράνομο ουίσκι για όλη του τη ζωή, καλύτερος άνθρωπος θα γίνει από τον μπαμπά του.« Τι λέει η Φλόρενς;» ρώτησε νωθρά, τσαλακώνοντας το γράμμα μέσα στη γροθιά του. Η Ντέμπορα σήκωσε το κεφάλι της μ' ένα αχνό χαμόγελο. « Τίποτα σπουδαίο, καλέ μου. Αλλά μοιάζει σαν να πρόκειται να παντρευτεί». James Baldwin
Από τo βιβλίο Φώναξέ το στα βουνά εκδ. Μεταίχμιο, 2006Μετάφραση: Μαρία ΚονδύληΕτικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
03 Ιαν 2010
 Τ' άλογο χλιμίντρισε, τίναξε το γκέμι' μια καρδούλα τρέμει. Τ' άλογο ξεκίνησε, γύρισε την πλάτη, χάθηκε απ' το μάτι. Σε μιαν άκρη κάθεται παραπονεμένη: γράμμα περιμένει. Μια βδομάδα πέρασε, καλοκαίρι μπαίνει: πάντα περιμένει. Δυο βδομάδες πέρασαν, ο καιρός διαβαίνει, γράμμα δε λαβαίνει. Τρίτη, τώρα, ζύγωσε' γράμμα δε λαβαίνει: τι να του συμβαίνει! Δυο φορές στη Χάρη της, πάει και κάνει τάμα· δε λαβαίνει γράμμα. Πρώτος μήνας πέρασε δε λαβαίνει γράμμα' πνίγεται στο κλάμα. Πέρασε κι ο δεύτερος νότισε το xώμα· δε λαβαίνει ακόμα. Τελοσπάντων, μιαν αυγή, γίνεται το θάμα: έρxετ' ένα γράμμα! Ξενιτεύτηκε μακριά, πήγε για xρυσάφι· θα γυρίσει, γράφει. Αλωνάρης πέρασε, λείπει, πάντα, πέρα γράφει κάθε μέρα. Ήρθε το χινόπωρο, χάθηκαν τα κρίνα· γράφει κάθε μήνα. Ένας χρόνος πέρασε, φύσηξεν ο μπάτης ράβει τα προικιά της Πέρασε κι ο δεύτερος· ένα γράμμα μόνο γράφει κάθε χρόνο. Με σφιγμένη την καρδιά, κάθεται στο ράφι· θα γυρίσει, γράφει. ...Πέντε χρόνια πέρασαν, οι παλιοί γυρνάνε· θα 'ρθει όπου και να 'ναι. ...Δέκα χρόνια πέρασαν' τον τραβούν οι δρόμοι, δε γυρίζει ακόμη. Πλούτισε, δεν πλούτισε, σύναξε χρυσάφι; Τώρα πια δε γράφει... Το άνθος της υπομονής μέσα της φυτρώνει· έμαθε πια μόνη. ... Τριάντα χρόνια πέρασαν. Πώς περνούν τα χρόνια! Πλάκωσαν τα χιόνια. Στ' άχαρα μαλλάκια της, άπλωσε το χιόνι' γέρασε, κρυώνει. Με το μαντηλάκι της, σαν κυρούλα μοιάζει' τώρα, τι τη νοιάζει... ...Ξάφνου, εκεί που τέλειωνε τι καλά το πράμα, φτάνει κάποιο γράμμα! Γλέντησε, βαρέθηκε, γιόμισε xρυσάφι: θα γυρίσει, γράφει ...Κάθεται και σκέβεται: τώρα που 'χει ασπρίσει, τι και να γυρίσει; Από το βιβλίο Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα εκδ. Ζήτρος, 2001Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
27 Δεκ 2009
6An Important Letter 6 Ετικέτες ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ 3
21 Δεκ 2009
 Συνήθιζα να φοβάμαι καθετί, το σκοτάδι καί το σχέδιο στο χαλί, τη σιωπή καί τα ερεθιστικά ξεφωνητά τ' απογέματα με τους πλανόδιους πωλητές, τα γλέντια, τον γύρο της πόλης με το τραμ, τον εαυτό μου. Τώρα όλ' αυτά είναι φόβοι έμπιστοι, οικείοι. Όμως τελευταία προστέθηκε ένα πράγμα που φοβάμαι πάνω απ' όλα τ' άλλα και μπορεί να με καταστρέψει, το θάβω βέβαια κάτω απ' ένα φορτίο ομιλίας αλλά ξαναγυρίζει: Είναι το ατάραχο πρόσωπο της σπιτονοικοκυράς μου καθώς μπαίνει στο δωμάτιο ενός πρωινού με ατημέλητο φωτισμό και ξέρω πως θα μου πει: Ακόμα κανένα γράμμα για σας, δεσποινίς. Margaretha Vasalis Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης
Από την ανθολογία Συγκομιδή εκδ. Γνώση, 1988 Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
15 Δεκ 2009
 12.7.65 Φίλη κυρία Μελισσάνθη,
Εδώ και τριάντα χρόνια θυμάμαι με πόση ζέση μου μιλούσε για σας ο αλησμόνητος Σαραντάρης. Το ενδιαφέρον σας για τον ουρανό τον συγκινούσε ιδιαίτερα, ίσως γιατί και του ίδιου η ποίηση προτιμούσε από τα γήϊνα, τα ουράνια, ή μάλλον, για να είμαι ακριβέστερος, προτιμούσε να μη xωρίζει τα μεν από τα δε. θυμάμαι ακόμη με πόση περιφρόνηση είχε υποδεχτεί κάποιους αισθησιακούς στίχους μου. Ήταν απόλυτος o συμπαθέσταστος εκείνος άνθρωπος. Τώρα που ξαναδιαβάζω τα ποιήματα σας κι επικοινωνώ μαζί σας χάρη σε μερικές από τις βαθύτερες στιγμές της φωνής σας, νοιώθω πως η εκτίμησή του για σας ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Και μολονότι εγώ προσωπικά δεν έπαψα ποτέ να πιστεύω πως είμαι από χώμα, μερικά σας ποιήματα, ίσως επειδή δεν θα ήθελα να είμαι μόνο από χώμα, που ζητούν εναγώνια μια πατρίδα αιώνια, με συγκινούν.
Σας ευχαριστώ θερμά Με τιμή Τ. Μαλάνος Από την λέξη - τ.67, Σεπτέμβρης '87Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 3
09 Δεκ 2009
 Η Φουζάκο στο μεταξύ επέμεινε να μην επιτρέπει στον εαυτό της να φανταστεί την αγωνιώδη, εξαντλητική αναμονή που την περίμενε και κατατρώγοντας τον άντρα με το βλέμμα της πάσκιζε να εξακριβώσει την πληρότητα του δεσμού τους. Πόσο αυτάρκης αλήθεια έμοιαζε ο Ρουάγι, πόσο σίγουρος! Ήταν μια απόλυτα συγκεκριμένη παρουσία που δεν προσπαθούσε καν να ξεφύγει απ' τα όρια της . Η ίδια όμως θα προτιμούσε να είχε να κάνει με κάτι λιγότερο χειροπιαστό, πιο αόριστο και πιο ομιχλώδες. Εκείνο το φοβερό καράβι, συμπαγές σαν βράχος, ήταν δύσκολο να σβήσει από τη μνήμη. Το ίδιο και τα πυκνά φρύδια ή οι φαρδιοί ώμοι του άντρα. — Μην ξεχνάς να γράφεις — και κάθε φορά να βάζεις κι άλλα γραμματόσημα, είπε ο Νομπόρου παίζοντας με απόλυτη συνέπεια το ρόλο του. — Να λέγεται. Θα σας γράφω από κάθε λιμάνι που θα πιάνουμε. Να μου γράφεις όμως κι εσύ. Για τους ναυτικούς τίποτα δε μετράει όσο ένα γράμμα.Τους εξήγησε πως έπρεπε να γυρίσει στο καράβι για να βοηθήσει στις τελευταίες προετοιμασίες, κι αφού αποχαιρέτισε και τους δυο τους με ίδια θερμή χειραψία, ανέβηκε γρήγορα τη σανίδα που ένωνε το πλοίο με τη στεριά. Φτάνοντας στην κορυφή στάθηκε, γύρισε, τους κούνησε μια ακόμη φορά το xέρι και μετά xάθηκε. Yukio Mishima
Από τo βιβλίο Ο ναυτικός που αρνήθηκε τη θάλασσα εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1993Μετάφραση: Βαγγέλης Κατσάνης Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
03 Δεκ 2009
 Οι απελπισμένοι δε φοβούνται τα μεγάλα λόγια έτσι θα 'ρθει ό καιρός που θ' ανοίξω το παράθυρο και θα χαιρετήσω τα χαμένα καράβια «για ποιο ταξίδι ονειρευτό» όπως έλεγε νέος, σχεδόν παιδί, ένας φίλος μου ποιητής — α, ζήσαμε μεγάλα χρόνια, όμως πράγματα ασήμαντα μας πέθαναν κι αυτό το ωραίο όνειρο μας πήγε τόσο μακριά που δεν ξαναβρήκαμε το δρόμο με τα ρολόγια σταματημένα στη μοναδική ώρα: την ώρα που αργήσαμε κι ο ταχυδρόμος που κουράστηκε κι έριξε όλα τα γράμματα στον υπόνομο, ίσως εκεί να ήταν η απάντηση κι εγώ γιατί δε γυρίζω πίσω, ποιος με κρατάει σ' αυτήν την ηλικία γράφοντας μακροσκελή ποιήματα σαν παρατεταμένα σινιάλα στην υστεροφημία κι αν φοβάμαι τη νύxτα δεν είναι οι τύψεις ή τα φαντάσματα αλλά αυτή η απειλητική ευωδιά των ρόδων που ερημώνει τα προάστια — πρέπει να 'σαι προικισμένος για τη δυστυχία...
Από το βιβλίο Βιολέτες για μια εποχή εκδ. Κέδρος, 1985
(η πρωτότυπη φωτογραφία του Τάσου Λειβαδίτη είναι από το εξώφυλλο του αφιερωματικού τεύχους του Δέντρου, τ.171-172/φθινοπωρο 2009) Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
27 Νοε 2009
August Eduard Nikolaus Meyer6Two men and woman reading letter6 Ετικέτες ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ 3
21 Νοε 2009
 Σαν περάσουν τα χρόνια, σαν περάσουν Τα χρόνια κι ο αγέρας έχει ανοίξει ένα λάκκο Ανάμεσα στις ψυχές μας' σαν περάσουν τα χρόνια Κι εγώ δεν είμαι άλλο από ένας άνθρωπος που αγάπησε, Κάποιος που στάθηκε για μια στιγμή μπροστά στα χείλη σου, Ένας φτωxός άνθρωπος που κουράστηκε να περπατάει στους κήπους, Πού θα βρίσκεσαι εσύ; Πού θα βρίσκεσαι, ω κόρη των φιλιών μου! Nicanor Parra Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος
Από Τα εκατό ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της ισπανικής γλώσσας εκδ. Εκάτη, 2000
(η φωτογραφία του Νικάνορ Πάρα είναι από το ubiobio.cl) Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
15 Νοε 2009
 Τετάρτη βράδυ Μόνο λίγα λόγια βιαστικά, για τα εγκαίνια της καινούριας μου κατοικίας, βιαστικά γιατί στις δέκα έρχονται οι γονιοί μου από το Φράντσενσμπαντ και στις δώδεκα ο θείος μου απ' το Παρίσι και θέλουν κι οι δυο να πάω να τους παραλάβω' καινούρια κατοικία, γιατί μετακόμισα στο άδειο σπίτι της αδερφής μου, που 'χει πάει στο Μαρίενμπαντ, για να κάνω χώρο στο θείο μου. Αδειανό και μεγάλο σπίτι, ωραίο είναι αυτό, μα ο δρόμος έχει πιο πολύ θόρυβο, δεν μπορώ ωστόσο να παραπονεθώ, η αλλαγή δεν είναι καθόλου κακή. Και θα πρέπει να σου γράψω, Μίλενα, γιατί απ' τα τελευταία μου παραπονιάρικα γράμματα (το χειρότερο το 'σκισα σήμερα το μεσημεράκι από ντροπή' σκέφτομαι πως δεν έχω πάρει ακόμα νέα σου, μα είναι τόσο ανόητο να παραπονιέμαι για το ταχυδρομείο, τι σχέση έχω εγώ με το ταχυδρομείο) θα μπορούσες να πιστέψεις ότι δε σου έχω εμπιστοσύνη, ότι φοβάμαι μη σε χάσω, όχι, δεν είναι που δε σου 'χω εμπιστοσύνη. Θα μπορούσες να είσαι για μένα ό,τι είσαι τώρα αν δεν σου 'χα εμπιστοσύνη; Αυτό που προκαλεί τούτη την εντύπωση είναι η σύντομη σωματική επαφή κι ο απότομος σωματικός xωρισμός (Γιατί ειδικά την Κυριακή; Γιατί ειδικά στις εφτά η ώρα; Γιατί όλα;), όλα αυτά μου θολώνουν λιγάκι το μυαλό. Συγχώρα με! Και δέξου τούτη τη βραδιά, για καληνύxτα, μαζί μ' όλα αυτά, όλα όσα είμαι κι όλα όσα έχω κι όλα όσα είναι τρισευτυxισμένα για ν' αναπαυτούν μέσα σου. ΦΜετάφραση: Β. Τομανάς
Από το βιβλίο Γράμματα στη Μίλενα εκδ. Τζιαμπίρης, Πυραμίδα, 1997
[η εικόνα είναι από εξώφυλλο βιβλίου τουρκικής έκδοσης των επιστολών (turkkitap.de)]
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 3
09 Νοε 2009
 Αγαπημένη μου μαμά, Σου γράφω γιατί αισθάνομαι πολύ μπλοκαρισμένος πάλι... Μάλιστα έχω την εντύπωση πως είμαι πολύ μπλοκαρισμένος τα τελευταία είκοσι χρόνια... Μαμά νομίζω πως αυτά τα χρόνια τα έχασα κάπου. Για να σου εξηγήσω καλύτερα μου θυμίζει εκείνη την ιστορία με το εικοσάρικο... πρέπει να ήταν γύρω στο 1960 που πρωτοβγήκαν τα μεταλλικά εικοσάρικα —θυμάσαι— κι ο μπαμπάς έφερε ένα εικοσάρικο στο σπίτι και μας το έδειξε κι εγώ ο ηλίθιος μόλις ο μπαμπάς έπεσε για ύπνο το βούτηξα μέσα απ' το μικρό του το τσεπάκι και την άλλη μέρα το μεσημέρι που γύρισε ο μπαμπάς — μετά το φαγητό— είπε κοιτάζοντας το πιάτο με τις φακές του, κάπου έχασα το εικοσάρικο που σας έδειξα χτες... και συ είπες, αποκλείεται... κάπου θα το έδωσες και δεν θυμάσαι Τζίμη... κι αυτός είπε δυο-τρεις φορές χωρίς να σε κοιτάζει, χωρίς να με κοιτάζει, το εικοσάρικο χάθηκε εδώ μέσα στο σπίτι!... κι εγώ είχα γίνει λιώμα μ' αυτό που είπε κοιτάζοντας τις φακές του... Βέβαια το ίδιο βράδυ τόβαλα πάλι στο τσεπάκι του, έκλαψα κι όλας θυμάμαι στο κρεβάτι μου αφού είχα γίνει ο κλέφτης του μπαμπά... Μαμά, έτσι ακριβώς αισθάνομαι με τα χρόνια. Νομίζω πως τα έχασα κάπου τριγύρω μου και δεν μπορώ να κοιμηθώ, λες και τα έκλεψα εγώ απ' τον εαυτό μου... [....] Μαμά θέλω να σου γράψω δυο λόγια για τα μαθήματα που κάνω στη σχολή. Έχω κάπου εξήντα μαθητές σε τρία τμήματα. Στη σχολή λένε πως είμαι ο καλύτερος καθηγητής αν και δεν ακολουθώ κανένα οδηγό διδασκαλίας, παρά τους λέω τα δικά μου πράγματα. Τα παιδιά ξέρεις θαυμάζουν τον δάσκαλο τους αν τους μιλάει στη γλώσσα τους κι εγώ έτσι τους μιλάω και τους λέω πως είναι ξοφλημένοι αν δεν μπουν στο Σύστημα αλλά παράλληλα τους βρίσκω διάφορους τρόπους να είναι μέσα στο Σύστημα και να μην είναι! Αυτό τους ενθουσιάζει πολύ! τώρα που να σου εξηγήσω ρε μαμά τι σημαίνει Σύστημα;.. είναι σαν να σε βρίζω και συ να μου λες στο τηλέφωνο., καλά-καλά παιδάκι μου αλλά να προσέχεις και να φοράς φανέλα από μέσα!. έτσι δηλαδή η αιώνια προστασία, κατάλαβες; [....] Μαμά προχτές σε είδα στον ύπνο μου και χάρηκα πολύ. Φορούσες ένα μπεζ ταγιέρ με μεγάλα πέτα, κάτι καφετιές γόβες και τσάντα ασορτί, καδράκι του εξήντα ήσουν, μόλις λέει, είχε σχολάσει η εκκλησία κι έμπαινες σπίτι... Λιάκο! Λιακούλη, φώναξες απ' την πόρτα κι εγώ έτρεxα σφήνα στον καμπινέ να σβήσω το τσιγάρο... Μαμά θα κλείσω τώρα και θα σου γράψω άλλη φορά γιατί είμαι κουρασμένος. Τον μπαμπά και τα μάτια σου. Μαμά στο προηγούμενο γράμμα σ' είχα πικράνει για τον Άγιο Φανούριο και τις πίτες που κάνεις. Εντάξει, μη παίρνεις στα σοβαρά όσα σου γράφω. Πάντως στο λέω πως ο Άγιος Φανούρης σου δεν κάνει τίποτα... Σ' αγαπώ ο Λιάκος σου Από το περιοδικό ΓΙΑΤΙ - τ. 179, Μάιος 1990 εκδότης: Βασίλης Β. Τζανακάρης Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
03 Νοε 2009
 Η λέξη τρομοκρατεί. Τρομοκρατεί η επιταγή. Μα σαν xρησιμοποιήσεις τη μία ή την άλλη, όπως οι φτηνιάρηδες ω πόλη αθάνατη, πόλη ριζωμένη μην τις αφήσεις να σε κάνουν σαν το έθνος μιλάω σε όποιον από σας, όχι σε όλους σας, σε καμία ομάδα, όχι σε σας σαν πολίτες όπως θα έπρεπε οι δικοί μου εκ της Τύρου. Η πόλη τώρα είναι ολίγοι, είναι μία συνοxή μήτε καν ακόμη νέα (το νησί αυτής της πόλης είναι τώρα ποιανών η ενδοxώρα; ποιος μπορεί να πει ποιοι είναι οι πολίτες; Ένας άντρας μονάxα ή μια κοπέλα που ακούνε μια λέξη και η λέξη αυτή δεν ήταν τίποτα να σημαίνει τουλάxιστον κάτι περισσότερο απ' αυτό που σημαίνει (διόλου για να πουλήσει κάτι σε οποιονδήποτε, σε κάποιο μέρος να τους κρατήσει, ούτε καν σ' αυτόν τον σπάνιο τόπο. Charles Olson Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Από την Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα εκδ. Ηριδανός, 2007
(η φωτογραφία του Τσαρλς Όλσον είναι από το wpi.edu) Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
27 Οκτ 2009
6Portrait of the Artist Seraphima Blonskaya - The Letter6 Ετικέτες ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ 3
22 Οκτ 2009
 Τα γράμματά μου! όλο χαρτί... νεκρό, βουβό κι' άσπρο χαρτί κ' ωστόσο μοιάζουν ζωντανά, θαρρείς κι' ανατριχιάζουν Στα χέρια μου που τρέμουν όπως λύνουν την κλωστή Και στην ποδιά μου απόψε τα σωριάζουν. Έλεγε αυτό... θέλει μαζί μου μια φορά να γνωριστεί Σα φίλος' μιαν ανοιξιάτικη ημέρα τ' άλλο ορίζει Να 'ρθεί το χέρι μου ν' αγγίσει' τόσο απλό... γιατί Μ' έκανε κι' έκλαψα; Κι' αυτό... χαρτί ελαφρό... κι' αρχίζει: "Καλή μου σ' αγαπώ..." κ' εγώ γερτή λιγοθυμούσα Σα νά 'ριχνε η θεϊκιά βουλή φωτιά στα περασμένα. Έλεγε τούτο: "Είμαι δικός σου" --- γράμματα σβησμένα Τι στην καρδιά που κόντευε να σπάσει τ' ακουμπούσα. Και τούτο... Αγάπη θα 'τανε τα λόγια σου χαμένα Αν ό,τι μου έλεγες εδώ, να ξαναπώ μπορούσα. Elizabeth Barrett Browning Μετάφραση: Λίνα Βλάχου
Από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως του Κλέωνος Β. Παράσχου Το ποίημα δημοσιεύθηκε στην Νέα Εστία / 1.8.1946 εκδ. Παρουσία, 1999 Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
16 Οκτ 2009
 (φθινόπωρο 1916) Στην Επιτροπή του Ταμείου Λογοτεχνών.
Υπηρετώντας στο στρατό και μην έχοντας τη δυνατότητα να γράφω και να δημοσιεύω στίχους μου, παρακαλώ θερμά το Ταμείο των λογοτεχνών να μου δανείσει εκατόν πενήντα ρούβλια, γιατί φορώντας παλιές καί τρύπιες στρατιωτικές μπότες μουσκεύω τα πόδια μου και συχνά μη μπορώντας να φάω το ακατάλληλο φαγητό πεινάω και γυρίζω σαν κουρελής, ενώ η Διοίκηση διατάζει: περπάτα πιο καθαρός και άλλαζε πουκάμισο στην εκκλησία, παίρνοντάς το απ' όπου θέλεις.
Αλλά για να πάρεις μόνο πουκάμισο και σαλβάρια χωρίς μπότες πρέπει να δώσεις 50 ρούβλια και για τις μπότες άλλα τόσα. Σεργκέη Γεσένιν Τσάρσκογιε Σελό-Λόχος Φεντόροφ Πρόχειρο νοσοκομείο Νο 17 Sergei Alexandrovich Yesenin
Από τo βιβλίο Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα εκδ. Κέδρος, 2000 Απόδοση Γιάννη Ρίτσου σε μετάφραση: Κατίνας Ζορμπαλά
(η φωτογραφία είναι από το rightwords.eu)
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 3
08 Οκτ 2009
 Τότε εκείνος τόλμησε να πάει στο ξενοδοχείο όπου έβαλε την καμαριέρα να χτυπήσει την πόρτα και να ρωτήσει την δεσποινίδα Ίντα αν θα ήθελε να φάει μαζί του στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου το μεσημέρι. Αλλλά η δεσποινίς Ίντα αναγκάστηκε να του απαντήσει ότι η αδελφή της δεν αισθανόταν καλά και αδυνατούσε να την αφήσει μόνη.
Δυστυχισμένη, άκουσε την απάντησή της να μοιάζει με πρόφαση, μια αδιάφορη, υπολογιστική πρόφαση, απ' αυτές που δίνει κανείς σ' έναν καλό άνθρωπο που τον βρίσκει φοβερά ανιαρό και λίγο ενοχλητικό. Εκείνο το απόγευμα αρνήθηκε να διαβάσει στην αδελφή της και καθόταν άκαμπτη στην πολυθρόνα, χτυπώντας ενοχλητικά τα δάχτυλα της στο χερούλι. Μισούσε την Κοπεγχάγη και αναρωτιότανε τι γύρευε εκεί.
— Τι θέλαμε και ήρθαμε εδώ; είπε γκρινιάρικα στην αδελφή της που έκανε πως κρατούσε με κόπο την εφημερίδα που διάβαζε. Να που αρρώστησες, συμπλήρωσε με κάπως πιο μαλακό ύφος. — Αχ, αγαπητό μου παιδί, μήπως και στο σπίτι δεν θα μπορούσα ν' αρρωστήσω; είπε η μεγάλη αδελφή. Πού να ξέρει κανείς ποτέ με την καρδιά; Είναι τόσο άστατη!
Τότε, της έγραψε ένα γράμμα:
«Αγαπητή δεσποινίς Ίντα! Παίρνω το θάρρος να σας γράψω, όπως ο μελλοθάνατος τολμάει να κάνει οτιδήποτε. Δεν έχω πια τίποτα να χάσω, αφού έχασα τον εαυτό μου με σας, αλλά υπάρχει ίσως ελπίς να κερδίσω κάτι; Πέστε μου αν είναι πραγματική σας επιθυμία να μην ξανασυναντηθούμε ποτέ εμείς οι δύο και δεν θα σας ξαναενοχλήσω. Δεν θα περάσω καν από το ξενοδοχείο για να ρωτήσω αν μένετε ακόμα εκεί. Μα ναι, θα με καταπιεί η γη. Αλλά αν είναι πρόθεσή σας να μου χαρίσετε για μια ακόμα φορά, έστω και για λίγο, την τόσο ευχάριστη παρέα σας, θα περιμένω αυτή τη στιγμή μια αιωνιότητα — κι ακόμα πιο πολύ!»
Τα χέρια της Ίντας τρεμούλιασαν και της έπεσε το γράμμα. Η Έλνα, παρά την αδυναμία της, το βούτηξε με μια γρήγορη κίνηση σαν του γλάρου που αρπάζει τ' απορρίματα του καραβιού.
—Ώστε έτσι ε; είπε απειλητικά. Προικοθήρας είναι Ίντα, προικοθήρας. Έκανε μια γκριμάτσα γεμάτη κακία, αλλά η Ίντα νόμισε πως είναι απ' τον πόνο.
Margareta Ekström
Από την ανθολογία 17 φωνές από την Σουηδία εκδ. Τεκμήριο, 1979 Μετάφραση: Νίκη Κώνστα - Ανθολόγηση: Ίβαρ 'Εμαν Ετικέτες ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 2
02 Οκτ 2009
 Είμαι κουρασμένη, Λατρεία μου, τρίβοντας την καρδιά μου Στον πόθο μου για σένα' Στείβοντάς την σε μικρές σταγόνες μελάνι Και ταχυδρομώντας την. Και ζεματίζομαι εδώ μόνη, κάτω απ' τη φωτιά Του ολόγεμου φεγγαριού.
Amy Lowell (συλλογή: Ποιήματα για την Άντα Ράσελ)
Από την Ανθολογία Συνυπάρξεις εκδ. Πρόσπερος, 1982 Ανθολόγηση και μετάφραση: Tάσος Κόρφης Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
26 Σεπ 2009
6The Broken Engagement6 Ετικέτες ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ 3
21 Σεπ 2009
 Κρατούσα το γράμμα της κλειστό σε σημείο απρόσιτο μυστικό Η υποψία αρώματος που ανάδιδε με τρέλαινε Τα βράδια η ανάσα του έκλεβε τη δική μου Διχασμένος στην προοπτική της αποκάλυψης ή μιας επώδυνης προσμονής άφηνα τις μέρες να περνούν Η σφραγισμένη επιστολή ένοχη ερωμένη ερέθιζε τη σκέψη στροβίλιζε τις πιo σκοτεινές επιθυμίες Η αίσθηση της άδικης συνύπαρξης του ονειρικού με το γήινο Και ο τρόμος μιας αιφνίδιας απώλειας ή της απόδρασης των λέξεων με έκανε ακραία να σκέφτομαι αν θα ζούσα την επόμενη μέρα για να τη διαβάσω Απρόσμενα μια νύχτα τα αρσενικά φωνήεντα ανάβουν το εσώτατο φως και ο φάκελος γίνεται διάφανος Έκπληκτος θαυμάζεις τους γυμνούς ώμους των θηλυκών λέξεων την επιτηδευμένη αθωότητα απόρριψης του τελευταίου ενδύματος Οι γραμμές καμπυλώνουν Ο πόθος σαλπίζει το εγερτήριο των αισθήσεων Εξαίσια σώματα Η ερωτική συνεύρεση των λέξεων Μια νυχτερινή παραβολή που ερμηνεύεται μόνο από την αμαρτία σε μεταμορφώνει σε μέγα ηδονοβλεψία των διφορούμενων νοημάτων Ας συγχωρεθεί η θωπεία μιας τέτοιας επιστολής Υπαίτιος όμως είναι ο αποστολέας που παγιδεύει την αφή και αφήνει τις λέξεις μόνο με τη μαύρη δαντέλλα της επιθυμίας που ξετυλίγεται και κυματίζει αθέλητος νικητής μιας συνουσίας ανάγνωσης. Από το βιβλίο Λυσίπονον εκδ: περί τεχνών, 2008Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 3
|
|