<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/platform.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar/88644137678078798?origin\x3dhttp://allilografia.blogspot.com', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

γράμμα σε χαρτί

"Στην τσέπη του παλτού σου παλιό σουσάμι, φλούδα φυστικιών και το τσαλακωμένο γράμμα μου." - Γιάννης Βαρβέρης
 

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου: Γράμμα στο Τζίρι

14 Απρ 2009


Τζίρι, καθώς γυρίζω μόνος στα λιμάνια στη
θάλασσα ή στην έρημο χρόνια μετά σύνορα
αφύλαχτα, χείλη μισάνοιχτα κι αρρώστια βλέπω
πως πάω αντίθετα στο ρεύμα, στις πηγές της
δυστυχίας θέλοντας να πιω ξανά

Τζίρι, πηγαίνω αντίθετα στο ρεύμα τόση
συσσωρευμένη πείρα για το τίποτε βρέθηκαν
άλλοι, μας ξέχασαν, μας διαγράψανε σκέφτομαι
πόσο στην πατρίδα σου θά με ζητάς

Η μελανίνη πότισε και το δικό μου δέρμα
πέρασε μες στο αίμα, με πονά όλα μού είναι
αδιάφορα και ξένα τώρα που η ζωή μου
κόπηκε στα δυο

(συλλογή: Νοσοκομείο εκστρατείας)


Από το βιβλίο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύσκολος θάνατος
εκδ. Νεφέλη, 2007

Ετικέτες ,

Τάσος Λειβαδίτης: Το γράμμα του επισκέπτη

30 Μαρ 2009


Έφυγε ξαφνικά μια μέρα του φθινοπώρου, πάνω στο τραπέζι είχε αφήσει ένα γράμμα, «μη με διώξεις» έγραφε, και μιλούσε για ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τα φώτα ήταν όλα αναμμένα στο σπίτι για να μην καταλάβω πως, ίσως, δεν είχε έρθει ποτέ, ενώ πλάι στο γράμμα είχε ακουμπήσει το μυστήριο του θανάτου του, που οι αράχνες το 'χαν κιόλας σκεπάσει, «πώς με βρήκες, μου λέει, εγώ δεν υπήρξα», «γι' αυτό» του λέω, κι ήταν σαν να 'χαμε γεννηθεί και μεγαλώσει σ' ένα αμάξι, που έτρεχε μες στο ανατρίχιασμα των δρόμων,

μα ούτε και μπορούσα να παλέψω μ' αυτήν την πρόσοψη του σπιτιού, που οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ' το αίμα μου, μες στο σκοτάδι της νύχτας.

-συλλογή: Απ' το ημερολόγιο ενός υπηρέτη-

Από το βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση (τόμος δεύτερος)
εκδ. Κέδρος, 1987


(η προσωπογραφία του Τάσου Λειβαδίτη, φιλοτεχνημένη από την κόρη του
Βάσω Λειβαδίτη-Χαλά, είναι από το βιβλίο)

Ετικέτες

Πιερ Πάολο Παζολίνι: Γράμμα προς το παιδί απ' την Κοτινιόλα

22 Μαρ 2009


Γλυκό μου αγόρι, ναι, σίγουρα να συναντηθούμε
όμως τίποτε μην περιμένεις απ' τη συνάντηση αυτή.
Αν κάτι περιμένεις - μια νέα αυταπάτη, μια νέα
ματαιότητα!
όπως η θλίψη. Στα σαράντα είμαι σαν δεκαεφτάρης.
Απογοητευμένοι ο σαραντάρης κι ο δεκαεφτάρης
μπορούνε σίγουρα να συναντηθούν, ψελλίζοντας
κοινές ιδέες για προβλήματα - και μεταξύ τους
αυτά που ανοίγουν οι δύο δεκαετίες, ολάκερη ζωή
και που μόνο εξωτερικά είναι τα ίδια.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Είμαι τσιγκούνης, κι αυτά τα λόγια που κρατώ
τα σφιχτοκρατώ απάνω στην καρδιά μου.
Και την απόσταση απ' τα μάγουλα μέχρι το πηγούνι
το παραμορφωμένο στόμα απ' τα χαμόγελα
της δειλίας, και το μάτι που πια
γλυκύτητα δεν έχει, σαν ξυνισμένο σύκο
θα τα 'δες' το πραγματικό πορτρέτο ετούτης της
νεότητας
που σε πληγώνει, μια όχι αδελφική νεότητα.
Τι μπορεί να σ' ωφελήσει ένας άνθρωπος τέτοιας
ηλικίας;
Απλά λυπημένος μέσα στην ισχνότητα που καταπίνει τη
σάρκα του. Ό,τι έδωσε, το 'δωσε, τα άλλα είναι περιττός
σεβασμός.


Από την ανθολογία Παζολίνι, Ουνγκαρέττι, Κουαζίμοντο
Επιλογή & μετάφραση: Στέλιος Κάτσικας
εκδ. Αιγόκερως, 2000



Ετικέτες ,

Ερτζουμέντ Μπεχζάτ: Γράμμα

7 Μαρ 2009


Ανταμώσαμε χτες
Απ' την τσέπη μου
Έβγαζα ένα ποίημα πούχα γράψει για σένα
Να στο διαβάσω

Όταν με ρώτησες τι είν' αυτό
Τίποτα σου είπα, κάποιου φίλου η διεύθυνση
Ψάχνω το σπίτι του.

Ercümend Behzad


Από την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης
εκδ. αλφειός, 1981
Μετάφραση: Έρμος Αργαίος

Ετικέτες

Άννα Αχμάτοβα: Γράμμα δεν πήρα σήμερα κανένα

25 Φεβ 2009


Γράμμα δεν πήρα σήμερα κανένα:
Θα ξέχασε, ίσως, ή έφυγε μακριά'
Με τρίλια η άνοιξη αργυρογελά,
Τα καράβια λικνίζονται ορμισμένα.
Γράμμα δεν πήρα σήμερα κανένα...

Ήταν μαζί μου πριν λίγο καιρό,
Ερωτευμένος, τρυφερός, δικός μου.
Μα ήταν λευκός χειμώνας, τώρα εντός μου
Φαρμάκι γίνεται η άνοιξη πικρό.
Ήταν μαζί μου πριν λίγον καιρό...

Δοξάρι ακούω να πάλλεται: με τόσο
Άλγος θανάτου που χτυπά, χτυπά,
Με ραγισμένη τρέμω την καρδιά
Τις τρυφερές γραμμές μη δεν τελειώσω...

Anna Akhmatova
(Анна Андреевна Ахматова)

[από τη συλλογή Βράδυ]


Από το Εντευκτήριο - τ.75, Δεκ.2006
Μετάφραση: Απόστολος Καρούλιας
Απόδοση: Κάρολος Τσίζεκ

Ετικέτες

Δ. Ι. Αντωνίου: XIX - Γράμμα

10 Φεβ 2009


Όταν θελήσεις, έχοντας πια την πείρα της αποτυχίας σου
τότε μπορείς να πεις υπεύθυνα το Όχι,
-αυτό το δώρο που λογαριάζει, έχοντας λογαριαστεί πρώτα

με την Τύχη και την Ατυχία σώμα με σώμα, κι όπως λέω:
πιθαμή προς πιθαμή, έστω! τότε μπορείς να με ζητήσεις
εμένα που έχω πει: «μια γαλήνη πικρή και μια ευχή θυσίας κερδισμένη
μπροστά στον κάμπο που απλώνεται χιονισμένος από μυγδαλιές...»-
Εκεί λοιπόν, μπροστά σ' ένα τέτοιο κάμπο που μπορεί να μην έχει πια άνθινο χιόνι
θα μιλήσουμε για το τί κάναμε από τότε, τότε
που σε αντιπαράθεση έταξα το θώρακα μου στο θώρακά σου
κι απ' αυτή τη σύγκρουση βγήκε πιο βαθύς ο ανθρώπινος ήχος της καρδιάς μας•
οι αρματωσιές μας συγκρούστηκαν από του μυαλού μας τις δολοπλοκίες
μα η καρδιά μας είταν βαριά από τον ανθρωπινό της δρόμο.
Έτσι τώρα σου γράφω πια, περιμένοντας
και μη περιμένοντας, όσο φτηνός και να 'ταν ο αγώνας,
πως θα 'ρθεις!..

Κι όλα αυτά που τα 'χουν ξεπεράσει οι αισθήσεις μου:
ζωές των ανθών και χλωμιάσματα, με κάποιον απάνθρωπο τρόπο
εγώ που είπα: «Τα λιμάνια που περισσότερο υπάρχουν καταμεσίς στη θάλασσα....»
που είπα: «Τα χέρια σου πρέπει να 'ναι λιγότερο ανθρώπινα...»
Σ' τα χαρίζω για μια καινούργια άγνοια, για μια καινούργια
νεότητα που δεν μπορεί να ξανάρθει πια.

-συλλογή: Ποιήματα - 1939-


Από το βιβλίο Δ.Ι. Αντωνίου, Ποιήματα - εκδ. Ερμής, 1998


(η φωτογραφία του Δ.Ι.Αντωνίου είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου)

Ετικέτες ,

Ρέα Γαλανάκη: Τα γράμματα

21 Ιαν 2009


Κάποτε γράφουν γράμματα γιατί γνωρίζουν
ότι αυτές θα είναι οι τελευταίες που αγαπήσαν
τον ήχο μιας σελίδας καθώς ξεδιπλώνεται
τον ήπιο τρόπο των χεριών που την αγγίζουν
το ίδιο φως απ' το παράθυρο

τη σύμβαση των τυπικών εκφράσεων
την έλλειψη μιας μονολεκτικής απάντησης
την πιθανότητα να ξαναδιαβαστούν σ' άγνωστο χρόνο
την προοπτική τους να γεράσουν με τον παραλήπτη
τη διαιώνιση της διαδρομής από τη μνήμη στην επιθυμία

τη μοναξιά περίπλοκων υπογραφών
τον κίνδυνο όσων αποσιωπήθηκαν
την τρέλα που ενεδρεύει πίσω απ' το μελάνι.

Ένα φλιτζάνι γάλα
κουμπωμένο το παλτό
κι ένα φιλί.
Τα συνοδεύουν ως την πόρτα του ταχυδρομείου.

-συλλογή: Οι τρυφερές-


Από το βιβλίο Ρέα Γαλανάκη, Ποιήματα - εκδ. Καστανιώτη, 2008

Ετικέτες

Κώστας Καρυωτάκης: Τα γράμματά σου

3 Ιαν 2009


Τα γράμματά σου τα' χω, Αγάπη πρώτη
σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.
Τα γράμματά σου πνέουνέ σου τη νιότη
κι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.

Τα γράμματά σου, πόσα μου μιλούνε
με τις στραβές γραμμές και τα λαθάκια!
Τρέμουν, γελάνε, κλαίνε, ανιστορούνε
παιχνίδισμα τη ζούλια και την κάκια...

Το μύρο στους φακέλους που είχες ραντίσει
του Καιρού δεν το σβήσανε τα χνότα.
Παρόμοια ας ήταν να μην είχε σβήσει
η απονιά σου τα ονείρατα τα πρώτα!

Τα γράμματά σου πάνε, Αγάπη μόνη
βάρκες λευκές, τη σκέψη μου εκεί κάτου.
Τα γράμματά σου τάφοι' δεν τελειώνει
απάνω τους η λέξη του θανάτου.


Τα γράμματά σου με την Σαβίνα Γιαννάτου.
(cd: καρυωτάκης, 13 τραγούδια της Λένας Πλάτωνος)

Ετικέτες

Marceline Desbordes-Valmore: Μην γράφεις

13 Δεκ 2008


Μην γράφεις πια. Είμαι άρρωστη και να πεθάνω θέλω.
Χωρίς εσέ, μάταιο και ανούσιο είναι το θέρος τούτο.
Στο στήθος μου τα χέρια μου επάνω τα έχω κλείσει,
που να σε σφίξουν δεν μπορούν. Νεκρής είναι τα χέρια.
Μην γράφεις πια.

Μην γράφεις πια. Πνίγομαι, απ' ώρα σε ώρα, σβήνω.
Αν σ' αγαπούσα, ρώτα το θεό, σκληρέ, άστοργε εραστή μου.
Αν με λατρεύεις -αφού σιωπάς- τι νόημα, επιτέλους, έχει,
είναι σαν ν' ακούς τους ουρανούς, χωρίς να τους γνωρίζεις.
Μην γράφεις πια.

Μην γράφεις πια. Φοβάμαι κι αυτή τη μνήμη μου ακόμη,
που τη φωνή σου φύλαξε. Θαρρώ πως με καλεί, πως με φωνάζει.
Μην δείχνεις το νερό σ' αυτόν που δεν μπορεί να πίνει,
μια αγαπημένη επιστολή, αντίτυπο είναι μιας εικόνας.
Μην γράφεις πια.

Μην γράφεις πια. Δεν ημπορώ να υποφέρω αυτά τα λόγια
ανασαλεύουν, ναι, αναταράζουν την ψυχή μου.
Πιστεύω πως ανάμεσα στο ωραίο χαμόγελό σου λαμπυρίζουν
κι αποτυπώνονται, μ' ένα φιλί, στο βάθος της καρδιάς μου.
Μην γράφεις πια.


Από την ανθολογία Τα ερωτικά των Γάλλων κλασικών ποιητών
σε απόδοση Βασιλείου Ι. Λαζανά

Εκδόσεις Ενάλιος, 1997

(πρωτότυπη εικόνα: colby.edu)

Ετικέτες

Nicanor Parra: Γράμματα του ποιητή που κοιμάται σε μία καρέκλα

22 Νοε 2008


Ι
Λέω τα πράγματα όπως είναι
Ή ξέρουμε τα πάντα από πριν
Ή τίποτε ποτέ μας δεν θα ξέρουμε.

Το μόνο που μας επιτρέπεται
Είναι να μάθουμε σωστά να μιλάμε.

ΙΙ
Όλη τη νύχτα ονειρεύομαι γυναίκες
Κάποιες με κοροϊδεύουν απροκάλυπτα
Άλλες, μου δίνουνε του κουνελιού το χτύπημα.
Δεν με αφήνουν σε ησυχία.
Βρίσκονται αδιάκοπα σε πόλεμο μαζί μου.

Ξυπνώ σαν κεραυνόπληκτος.

Εξ ου και συμπεραίνεται ότ' είμαι παλαβός
Ή τουλάχιστον νεκρός από τον φόβο μου.

V
Οι νέοι
Γράφουν ό,τι θέλουν
Στο ύφος που τους φαίνεται καλύτερο
Πάρα πολύ κύλησε αίμα κάτω απ' τις γέφυρες
Για να εμμένουμε στην πίστη -έτσι πιστεύω-
Πως μία μόνον είναι η σωστή οδός:
Στην ποίηση τα πάντα επιτρέπονται.

VII
Είναι αρκετά σαφές
Πως δεν υπάρχουν στη σελήνη κάτοικοι

Πως οι καρέκλες είναι τραπέζια
Πως οι πεταλούδες είναι άνθη σε αέναη κίνηση
Πως η αλήθεια είν' ένα λάθος συλλογικό

Πως το πνεύμα πεθαίνει μαζί με το κορμί

Είναι αρκετά σαφές
Πως οι ρυτίδες δεν είναι ουλές.

ΧΙ
Από τα νέφη καταιγίδας του προγεύματος
Στις βροντές της ώρας του γεύματος
Κι από 'κει στις αστραπές του δείπνου.

ΧΙΙΙ
Καθήκον του ποιητή
Είναι να υπερνικήσει τη λευκή σελίδα
Αμφιβάλλω αν αυτό είναι δυνατό.

XV
Για τελευταία φορά το ξαναλέω
Οι προνύμφες είναι θεές
Οι πεταλούδες είναι άνθη σε αέναη κίνηση
Χαλασμένα δόντια
δόντια που θρύβουν
Στην εποχή ανήκω του βωβού σινεμά.

Το γαμήσι είναι πράξη λογοτεχνική.

XVII
Αναλύοντας αποποείσαι τον εαυτό σου
Μόνο κυκλικά μπορεί κανείς να διαλογιστεί
Βλέπει κανείς μόνον αυτό που επιθυμεί να δει
Μια γέννηση δεν επιλύει τίποτε
Αναγνωρίζω ότι τρέχουνε τα δάκρυά μου.
Μια γέννηση δεν επιλύει τίποτε
Μόνον ο θάνατος λέει την αλήθεια
Ακόμη και η ποίηση δεν πείθει.
Διδασκόμεθα ότι ο χώρος δεν υπάρχει
Διδασκόμεθα ότι ο χρόνος δεν υπάρχει
Όπως και να 'χει όμως το πράγμα
Το γήρας είναι τετελεσμένο γεγονός.

Ας λέει η επιστήμη ό,τι θέλει.

Μου φέρνει ύπνο η ανάγνωση των ποιημάτων μου
Κι ωστόσο έχουνε γραφτεί με αίμα.


Από το 29ο τεύχος της Ποίησης
Νικάνορ Πάρρα,
Ποιήματα επείγουσας ανάγκης - μία επιλογή -
Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης

Ετικέτες

Άγγελος Σικελιανός: Γράμμα από το μέτωπο

28 Οκτ 2008


« Σου γράφω... Κι όμως τόση είν’ η σιγή που με κυκλώνει,
που, λέω, αν άντεχα τα χείλη θ’ άκουες τη φωνή μου...

Εχτές ακόμα όλο βροντούσε το κανόνι,
σα να βρουχιούταν γύρω-γύρω στις κορφές λιοντάρια
σ’ άγρια σφαγή κι απάνωθέ μας οι ατσαλένιοι
γυρνούσαν γυπαητοί, γυρνούσανε ολοένα,
τον ίσκιο ρίχνοντας του Χάρου και το Χάρο
στα νύχια τους κρατώντας...
Αλλ’ απ’ όλα
είναι τρανότερη η σιγή π’ ακολουθάει
κατόπι από τη μάχη σα βαθιά μας
το μεσότοιχο της ζωής και του θανάτου
γκρεμίζεται κι ολόγυμνη η ψυχή μας,
θωρώντας ζωντανούς και πεθαμένους
να τους τυλίγη γύρα ένα σουδάρι
μονάχα, το σουδάρι του χιονιού, δεν απαντέχει
σαν άλλοτε ένα ξύπνημα, μα κάποιαν
ανάσταση από σάλπισμα μεγάλο –
μια ανάσταση σε ορίζοντες που πρώτα
ξυπνώντας δεν τους ζούσαμε...
Και μήπως
Θαρρείς που εδώ ψηλά κρατούμε αχνάρια
φτωχά του χρόνου, ή γνοιαστήκαμε η ψυχή μας
αν θενα λυώσουν κάποτε τα χιόνια
αν είναι να γυρίσουν στην ίδια
που ξέρουμε Άνοιξη...
Από τόνα στ’ άλλο
που παίρνουμε ύψωμα ο εχθρός κυλιέται
στα βάραθρα, μα τώρα έχουμε φτάσει
σε μια κορφή που λέω πως αγναντεύει
τα μέλλοντα... Τι αλήθεια, τα κανόνια,
είτ’ εχθρικά ’ναι είτε δικά μας, κάθε μέρα
γκρεμίζουν τους στενούς ορίζοντες από μπροστά μας,
κ’ η σκέψη μας, καθώς η λόγχη μας πλαταίνει
τα σύνορα!... Και να που απόψε, όπως στεκόμουν
φρουρός, κ’ είχα τριγύρω μου κοπάδι
τα νέφη ως μπιστικός – να με ρωτούσες
αν ήταν δείλι ή νάταν μεσημέρι
δεν ξέρω να στο πω – μια αχτίδα ξάφνου
σαΐτεψε το διάστημα, κι ως πρώτα
στη λόγχη μου αντιχτύπησαν, ακέριες
τις κορυφές εχρύσωσε, τα βάθη
ξεσκέπασε της άβυσος λαγκάδια,
νερά, ποτάμια!... Όμως απάνω απ’ όλα
σάμπως ρομφαία μου διάβη την καρδιά μου
γυρίζοντας τη μοναξιά ξοπίσω
απ’ τις κορφές του λυτρωμού στην ένια
όλων εσάς που μένετε αυτού κάτω
με κρυφοκτυποκάρδι καρτερώντας
τη Άνοιξη από μας... Τι αλοίμονο μας
αν καρτερήτε μια Άνοιξη σαν πρώτα
κι όχι την Άνοιξη που λέω πως θάρτη
σπαθί κραατώντας δίστομο, φερμένη
με τα φτερά της Νίκης να θερίση
ότι δεν είν’ ανάμεσά σας άξιο
να τη δεχτή!,,,
κι αυτό ’ναι που με κάνει
την ώρα τούτη να σου γράψω, φίλε,
να σε ρωτήσω: «Είστ’ έτοιμοι ή δεν είστε
να τη δεχτήτε τέτοιαν Άνοιξη; ...»
Ίσως
να πης μπορεί, την περιμένουν κάποιοι
τέτοια που λέω, βγαλμένοι απ’ το καμίνι
της μάχης, απ’ τις μάχες πυρωμένη,
σάμπως χαλκό αναμμένο, με τη ζώνη
πολεμικά ζωσμένη, με τα μάτια
σα φλόγα και στα χείλη της επάνω
του λαού τη γλώσσα, απόκριση ζητώντας
στην ίδια γλώσσα απ’ όλους σας!...
Έτσ’ ίσως
μ’ αποκριθή, την περιμένουν κάποιοι,
και πως σ’ αυτόν πουν’ έτοιμος, το θάμμα
της δύναμής της να κατέβη αιφνίδια
μπορεί, καθώς, την ώρ’ αυτή που γράφω,
δεν ξέρω πούθε, αντίκρυ μου, στο σύρμα
τ’ αγκαθωτά, που χτες είχαμε κόψει
του οχτρού, για να περάσουμεν αγνάντια,
κατέβη ένα μικρό – μικρό πουλάκι,
κι ως μια στιγμήν εστάθηκε και αφήκε
μιανής στιγμής κελαηδισμό, ξεχύθη
θάλεες παντού, επήε παντού, ξαπλώθ
παντού, βαθιά στα σύμπαντα, η Αλήθεια!...

Mα οι άλλοι;.. Aκόμα είναι πολλοί αυτού κάτω;
Αυτοί που στο ζεστό τους το κρεββάτι
τρεμολογάν να ονειρευτούν το χιόνι,
μα απ’ τα παχιά τα στρώματά τους ξάφνου
πετιόνται ώσα βρυκόλακες να μπούνε
στον ψεύτικό τους τάφο να γλυτώσουν
μιαν έρμη ζωή, που οι ίδιοι ορίζοντές της
πλατύτερα απ’ τον τάφο αυτό δεν είναι –
αυτοί που τρέμουνε του λαού τη γλώσσα
σαν άκουσμα σειρήνας;..
Πες μου φίλε...

Άλλ’ όχι, άλλ’ όχι!..Τι θα πης, το ξέρω !
Πνέμμα γυμνό!.. Ευωδιά σπαθιού πλυμένου
μες στ’ άχαρο αίμα των οχτρών!.. Νίκη,
νίκη στα σκιάχτρα απ’ άκρη σ’ άκρη!.. Τρόμος –
ναι, τρόμος στα φαντάσματα!..
Η Ελλάδα
θένα γυρίση νάβρη την Ελλάδα!..

Φίλε χαίρε!»

Από τον 5ο τόμο του Λυρικού Βίου (Λυρικά, σειρά δεύτερη - Επίνικοι β [1940-1946]) εκδ. Ίκαρος

Ετικέτες

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο: Επιστολή

19 Οκτ 2008


Τούτη η σιωπή σταματημένη στους δρόμους
τούτος ο νωχελής άνεμος που τώρα γλιστρά
χαμηλός ανάμεσα στα μαραμένα φύλλα ή ψηλώνει
πάλι προς τα χρώματα απ' τις ξένες σημαίες...
ίσως η λαχτάρα να σου πω μια λέξη
πριν ακόμα ξανακλείσει ο ουρανός
πάνω σε μιαν άλλη μέρα, ίσως η αδράνεια,
το πιο ποταπό κακό μας... Η ζωή
δεν είναι μέσα σ' αυτό το φοβερό, σκοτεινό χτυποκάρδι,
δεν είναι ευσπλαχνία, δεν είναι πια
παρά ένα παιχνίδι του αιμάτου όπου ο θάνατος
είναι ένα λουλούδι. Ω γλυκιά μου δορκάδα,
σου θυμίζω το αναμμένο εκείνο γεράνι
πάνω σ' ένα τοίχο διάτρητο από πολυβολισμούς.
Ω, ούτε ο θάνατος παρηγορεί τώρα πια
τους ζωντανούς, ο θάνατος από αγάπη;

μτφ: Ζωή Καρέλλη

Από την ανθολογία Ξένη Ποίηση του 20ου αιώνα
Εκδόσεις Λωτός, 2000

* * *


Ω γλυκιά μου γαζέλα
εγώ σε θυμούμαι γεράνι κατακόκκινο
σε τοίχο διάτρητο από μυδράλιο.
Ή κι ακόμα τώρα ο θάνατος συμβουλεύει
τους ζωντανούς, ο θάνατος ή ο έρωτας;

(απόσπασμα)

μτφ: Στέλιος Κάτσικας

Από την ανθολογία Παζολίνι, Ουγγαρέτι, Κουαζίμοντο
Εκδόσεις Αιγόκερως, 2000


(πρωτότυπη φωτ: nolandgrab.org)



Aκόμα:
Σαλβατόρε Κουαζίμοντο στο "ταξιδεύοντας"

Ετικέτες ,

Margaret Atwood: Η δεσποινίς Τζούλη γερνάει

11 Οκτ 2008


...Λαβαίνω ακόμα γράμματα,
αν και λιγότερα.
Μού γράφει ένας άντρας, ζητώντας μου
αληθινές ιστορίες για αποτυχημένο σεξ.
Ετοιμάζει μια ανθολογία.
Βρήκε το όνομά μου σ' ένα παλιό
ημερολόγιο, με τη φωτογραφία μου
που είναι σκέτη μαγκιά και μαργαρίτες,
τότε που το δέρμα μου είχε τη χρυσαφένια
λάμψη της φρεσκοαλειμμένης μαργαρίνης.
Δεν θέλω βιασμούς, λέει,
αλλά απογοητεύσεις,
κάτι σαν τις ηττημένες προσδοκίες.
Αγαπητέ Κύριε, απαντώ, δεν έχω κάνει ποτέ!
Αποτυχημένο σεξ, δηλαδή.
Δεν ήταν ποτέ το σεξ το πρόβλημα,
ήταν άλλα,
η απουσία των λουλουδιών,
οι θανάσιμες απειλές,
οι συνήθειες του προγεύματος.
...

από την συλλογή
της Margaret Eleanor Atwood Το πρωί στο καμένο σπίτι
μτφ: Δώρα Στυλιανίδου
Οδός Πανός - τ.111, Ιαν. 2001


(η φωτογραφία της Μάργκαρετ Άτγουντ είναι από το site: amsaw.org)

Ετικέτες

Νίκος Καββαδίας: Γράμμα απ' τη Μαρσίλια

25 Σεπ 2008


Έσχισα, φίλε μου, πολλά χαρτιά για να σου γράψω.
Εδώ η Μαρσίλια μ'έκαμε πολύ να ζαλιστώ,
κι όμως δεν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, αγαπητέ μου,
χωρίς και μες στη ζάλη μου να σας συλλογιστώ.

Σας εσκεφτόμουν στο Μπουλβάρ ντε Νταμ σαν περπατούσα
ανάμεσα σε δυο τροτέζ που έκαναν σαν τρελές,
ενώ μιλώντας δυνατά τριγύρω μου περνούσαν
άνθρωποι απ' όλες, θα 'λεγες, του κόσμου τις φυλές.

Κι έπειτα πάλι στη μεστή από κόσμο Κανναμπιέρα,
στο Πόρτο Βέκκιο, στην τεφρήν οδό Σαιντ Ονορέ,
κι ακόμα, συγχωρήστε με, σας ένιωθα μαζί μου
στα θορυβώδη και γιομάτα κόσμο καμπαρέ.

Βορινοί ναύτες μπλέκονται με θερμαστές του Νότου,
στα γόνατά τους κάθονται κορίτσια της δουλειάς,
παίζει το πιάνο μοναχό και μια μικρή σφυρίζει
έναν παράταιρο σκοπό μιας μελωδίας παλιάς.

Κι ύστερα σαν απ' το Ταρτάν εβγήκα μεθυσμένος
και νόμιζα το σώμα μου ανάξιο και μικρό,
πολύ κοντά σας ένιωθα να μου χαμογελάτε
μ' εκείνο το παράξενο το γέλιο, το πικρό.

Και μόνον όταν στην Κορνίς, σε κάποιο γκρίζο σπίτι,
γύρω από εβραίους που 'χανε με γυναικεία ντυθεί,
σας έχασα για μια στιγμή απ' τα μάτια μου, μου εφάνη
ο φύλακας μου άγγελος πως είχε πια χαθεί.

Αύριο φεύγω και μαζί μου φέρνω στην Αθήνα
ανάμνησες παράξενες, πολλές, με το σωρό
και κάποιο δώρο θλιβερό, προϊόν της Μασσαλίας,
που μια Πωλίν μου χάρισε προχθές στα Numeros...


Από το βιβλίο του Νίκου Καββαδία Μαραμπού και Πούσι
Εκδόσεις Γαλαξίας, 1961

Ετικέτες

Μηνάς Δημάκης: Άσε με ήσυχο

7 Σεπ 2008


(επιστολή - όπως γράφουμε σήμερα)

Τώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Ουρλιάζουν
Ζητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Ανακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Με τις αστραπές
Όσα δεν ξαναγυρίζουν

Να μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ως το θάνατο
Για έξι μήνες για ένα χρόνο
Με maximum τα τρία χρόνια
Και δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Κράταγαν μια νύχτα ως μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Και δε βαρέθηκα ακόμη

Είσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
Ο έσχατος
Για σκέψου αν σκέπτεσαι
Αλλ' ας σκεφθούμε
Τώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θάταν λίγο αστείο
Βέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Αλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Με κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Τα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Κι άλλοτε βαθιές καταxνιές
Το στόμα σου
Λες δεν υπάρxει πιο όμορφο στόμα;
Το σώμα σου
Αυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Τρέξε λοιπόν να προλάβεις

Η μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Την άλλη ανάμνηση
Κάνουν μια
Το ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Κάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο


- Από το βιβλίο Μ. Δημάκης, Πορεία μέσα στη νύχτα
της σειράς του Ανθολόγου Ερμή
εκδ. Ερμής, 1999
και
- από την ανθολογία Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση
(επιμ: Περιοδικό "η λέξη")
Εκδ. Καστανιώτη, 2000


Ακόμα:
- ο Μηνάς Δημάκης στο
χωρίς άλλη αναβολή
και
- το ποίημά του "Επιστολή ρομαντική" εδώ, στο "γράμμα σε χαρτί"

Ετικέτες ,

Γιάννης Τσακασιάνος: Αλληλογραφία

22 Αυγ 2008


Τα γράμματά σου τα λαβαίνω τακτικά,
αλλά το βρίσκω περιττό να μου τα στέρνεις'
δε βγάζω λέξι! Ώστε μπορείς σημαντικά
να τα κρατείς όσα μου γράφεις, και τα φέρνεις
'ςτο γυρισμό σου, τι καλύτερο κι αντάμα
καθόμαστε και μου διαβάζεις κάθε γράμμα


Από την Βασική Βιβλιοθήκη - τόμος 23ος
Εκδ. Αετός, 1954

Ετικέτες

Αντώνης Αντωνάκος: Οι ναύτες του Τσαρούχη

17 Ιουλ 2008


Οι ναύτες του Τσαρούχη, τα βράδυα
μαζεύονται σ' ένα καφενείο
κοντά στο λιμάνι του Πειραιά.

Άλλοι κανονίζουν να φύγουν
για το χωριό τους με το ΚΤΕΛ
άλλοι γράφουν γράμμα στη μάνα τους.

Στο τέλος της νύχτας χαλάν τα σχέδια
σκίζουν τα γράμματα.

Πέφτει μια μοναξιά και τα παγώνει όλα.


Από τo περιοδικό Πανδώρα, τ.5/1999

Ετικέτες

Γιώργος Χρονάς: Γράμμα σε ντισκ-τζόκεϋ

1 Ιουλ 2008


Δε έχω νέα από καιρό
δουλεύω μόνο να ζήσω
διαβάζω τις εφημερίδες
βλέπω τις ειδήσεις
κλεισμένες οι κουρτίνες.
Ζω πληκτικά
μόνο φύλλα δέντρων σείονται
στόν ύπνο μου
φωνές παιδιών έξω από τό Ζαΐρ
πυροβολισμοί σε αμάχους στην Ρουάντα.
Είδα την δισκοθήκη όπου ιερουργείς
μου μίλησαν για σένα στη Χαλκίδα
δίπλα στις καφετέριες είδα την μορφή σου
τους δίσκους σου τους ξέρω
στους ξέφρενους ρυθμούς σου χόρεψα
μιαν εποχή.
Έξω από το χωριό Αφίδναι
δεν φύεται παρά θάνατος
θα φύγω για να σωθώ. Είχες πει.
Να ζήσω στην σιωπή δεν δύναμαι
Συνήθισα τους εκκωφαντικούς τους ήχους.
Φεύγοντας με το τραίνο το πρωί
μου έδειξαν την ντισκοτέκ «Αυλίδα»,
φτάνει αργά τα βράδυα
συνοδευόμενη από γεωργούς, μηχανικούς
απ' τα τσιμέντα
ή Ιφιγένεια.
Ζητά στο φουλ τα αιρ κοντίσιον
τα μηχανήματα του ήχου.
Αναζητά μεθυσμένη έναν άνεμο στις βεράντες
να την πάρει για πάντα στην Ταυρίδα.


Από το βιβλίο του Γιώργου Χρονά "Κατάστημα Νεωτερισμών"
Εκδόσεις Οδός Πανός, 1997

Ετικέτες ,

Ruth Dallas: Γράμμα σ' έναν Κινέζο ποιητή

13 Ιουν 2008


Οι λέξεις δε θα είχαν έρθει να σου γράψω
εάν δεν είχαν διεισδύσει στην καρδιά σου
όπως μέσα στο νερό,
σ' ένα τραγούδι που 'κανε σε ώρα θλίψης
μια σκλάβα όταν το 'σκασε
με το νερό να κείται πάνω από τις πέτρες διάφανο
όπως στο ναό του Βου-Τσεν
ή εδώ, κοντά σε κάθε βουνοπλαγιά.
Συλλογιζόμενος της καθαρής λίμνης το σύμβολο,
πώς η καρδιά σου να μην γίνει καθαρή;


Από την Οδό Πανός - τ.69/70, Σεπτ.1993
μετάφραση: Αθανάσιος Βαβλίδας

Ετικέτες

Ted Hughes: Γράμματα γενεθλίων

24 Μαΐ 2008


Ένα όνειρο

Το χειρότερό σου όνειρο
βγήκε αληθινό: Αυτό το χτύπημα του κουδουνιού της πόρτας -
όχι μια απλή σύμπτωση, μια στο δισεκατομμύριο
αλλά ένας μετεωρίτης, κατευθείαν μέσ' απ' την καμινάδα μας,
με τ' όνομά μας πάνω του.

Όχι τα όνειρα, είχα πει, αλλά τ' άστρα
κυβερνούν μια ζωή. Μια δίψα όλης της ύπαρξης,
ασυγκράτητη, σαν τον κοιμισμένο που ρουφά
αέρα στους πνεύμονες. Έπρεπε ν' ανασηκώσεις
το καπάκι του φέρετρου μια ίντσα.
Στ' όνειρό σου ή στο δικό μου; Παράξενο γραμματοκιβώτιο.
Πήρες το φάκελο. Ήταν
ένα γράμμα απ' τον Πατερούλη σου. «Είμαι σπίτι
Μπορώ να μείνω μαζί σου;» Δεν είπα τίποτα.
Για μένα, μια παράκληση ήταν διαταγή.

Μετά ήρθε ο καθεδρικός ναός.
Η Σαρτρ. Με κάποιον τρόπο είχαμε φτάσει στη Σαρτρ.
Δεν ήταν η πρώτη φορά για σένα.
Θυμάμαι ελάχιστα
μόνο μια κανάτα της Βρετάνης. Τη γέμισες
μ' όλα όσα είχαμε. Ακόμα και το τελευταίο φράγκο.
Είπες ότι ήταν για τη μητέρα σου.
Άδειασες το οξυγόνο μας
μέσα σ' εκείνη την κανάτα.
Η Σαρτρ
(αυτό το διέσωσα)
κρεμόταν γύρω απ' το πρόσωπό σου, μια μαντίλα,
μαύρη, τα πλουμίδια της απανθράκωσης,
όπως έπειτα από θύελλα φωτιάς. Σαν καλόγρια
περιέθαλψες ό,τι απέμενε από τον Πατερούλη σου,
χύνοντας τις ζωές μας έξω από κείνη την κανάτα
μέσα στον πρωινό του καφέ. Μετα τη συνέθλιψες
σε θραύσματα, ακατέργαστα άστρα,
και τα παρέδωσες στη μητέρα σου.

«Και για σένα» μου είπες, «η άδεια
να θυμάσαι αυτό το όνειρο. Και να το σκέφτεσαι».


Από το βιβλίο Τεντ Χιουζ: Γραμματα γενεθλίων
Εκδόσεις Μελάνι, 2004
μτφ: Γιάννης Αντιόχου

(η φωτογραφία με τον Τεντ Χιουζ και την Σύλβια Πλαθ είναι από το εξώφυλλο
του βιβλίου: Ariel's Gift: Ted Hughes, Sylvia Plath, and the Story of Birthday Letters)

Ετικέτες