|
|
12 Ιαν 2009
 [Τήνος], 17 Αυγούστου [1895] Γράφω χωρίς να είμαι βέβαιος αν θα εύρω μέσον να στείλω την επιστολήν μου. Ο κόσμος ηραιώθη πολύ, αλλά μένει ακόμη αρκετός ώστε να καθιστά δυσχερή την κυκλοφορίαν εις τας κεντρικάς οδούς. Και ο άνεμος σήμερον είναι σφοδρότερος. Πώς θα συνεχισθώσιν οι αγώνες; Μεταξύ των απλοϊκών ήρχισε να κυκλοφορή η ιδέα ότι η Μεγαλόχαρη, μη ανεχομένη να γίνωνται τοιαύτα πράγματα εις την νήσον της και μάλιστα κατά την εορτήν της, εκίνησε τον φοβερόν άνεμον. Άλλ' οι Τήνιοι, οίτινες γνωρίζουν κάλλιον τον τόπον και την Παναγίαν των, βεβαιούν ότι τοιούτος άνεμος πνέει σχεδόν πάντοτε εις την νήσον των. Η επιτροπή όμως και ο κ. Μπέλλος εννοούν να επιμείνουν και να μη υποχωρήσουν εις το βίαιον στοιχείον. Το δεύτερον μέρος των αγώνων θα τελεσθή μετά μεσημβρίαν εν πάση περιπτώσει. Κατερχόμενος προς την παραλίαν, δια των στενών οδών, ακούω δύο γνωστάς φωνάς αναφωνούσας - Τάσο! Τάσο! - Κύριε Μπρέλη! Καί βλέπω δύο εύθυμους φίλους εξ Αθηνών, οίτινες περιερχόμενοι τας οδούς, εζήτουν ούτω να εύρουν σπίτι το οποίον δεν εγνώριζον, το σπίτι εις το οποίον κατώκει ο φίλος Μπρέλης, οδοντοϊατρός. - Ξέρεις εσύ πού κάθεται ο Τάσος; -Όχι, γιατί; - Θέλει να φύγη για τη Σύρα κ' εμάθαμε ότι φεύγει το μεσημέρι βαπόρι• κ' επειδή δεν το ξέρει... Τους συνώδευσα και εξηκολουθήσαμεν αναζητούντες το κατάλυμα του κ. Μπρέλη, ευρίσκοντες αφορμήν να πιάνωμεν ομιλίαν με τας ευειδείς Τηνίας, αίτινες μας παρετήρουν από τας θύρας και τα παράθυρα διερχόμενους. Αφού δε διήλθομεν ούτω οδούς τινας, γελώντες, χωρίς να εύρωμεν τον ζητούμενον, ετράπημεν προς την παραλίαν, των φίλων μου αρχισάντων ζωηράν φιλονικίαν περί του πνέοντος ανέμου, του μεν υποστηρίζοντος ότι έπνεε πονέντες, του δε ότι ήτο τραμουντάνα. Και εστοιχημάτιζον, και ηρώτων τους συναντωμένους ναυτικούς, οίτινες, επειδή ήσαν όλοι μεθυσμένοι, είχαν και αυτοί έκαστος ιδίαν γνώμην. Η ευθυμία των φίλων μου ήτο η νευρική εκείνη ευθυμία η ερχόμενη μετ' αγρυπνίαν. Και πράγματι, ως μου είπον, δεν είχον κοιμηθή την παρελθούσαν νύκτα, ο μεν εις διότι ερρουχάλιζεν η σπιτονοικοκυρά του, ο δε άλλος, διότι μεταβάς την νύκτα εύρε τους συνοίκους του ηυξημένους από τρεις εις επτά. [....] Μετά μεσημβρίαν εγένετο απόπειρα λεμβοδρομιών εις ην θα ελάμβαναν μέρος οι ναύται της μοίρας και οι ερέται Σύρου, εκάτεροι διαιρούμενοι εις δύο πληρώματα. Άλλ' η θάλασσα ήτο τόσον εξηγριωμένη, ώστε η απόπειρα εματαιώθη. Απεφασίσθη τότε να γίνωσιν αγώνες μόνον εις το Στάδιον• άλλ' ο άνεμος ήτο ανυπόφορος και εντός αυτής της πόλεως. Πολλοί πίλοι αναρπαγέντες έπεσαν εις την θάλασσαν. Διό ολίγοι απετόλμησαν να μεταβώσιν εις το παντί ανέμω αναπεπτάμενον Στάδιον και όσοι μετέβησαν το μετενόησαν. Δεν περιγράφεται το θέαμα το οποίον, παρουσίαζον θεαταί και αγωνισταί, εντός των νεφών του κονιορτού ο οποίος ερράπιζε τα πρόσωπα και ετύφλωνε τους οφθαλμούς. Και αρκούμενος εις το χώμα, ο απαύστως σφοδρυνόμενος άνεμος ήρχισε να παρασύρη τας ξηράς μύρτους, έπειτα δε και αυτούς τους κοντούς' και εις μεν εκ τούτων κατέπεσεν επί των καθισμάτων επενεγκών ουχί ευχάριστον ξαφνίδιασμα, έτερος επί τινων πτωχών ανθρώπων θεωμένων τα τελούμενα όπισθεν του ξηροτοίχου. Ευτυχώς ουδείς έπαθε τίποτε. Ενός δε αγωνιστού, κρατούντος εις χείρας το ιμάτιόν του, ανήρπασε το χρηματοφυλάκιόν του μία αιφνίδια πνοή και εσκόρπισε και παρέσυρε το περιεχόμενον, προ πάντων επισκεπτήρια τα οποία επέταξαν ως λευκά πτηνά. -Μωρ' αυτός ο αέρας είναι και λωποδύτης! ανεφώνησεν ο αθλητής κυνηγών το χρηματοφυλάκιον και τα χρήματά του. Ο υπουργός των Ναυτικών και πάλιν παρίσταται εν μέσω αγωνοδίκου επιτροπής, συμμεριζόμενος τα βάσανα θεατών και αγωνιστών. Η μουσική των θωρηκτών παίζει εις την άκραν του Σταδίου, άλλ' οι ήχοι σχίζονται, συντρίβονται και σκορπίζονται υπό της ανεμοζάλης. Οι φιλότιμοι αγωνισταί, μ' όλην την αθλιότητα του καιρού, εξετέλεσαν καλώς τα αγωνίσματά των. Κατ' αρχάς εξετελέσθη άλμα επί κοντώ, ηρίστευσε δε εις αυτό ο κ. Γιαννούλης Ξυδάς. Εις το δίζυγον εξετέλεσαν πολλοί ωραίας ασκήσεις. Διεκρίθησαν δε οι κ. κ. Ι. Μητρόπουλος, Σκαλτσογιάννης, Κονταξόπουλος ανήκων εις τον σύλλογον «Ορφέα» της Σμύρνης και Κόκκινος. Εις την δισκοβολίαν ηρίστευσαν οι κ. κ. Γούσκος, Τσικλητήρας και Ηλιακάκης. Εις το μονόζυγον εξετέλεσαν ωραιότατα και παράτολμα αγωνίσματα, κατορθώσαντες να μένωσιν άκαμπτοι και εν μέσω της λυσσώδους θυέλλης. Ηρίστευσαν δε οι κ.κ. Κωνσταντίνος Μητρόπουλος, Αθηναίος και Τσικλητήρας της «Γυμναστικής Εταιρίας» Πατρών. Εις την αναρρίχησιν επί κάλω, έπειτα ηρίστευσαν οι κ.κ. Περσάκης και Καλαμάρης, εξ ων ο τελευταίος κατήλθε διά του ιστού με την κεφαλήν προς τα κάτω και κρατούμενος μόνον διά των ποδών. Εις την σφαιροβολίαν ηρίστευσαν οι κ.κ. Γούσκος και Νικολόπουλος. Εις τους κρίκους οι κ.κ. Περσάκης, οι αδελφοί Ι. και Κ. Μητρόπουλος και Κόκκινος. Εις το τραπέζιον οι κ.κ. Κ. Μητρόπουλος, Σκαλτσογιάννης και Γουλέμης. Άλλ' εν τω μεταξύ είχον απέλθει πάντες σχεδόν οι θεαταί• εκ των κυριών μάλιστα παρέμεινε μόνον η εκ Σμύρνης δεσποινίς Ελένη Μουράτη, αδελφή του αριστεύσαντος χθες κ. Μουράτη. Διό ο κ. Μπέλλος μειδιών της είπεν ότι ήξιζε να λάβη βραβείον αντοχής• το βέβαιον δε είναι ότι και αριστείον επί κάλλει ηδύνατο να διαμφισβητήση. Επιστρέφομεν, ομοιάζοντες μάλλον με χωματένια αγγεία παρά με ανθρώπους. Και από το επανωπόρτι μιας θύρας, παρά την μεγάλην οδόν μας παρατηρούν, ανοίγουσαι έκπληκτους οφθαλμούς, δύο ωραίαι νεανίδων κεφαλαί, όμοιαι, ως δίδυμοι, εν γραφικωτάτω συμπλέγματι το οποίον ουδέποτε θα λησμονήσω, της κόμης αυτών χαριέντως αναπαλλομένης επί του μετώπου υπό του ανέμου. - Δεν πιστεύω να έχετε δώσει καθ' όλον σας το ιατρικόν στάδιον τόσα σκονάκια όσα εκατάπιετε σήμερον διά μιας, είπε τις προς ένα των επανερχομένων εκ του Σταδίου ιατρών. Την εσπέραν, προκειμένου ν' αναχωρήση ο κ. υπουργός εγένετο λαμπαδηφορία διά φανών ενετικών προ της οικίας του κ. Χατζηϊωάννου εις ην κατέλυεν. Και μεταξύ των λαμπαδηφορούντων βλέπω την δεσποινίδα Ροκά• και οι προ των καφενείων καθήμενοι χειροκροτούσιν, ενώ εγώ, ουκ οίδα πώς, αναμένω να ίδω εμφανιζόμενον και τον ρήτορα των προπυλαίων κ. Μιστριώτην. Ο κ. Σεϊζάνης, ο ενθουσιώδης και ευγενής εκ Σμύρνης συνάδελφος, ωμίλησε ειπών ωραίους και συνετούς λόγους• έπειτα δε διά μακρών ωμίλησε και ο κ. υπουργός, προτρέψας την νεολαίαν εις την εκ παραλλήλου άσκησιν σώματος και πνεύματος. Και μετά μίαν ώραν η «Μυκάλη» απέπλεε φέρουσα τον κ. υπουργό των Ναυτικών. Από το βιβλίο του Βασιλείου Φρ. Τωμαδάκη Ο Ιωάννης Δ. Κονδυλάκης στην νήσο Τήνο εκδ. Ερίννη, 2000Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
17 Δεκ 2008
Ο Ζαν Ζενέ στον Κώστα Ταχτσή Είσαι τυχερός: ένας Γενικός Πρόξενος! Είναι άραγε ένας και μοναδικός άνθρωπος με δύο κεφάλια, όπως ο αετός της Αυστρο-Ουγγαρίας, ή δυο διαφορετικοί άνθρωποι, ένας Πρόξενος κι ένας στρατηγός; Αστειεύομαι, αλλά σε ζηλεύω: κινδυνεύω να με υποδεχτούν οι χωροφύλακες στο σταθμό, όταν φτάσω - αν φτάσω - στο Παρίσι. Ξέρεις ότι σου γράφω από την Ιταλία. Ο Αμπντάλλα βρίσκεται ακόμα στην Αθήνα. Στη συνέχεια θα πάει στην Αγγλία, για να προετοιμάσει το νούμερο του με τα άλογα. Εγώ θα μείνω εδώ, μέσα στα βουνά, όπου η ηχώ απαντά σε θαυμάσια γερμανικά. Βρέχει. Η Αυστρία, όπου πέρασα οχτώ μέρες, με αηδιάζει. Ωστόσο δεν συμβαίνει τίποτα το συναρπαστικό, ούτε μέσα μου, ούτε γύρω μου. Στον δικέρατο πλανήτη όπου βρίσκεσαι - η Αυστραλία, νομίζω, είναι στην άλλη όψη της Σελήνης ή όχι; - εμάς μας θεωρούν άραγε ανθρώπινα όντα; Νοσταλγώ την Ελλάδα που μισείς και όπου θα επιστρέψω, μόλις συνέλθουν οι ώμοι μου - τον ένα μου τον τσάκισε ο ήλιος σας. Προσπαθώ να αναζωογονηθώ εδώ, για να 'ρθω να δολοφονηθώ στον τόπο σου. Κι εσύ δεν θα 'σαι παρών, να με δεις να πεθαίνω. Φύγε από την Ελλάδα, έχεις δίκιο, αλλά φτύσε τους Γερμανούς Προξένους πού σε συνοδεύουν: να βγαίνεις μόνος. Μια μέρα να ξαναγυρίσεις. Φιλικότατα, Jean Genet= = = * ένας Πρόξενος κι ένας στρατηγός: Λογοπαίγνιο πού βασίζεται στη γαλλική έκδοση «Consul General"
* Αμπντάλλα: Αλγερινός ακροβάτης καί σχοινοβάτης, στενός φίλος του Ζενέ, στον οποίο μάλιστα είχε αφιερώσει το έργο του «Ο σχοινοβάτης». Από το λογοτεχνικό περιοδικό η λέξη - τχ. 197, Ιούλ. 2008 σε μετάφραση Αλέξανδρου Σκάγιαννη
(πρωτότυπη φωτογραφία: thyssens.com)Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
28 Νοε 2008
 Στο Worpswede, κοντά στη Βρέμη, 16 Ιουλίου 1903 Εδώ και δέκα μέρες έφυγα απ’ το Παρίσι άρρωστος και κουρασμένος, κι ήρθα σε τούτη την πλατιά πεδιάδα του Βορρά, που η απεραντοσύνη της, η γαλήνη της κι ο ουρανός της θα με γιάτρευαν. Μόλις έφτασα όμως με κύκλωσε μια ατέλειωτη βροχή, που, σήμερα μόλις για πρώτη φορά, αφήνει να γλιστρήσει λίγο φως πάνω απ’ την ανεμόδαρτη, αναστατωμένη χώρα. Την πρώτη τούτη φωτερή στιγμή την αφιερώνω σε σας, αγαπητέ Κύριε.
Αγαπητέ μου Κύριε Kappus, άφησα τόσον καιρό ένα γράμμα σας αναπάντητο. Όχι πως το ξέχασα – κάθε άλλο: είν’ απ’ τα γράμματα που τα ξαναδιαβάζουμε πάντα, κάθε φορά που ξαναπέφτουν στα χέρια μας. Σας είδα μέσα κει, από πολύ κοντά. Για το γράμμα σας των 2 του Μάη, λέω' θα το θυμόσαστε βέβαια. Τώρα που το ξαναδιαβάζω, μέσα στη βαθιά γαλήνη των απόμακρων τούτων τόπων, η όμορφη έγνοια σας για τη ζωή με συγκινεί, πολύ περισσότερο απ’ όσο με συγκίνησε στο Παρίσι, όπου όλα αντηχούν αλλιώτικα και χάνονται μέσα στο γιγάντιο βουητό, που κάνει το κάθε τι ν’ αναρριγά. [....]
Είσαστε τόσο νέος, αγαπητέ Κύριε, τόσο νεοφώτιστος μπροστά στο κάθε τι, που θά 'θελα να σας παρακαλέσω, μ’ όλη μου τη δύναμη, να κάνετε υπομονή για όλα κείνα που μένουν άλυτα μέσ’ στην καρδιά σας' προσπαθήστε ν’ αγαπήσετε τα ίδια σας τα ρωτήματα, σα νά 'ταν κλειστά δωμάτια ή βιβλία γραμμένα σε ξένη, άγνωστη γλώσσα. Μη γυρεύετε, για την ώρα, να πάρετε απαντήσεις, που δε γίνεται να σας δοθούν, γιατί δε θα μπορούσατε να τις εφαρμόσετε, να τις «ζήσετε». Κι αυτό, ίσα-ίσα, έχει σημασία: να ζείτε το κάθε τι. Για την ώρα, να ζείτε τα ρωτήματά σας μόνο. Κι ίσως έτσι, μπορέσετε να φτάσετε, μια μακρινή μέρα, χωρίς να το νιώσετε, στην απόκριση. Ίσως να κλείσετε μέσα σας πλαστουργικές και δημιουργικές ικανότητες, που θά 'φερναν τη ζωή σας σ’ αγνό κι ευτυχισμένο δρόμο' ακολουθήστε αυτή την πορεία κι αυτόν το στόχο – δώστε όμως όλη σας την εμπιστοσύνη σε κείνο που έρχεται' κι αν, τούτο, έρχεται απ’ τη βούλησή σας μονάχα, από μια κάποιαν ανέχεια κι ανάγκη του ανώτερου Είναι σας, τυλίχτε το με την έγνοιά σας, μην το μισήσετε. Οι δρόμοι της σάρκας είναι δύσκολοι σίγουρα. Αλλά, τα δύσκολα είναι η μοίρα μας' σχεδόν κάθε τι βαθυσήμαντο. Άμα το νιώσετε αυτό, άμα κατορθώσετε σεις, με τις δικές σας ικανότητες, με τη δική σας πείρα που 'χει τις ρίζες της στα παιδικά σας χρόνια, με τη δική σας δύναμη, να πετύχετε μιαν αρμονία του εαυτού σας με τη σάρκα (ολότελα ατομική σας αρμονία, λυτρωμένη από κάθε συμβατικότητα και κάθε μιμητική συνήθεια) – τότε δεν πρέπει πια να φοβόσαστε μη χαθείτε και μη φανείτε ανάξιος του πιο ακριβού αγαθού σας.
Η σαρκική ηδονή είναι ένα επεισόδιο από τη ζωή και τη λειτουργία των αισθήσεων, καθόλου αλλιώτικο απ’ την αγνή ματιά ή την αγνή απόλαυση που χαρίζει στη γλώσσα μας ένας όμορφος καρπός' είναι μια μεγάλη, απέραντη πείρα που μας προίκισεν η φύση, μια γνώση του Κόσμου, η πληρότητα, η ολοκλήρωση κι η λάμψη ολόκληρης της Γνώσης. Τίποτα το κακό δεν υπάρχει σ’ αυτή την πείρα μέσα' το κακό βρίσκεται στο ότι όλοι σχεδόν τη χρησιμοποιούν άθλια, τη σκορπάνε στος πέντε ανέμους, τη μεταχειρίζονται για διεγερτικό και για διασκέδαση τις κουρασμένες ώρες της ζωής τους, κι όχι για περισυλλογή κι αυτοσυγκέντρωση προς τις μεγάλες κορφές. Και το φαΐ, οι άνθρωποι, το καταντήσανε κάτι αλλιώτικο: στέρηση απ’ τη μια, πληθωρισμός απ’ την άλλη, θόλωσαν την καθαρότητα αυτής της ανάγκης. Όμοια θολώθηκαν κι όλες οι βαθιές κι απλές ανάγκες, που ανανεώνουν τη ζωή. Ο καθένας όμως ατομικά μπορεί να τις ξελαμπικάρει, για δική του χαρά, και να τις ζήσει καθάριες – κι αν όχι όλοι, τουλάχιστον ο Ερημίτης. Μπορεί και καταλαβαίνει, αυτός, πως κάθε ομορφιά, στα ζώα και στα φυτά, είναι μια γαλήνια κι άφθαρτη μορφή Έρωτα και Πόθου. Βλέπει τα ζώα και τα φυτά να ζευγαρώνουν, να πληθαίνουν, ν’ αυξαίνουν, υπομονετικά κι υπάκουα' και μαντεύει πως δεν τα σπρώχνει η φυσική ηδονή ή ο φυσικός πόνος, μα μια ακαταμάχητη ανάγκη, πιο δυνατή από κάθε θέληση και κάθε αντίσταση… Ω κι ας γινόταν – το μυστικό τούτο που πλημμυράει τη γη ως το παραμικρό της μόριο, να το δεχθεί ο άνθρωπος με πιότερη ταπεινοφροσύνη, να το κλείσει μέσα του με πιότερη σοβαρότητα και να νιώσει πόσο τρομερά βαρύ είναι, αντί να το παίρνει αψήφιστα! Ας μπορούσε να νιώσει πιότερο σεβασμό για την ίδια του τη γονιμότητα, που – είτε πνευματική μορφή έχει, είτε σαρκική – είναι μια και μόνη: γιατί και το πνευματικό ακόμα δημιούργημα τη ρίζα του την έχει στο σαρκικό, μια είν’ η φύση τους' το έργο του πνεύματος είναι σα μια απαλότερη, πιο μυστηριακή, πιο γητεμένη, πιο «αιώνια» επανάληψη της σωματικής ηδονής. « Η συναίσθηση πως είσαι δημιουργός, πως γεννοβολάς, πως πλάθεις και δίνεις μορφή», είναι ολότελα ασήμαντη σα δε βρίσκει αδιάκοπη κι απέραντη την επικύρωση και την επαλήθευση της, μέσ’ στον Κόσμο, σα δεν επιδοκιμάζεται μύριες και μύριες φορές απ’ τα πράματα και τα ζώα, - κι η χαρά, που σου δίνει, είναι έτσι ανείπωτα όμορφη και πλέρια, μόνο και μόνο επειδή την πλημμυρίζουν πανάρχαιες κληρονομημένες θύμησες από καρποφορίες και γεννοβολήματα εκατομμυρίων υπάρξεων. Μέσα σ’ ένα μονάχα στοχασμό ενός δημιουργού ξαναζούν χίλιες λησμονημένες ερωτικές νυχτιές και τον γεμίζουν μεγαλείο και ύψος. Κι εκείνοι που σμίγουν τις νύχτες και αγκαλιάζονται μέσα σε λικνιστική ηδονή, κάνουν ένα βαθυσήμαντο έργο: μαζεύουν γλυκιές απολαύσεις, βαθιά νοήματα και δύναμη για το τραγούδι κάποιου ερχόμενου ποιητή που θα σηκωθεί ν’ ανιστορήσει ανείπωτες ευτυχίες. Όλοι τους καλούν το αύριο' ακόμα κι όταν παραστρατίζουν, ακόμα κι όταν αγκαλιάζονται στα τυφλά, το αύριο έρχεται ωστόσο, άλλος ένας άνθωπος ορθώνεται, και απ' τα βάθη της Τύχης (που λες κι αυτήν μονάχα υπακούνε τα πάντα εδώ), ξυπνάει ο νόμος που προστάζει κάθε γερό δυνατό σπέρμα ν' ανοίγει δρόμο προς το ωάριο που προχωρεί, ανοιχτό, να τ' ανταμώσει. Μην ξεγελιόσαστε απ' τα εξωτερικά φαινόμενα' στο βάθος τα πάντα είναι Νόμος. Κι εκείνοι που δεν καταφέρνουν να ζήσουν το μυστήριο τούτο χωρίς λάθη και χωρίς ασυνέπειες (κι είναι πάρα πολλοί), το χάνουν μέσ' απ' τα χέρια τους, μα το χάνουν μονάχα για τον εαυτό τους, γιατί το παραδίνουν ωστόσο στους άλλους, σα σφραγισμένο γράμμα, χωρίς να μάθουν ποτέ τι λέει. ... Δικός σας Rainer Maria Rilke Από το βιβλίο: Rainer Maria Rilke: Γράμματα σ' ένα νέο ποιητήεκδόσεις 'Ικαρος μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης
(εικόνα: lab.dartmouth.edu)Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
7 Νοε 2008
 Λανθάνει μέσα μου μια ασυγκράτητη επιστολογραφική μανία, την οποία συνεχώς καταστέλλω. Αντί να γράφω αυτά τα μικρά βιβλία, θα ήθελα να εξομολογούμαι σε ατέλειωτες, λεπτομερειακές επιστολές. Πιστεύω ότι η επιδείνωση τελευταία της δυστυχίας μου είναι η έλλειψη ενός εξομολογητή. Κατά καιρούς, διέθετα και κάποιον, που κατάπληκτος δεχόταν έναν χείμαρρο εξομολογήσεών μου (κατά κανόνα ανειλικρινών, αλλά δεν έχει σημασία: κίνητρο της ανθρώπινης έκφρασης στάθηκε πάντα μια φιλαρέσκεια, μια βασανισμένη ματαιοδοξία). Εν τούτοις, είναι απίστευτο το τι κενά έχει ο λόγος μου, πόσο απροστάτευτες και ασύδοτες είναι εκείνες οι ενδιάμεσες διαδικασίες μεταξύ σκέψης μου και γλώσσας μου, έτσι ώστε η γλώσσα μου να λειτουργεί στα τυφλά (αγωνιά και την φαντάζομαι κιόλας να κάνει, πριν μιλήσει, μια μικρή προσευχή μη πέσει έξω) καθώς ξεκινά από ένα αφελές και προκλητικό δόγμα: αφού εκπορεύομαι από ένα τέτοιο χάος ό,τι κι αν πω θα είναι χάος, δηλαδή καίριο και - προπαντός - "φυσικό". Αλλοίμονο, έχω μια τρομαχτική εκφραστική αναπηρία, οι λέξεις μου δεν εκφράζουν τίποτε - συνιστούν, απλώς μιαν απεγνωσμένη αντίσταση στη σιωπή: έχω μια θανάσιμη αρρώστεια, την σιωπή. Πριν καιρό, έλεγα ότι η τέχνη είναι αποκάλυψη μιας αλήθειας (υπερβατικής): ήταν η φάση μου του ιεροφάντη. Τώρα λέω πως η τέχνη είναι συντήρηση των ελαχίστων και πανάρχαιων ανθρώπινων αξιών (πόθος, πάθος, πόνος, κλπ): είναι η φάση μου του μάρτυρα. Το τέλος δεν πρέπει να είναι μακρυά: κάτι το τ ε λ ε υ τ α ί ο, σαν θρόμβος υδράργυρου γλυστρά μέσα στο νου μου. Την αγγλική μετάφραση διώρθωσε η ανηψιά του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη - η οποία, φυσικά, αρνήθηκε, όπως σου είπα, κάθε επίσημη συμμετοχή στην υπογραφή του κειμένου. Η ίδια το πληροφόρησε στον θείο της, ο οποίος συνεπαρμένος όσο και θυρυβημένος, από τον τίτλο του κοματιού μου, θέλει να σε γνωρίσει (φοβάμαι ότι κατάλαβε λάθος, δηλαδή ότι εσύ ζωγράφισες έναν Άγιο Γεώργιο ή ότι εγώ ζωγράφισα έναν Άγιο Γεώργιο κι εσύ τον σχολιάζεις, κάτι τέτοιο εν πάση περιπτώσει - είναι γνωστή, εξάλλου, η ευαισθησία του σε ά γ ι α θέματα). Πιθανόν να σου γράψει ή να θελήσει να σε δει. Σου τα γράφω αυτά για να είσαι προετοιμασμένος για μιαν ενδεχόμενη επαφή σου μ' αυτόν τον πληθωρικό, όσο και ελκυστικό άνθρωπο - που εγώ, ειλικρινά, του τρέφω πάρα πολλή συμπάθεια και μου κάνει αφάνταστα καλό να τον ακούω να μου μιλά, τις σπάνιες φορές που έρχεται και βλεπόμαστε, εδώ στην Αθήνα. Έχω γι αυτόν το μοναδικό αίσθημα που με ειδοποιεί ότι σχετίζομαι όσο μπορεί να γίνει ουσιαστικά μ' έναν άνθρωπο: μια λύπη. Αλλά εσύ - γιατί είσαι έτσι καταβεβλημένος; Από το βιβλίο Γιώργος Χειμωνάς - Χειρόγραφα - από το αρχείο του Αλέξανδρου Ίσαρη - εκδ. Ίκαρος, 2006 - (η εικόνα με την χειρόγραφη επιστολή του Γιώργου Χειμωνά είναι από το ίδιο βιβλίο)
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
15 Οκτ 2008
 18.10.1932 Αγαπητέ Διδάσκαλε, Σ' ευχαριστώ θερμώς για τους ωραίους στίχους που έγραψες για μένα. Με είναι και τιμή μεγάλη, και μεγάλη χαρά. Πολύ λυπήθηκα που αρρώστησες. Ευτυχώς ο κ. Τερβιζάς με λέγει ότι είσαι καλλίτερα. Περάσαμε ευχάριστα χθες στην Ένωσι. Αλλά η έλλειψίς σου ήταν πολύ αισθητή εις όλους μας. Πώς χαίρομαι που σ' εγνώρισα! Πριν είχα ένα δεσμό μαζί σου μόνο: τον θαυμασμό για την έξοχη ποίησή σου. Τώρα υπάρχει και δεύτερος: η φιλία για την πολύ συμπαθητική προσωπικότητά σου. Αναχωρώ την προσεχή Κυριακή για την Αλεξάνδρεια. Σε αποχαιρετώ, και μένω, αγαπητέ διδάσκαλε, Ο φίλος σου K. Π. ΚΑΒΑΦΗΣΑπό άρθρο του κ. Γιάννη Παπακώστα στο Βήμα (22/5/2005)
(το πορτρέτο του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη είναι του Γιάννη Σταύρου)Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
3 Οκτ 2008
 Επίκουρος Μενοικεί χαίρειν [...] Συνέθιζε δε εν τω νομίζειν μηδέν προς ημάς είναι τον θάνατον επεί παν αγαθόν και κακόν εν αισθήσει' στέρησις δέ εστιν αισθήσεως ο θάνατος. όθεν γνώσις ορθή του μηδέν είναι προς ημάς τον θάνατον απολαυστόν ποιεί το της ζωής θνητόν, ουκ άπειρον προστιθείσα χρόνον, αλλά τον της αθανασίας αφελομένη πόθον. ουθέν γάρ εστιν εν τω ζην δεινόν τω κατειληφότι γνησίως το μηδέν υπάρχειν εν τω μη ζην δεινόν. ώστε μάταιος ο λέγων δεδιέναι τον θάνατον ουχ ότι λυπήσει παρών, αλλ’ ότι λυπεί μέλλων. Ο γαρ παρόν ουκ ενοχλεί, προσδοκώμενον κενώς λυπεί. το φρικωδέστατον ουν των κακών ο θάνατος ουθέν προς ημάς, επειδήπερ όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου πάρεστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τόθ’ ημείς ουκ εσμέν. Μετάφραση:
Κοίταξε να συνηθίσεις με την ιδέα πως ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς, επειδή κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση. Γι’ αυτό η σωστή γνώση πως ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για εμάς, κάνει να χαρούμε την πρόσκαιρη ζωή μας, όχι επειδή μας φορτώνει ατελείωτα χρόνια, αλλά επειδή μας αφαιρεί τον κόπο της αθανασίας. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα φοβερό στη ζωή του ανθρώπου αν έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχει τίποτα φοβερό γι’ αυτόν που παύει να ζει. Επομένως ανόητος είναι εκείνος ο οποίος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν θα έρθει αλλά γιατί τον στεναχωρεί το ότι θα έρθει. Γιατί εκείνο που δεν μας ενοχλεί όταν είναι μπροστά μας, άδικα μας στεναχωρεί όταν το περιμένουμε. Το πιο φρικιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος , δεν είναι τίποτα για εμάς, γιατί ακριβώς, όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει’ όταν όμως ο θάνατος είναι παρών τότε εμείς δεν υπάρχουμε.
Από το βιβλίο Επίκουρος, Άπαντα Εκδ. Κάκτος, 1994
(εικόνα: oscargodson.com) Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
17 Σεπ 2008
 25 Ιαν.1913 Αγαπημένε μου!
Ο επιλοχίας μου λέγεται Ιωάννης Ματθαίος. Ο λόχος 17ος. Στρατωνίζεται εις το Πανεπιστήμιον. Είναι λόχος προσκολλήσεως. Όσα περισσότερα γράψης για τον επιλοχία μου, τόσο περισσότερον με γλυτώνεις. Είναι το πιο μεγάλο ρουσφέτι που μπορώ να γυρέψω. Είσαι πρωθυπουργός. Είσαι αρχηγός του στρατού! Είσαι ό,τι θέλεις. Αλλά μ' υποχρεώνεις όσον δεν μπορείς να φαντασθής.
Εις το αυριανό φύλλο λοιπόν. Γλύτωσέ με.
Σε φιλώ Άγγελος Σημείωση του Φώτου Γιοφύλλη ...Με παρακάλεσε λοιπόν ο Σικελιανός να γράψω στο φύλλο λίγα λόγια για να περιποιηθούμε τον επιλοχία του και μάλιστα μου εξήγησε τα εξαιρετικά προσόντα του[...] Και το αποτέλεσμα ήτανε να μπουν στο φύλλο του Σαββάτου 26 Γενάρη 1913 του "Αστέρα", στη στήλη "Μικρά Χρονικά" της 3ης σελίδας τ' ακόλουθα:
Oι στρατιωτικοί μας. - Ο ενταύθα δέκατος έβδομος λόχος προσκολλήσεως, ο στρατωνιζόμενος εις το Πανεπιστήμιον, αριθμεί μεταξύ των υπαξιωματικών του τον επιλοχίαν Ιωάννην Ματθαίον. Ο υπαξιωματικός ούτος είναι δραστηριότατος και παρά πάντων των υπ' αυτόν ανδρών λατρεύεται δια την ευθύτητα εν τη υπηρεσία του, αλλά και διά την πατρικήν φροντίδα, ην προς τους στρατιώτας δεικνύει, ενώ συγχρόνως γνωρίζει να κρατή την πειθαρχίαν εις το αρμόζον αυτή ύψος. Από το βιβλίο του Φώτου Γιοφύλλη Γράμματα του Άγγελου Σικελιανού Εκδόσεις Μαυρίδη, 1952Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
30 Αυγ 2008
 Frankfurt am Main 10 Ιουλίου 1796 Αγαπητέ μου φίλε! Υπάρχει μια ύπαρξη σ' αυτόν τον κόσμο, που όταν την ατενίζεις αρχίζεις να αναθεωρείς τις σκέψεις σου γύρω από τη Φύση. Η χάρη και η μεγαλοπρέπεια, η ηρεμία και το σφρίγος, το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα συναπαρτίζουν και συγκροτούν ένα ακτινοβόλο ον. Πρέπει να με πιστέψεις. Δύσκολο είναι να συντεθεί και πάλι ένα πλάσμα παρόμοιο μέ αυτό. Γνωρίζεις πως ήμουν! Γνωρίζεις ότι ήμουν κουρασμένος από την καθημερινή ζωή, Ότι ζούσα χωρίς πίστη, ότι ήμουν φειδωλός σε διαχύσεις, γνωριμίες, με μια φράση, ότι ήμουν δυστυχής. Θα μπορούσα λοιπόν να γίνω αυτός που είμαι σήμερα, ευτυχισμένος καθώς αετός, αν δεν είχα συναντήσει αυτή τη μοναδική ύπαρξη, που με ανανεώνει, που μ' ανακαινίζει; που μου εμπνέει την αυτοπεποίθηση, που με χαροποιεί, που ωραΐζει τη ζωή μου μέ την εαρινή της λάμψη, μια ζωή που απαξιούσα και να τη ζήσω ακόμη; Έρχoνται στιγμές που αναπολώ τις παλιές μου μέριμνες, τους παλαιούς μου περισπασμούς. Λοιπόν: Αυτες οι μέριμνες, αυτοί οι περισπασμοί τώρα μου φαίνονται χωρίς νόημα, χωρίς ουσία! Όταν αυτή είναι παρούσα, δεν είναι δυνατόν να σκέπτεσαι και να διανοείσαι θέματα "θνητά". Ίσως σε κάποια στιγμή να μπορέσω να περιγράψω και να "σκιαγραφήσω" μια "όψη" της ύπαρξης αυτής. Μα για να γίνει αυτό, πρέπει να μου "δοθεί" μια ώρα επίσημη, ήρεμη, ευλογημένη..." Από το βιβλίο του Bασίλη Ι. Λαζανά Friedrich Hoelderlin - Το λυρικό έργο του ποιητή - Αθήναι, 1984Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
25 Ιουλ 2008
Παρίσι, 14 Ιουνίου 1820
Τιμιώτατε κύριε Τομπάζη.
Το γράμμα σου δείχνει, ότι αν δεν έλαβες καλήν ανατροφήν, ως παραπονείσαι, αξίζεις περισσότερον από πολλούς καυχωμένους εις την ανατροφήν των, επειδή αισθάνθης την δυστυχίαν της πατρίδος σου, και ζητείς ως φιλόστοργος αυτής υιός να την θεραπεύσης. Εδώ κλεισμένην την οποίαν επεθύμησες επιστολήν προς τους Δημογέροντας. Αλλ’ η επιστολή μου δεν θέλει κατορθώσει τίποτα, εάν εσύ φίλε, ενωμένος με τον τιμιώτατον αδελφόν σου, και άλλους τινάς συμπολίτας, φλεγομένους με τον αυτόν ζήλον, δεν παραστήσετε εις την φαντασία σας, ως παρόντα, όλα τα μέλλοντα καλά. Κανείς δεν ήθελεν κοπιάσειν να φυτεύσειν άμπελον, αν δεν ενισχύετο από την ελπίδα του τρύγους. Πλειότερα να σε γράψω δεν με συγχωρεί το γήρας μου. Έπειτα, τι άλλο να σε είπω πλειότερον, παρά παιδείαν, και πάλιν και πολλάκις παιδείαν. Μόνη η παιδεία έχει να θεραπεύσει τας κοινάς του ταλαιπώρου έθνους ημών δυστυχίας' η παιδεία μόνη έχει να μας ελευθερώσει από τον ανυπόφορον ζυγόν του αχρειεστάτου Σκυθικού έθνους. Μακάριοι όσοι βοηθούν την παιδείαν και με το έργον' αυτούς μόνον γνωρίζω γνησίους απογόνους των Ελλήνων’ όσοι αδιαφορούν εις αυτήν, ή και την πολεμούν είναι Τούρκων, όχι Ελλήνων γεννήματα.
Ως γνήσιον υιόν και φίλον της Ελλάδος σ’ εύχομαι κατόρθωσιν των καλών σου σκοπών.
Εις τας προσταγάς σου.
Από τον 43ο τόμο ("Nεοελληνική επιστολογραφία") της Βασικής Βιβλιοθήκης - εκδόσεις Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, 1955 (copyright Αετός)Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
5 Ιουλ 2008
Ο Γκουστάβ Φλωμπέρ προς την Λουίζ Κολέτ 15 Aυγoύσroυ 1846 Όταν σε ξαναδώ θα σε σκεπάσω με έρωτα, με χάδια, με έκσταση.
Θέλω να σε χορτάσω με όλες τις απολαύσεις της σάρκας, έτσι, που να σου 'ρθει λιποθυμιά και να σβήσεις.
Θέλω να σε καταπλήξω και να παραδεχτείς ότι ποτέ δεν είχες καν ονειρευτεί τέτοιο παραλήρημα...
Όταν γεράσεις, θέλω να θυμάσαι αυτές τις λίγες ώρες, θέλω να ριγάς από χαρά όταν τις σκέφτεσαι.
μτφ: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου
(η πρωτότυπη εικόνα είναι από το dir.salon.com) Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
23 Ιουν 2008
Ο Τζακ Κέρουακ προς τον Άλεν Γκίνσμπεργκ
3 Οκτωβρίου 1952, Νέα Υόρκη
Θέλω να ενημερώσω εσένα και τους υπόλοιπους για την γνώμη μου για σένα. Μπορείς να μου πεις, παραδείγματος χάρη, γιατί, μ' όλη αυτή τη συζήτηση για το στυλ των βιβλίων τσέπης και την νέα τάση να γράφoυν για τα ναρκωτικά και το σεξ, το βιβλίο μου Οn The Road που έγραψα το 1951 δεν δημοσιεύτηκε ποτέ; Γιατί εξέδωσαν το βιβλίο του Χολμς πoυ είναι απαίσιο και δεν εκδίδουν το δικό μου επειδή δεν είναι τόσο καλό όσο μερικά από αυτά που έχω γράψει; Αυτή είναι η μοίρα ενός ηλίθιου που δεν μπορεί να χειριστεί τις υποθέσεις του ή είναι η γενική βρωμιά της Νέας Υόρκης; Και εσύ, που σε θεωρούσα φίλο μου, μου λες κοιτώντας με στα μάτια ότι το Οn the Road που έγραψα στον Νιλ είναι "ατελές", λες και ό,τι έχεις γράψει εσύ ή οποιοσδήποτε άλλος ήταν τέλειο... και δεν λες κουβέντα γι' αυτό...
Νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω πόσο ζηλεύεις και ότι εσύ και ο Χολμς και ο Σόλομον θα δίνατε το δεξί σας χέρι για να μπορέσετε να γράψετε κάτι σαν το Οn The Road... Και δεν έχω άλλη εναλλακτική λύση από το να γράφω ανόητες επιστολές σαν αυτή, ενώ αν ήσασταν άνδρες θα μπορούσα τουλάχιστον να έχω την ικανοποίηση να σας πλακώσω στο ξύλο όλους... πολλά γυαλιά μυωπίας πρέπει να βγουν.
Eίστε όλοι ίδιoι, φτηνοί και τιποτένιοι, πάντα ήσασταν και δεν ξέρω γιατί σας άκουγα και έκανα παρέα μαζί σας - σπατάλησα 15 χρόνια από τη ζωή μου μέσα στην βρωμιά της Νέας Υόρκης, από τους Εβραίους εκατομμυριούχους του Χόρας Μαν που με ικέτευαν για το πoδόσφαιρo  και τώρα διστάζουν να με συστήσουν στις γυναίκες τους, μέχρι τους όμοιούς σου... ποιητές, ναι, καλά... απόμακρες μικροσκοπικές παραλλαγές του ίδιου ύφους... βαριά διακοσμημένες αποδεκτές μικρά γράμματα στο μέσον της καλοτακτoπoιημένης σελίδας του βιβλίου ποίησης. Όχι μόνο με στενοχώρησες με τη δήλωσή σου ότι δεν υπάρχει τίποτα στο On The Road που να μην το ήξερες ήδη (το οποίο είναι ψέμα επειδή με μια ματιά μπορώ να καταλάβω ότι ποτέ δεν ήξερες ακόμη και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια για κάτι τόσο απλό όσο η δουλειά του Νιλ και το τι κάνει) - και ο Σόλομον, παριστάνοντας τον ενδιαφερόμενο άγιο, ισχυρίζεται ότι δεν καταλαβαίνει τα συμβόλαια, ενώ σε 10 χρόνια θα είμαι τυχερός αν έχω το δικαίωμα να κοιτάζω μέσα από το παράθυρό του την παραμονή των Χριστουγέννων... θα είναι τόσο πλούσιος και χοντρός και τόσο απορροφημένος από τον τρόμο των άλλων ανθρώπων μέσα σε ένα σύννεφο καπνού μετά από μια γεμάτη ικανοποιητική ρουφηξιά... Όλοι τους παράσιτα σαν εσένα, ακριβώς όπως είπε ο Έντι. Και τώρα ακόμη και ο Τζον Χολμς, που όπως όλοι ξέρουν ζει σε απόλυτη παραίσθηση σχετικά με τα πάντα, γράφει για πράγματα που δεν γνωρίζει, και μάλιστα με εχθρικότητα. [...] Όλοι γνωρίζουν ότι δεν έχει ταλέντο... και έτσι τι δικαίωμα έχει αυτός, που δεν γνωρίζει τίποτα, να κρίνει το βιβλίο μου. -  Δεν έχει το δικαίωμα ούτε να μείνει σιωπηλός γι' αυτό - το βιβλίο του είναι για πέταμα και το δικό σου είναι απλά μέτριο και το γνωρίζετε όλοι, και το βιβλίο μου είναι υπέροχο και δεν θα εκδοθεί ποτέ. Προσέξτε να μην με συναντήσετε ποτέ στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Προσέξτε επίσης να μην αναφερθείτε στο πού βρίσκομαι. Θα έρθω στην Νέα Υόρκη και θα μάθω ποιος μίλησε. Είστε όλοι ένα μάτσο από ασήμαντους, λογοτεχνικούς εγωιστές... και δεν μπορείτε να φύγετε από την Νέα Υόρκη, είστε τόσο άχρηστοι... Ακόμη και ο Κόρσο με τα άρματα του Τάνχουζερ να πατούν όλους τους άλλους έχει ήδη αρχίσει να συνέρχεται... Πες του να φύγει... πες του να βρει μόνος του τον δικό του τάφο... Η καρδιά μου αιμορραγεί κάθε φορά που κοιτάζω το Οn The Road... το βλέπω τώρα, γιατί είναι υπέροχο και γιατί το μισείτε και τι είναι ο κόσμος... ειδικότερα τι είσαι εσύ, Άλεν Γκίνσμπεργκ... ένας άπιστος, γεμάτος μίσος, τα χαχανητά σου δεν με ξεγελούν, βλέπω το γρύλλισμά σου κάτω από αυτά... Προχώρησε και κάνε ό,τι θέλεις, θέλω να κάνω ειρήνη με τον εαυτό μου... Σίγουρα δεν θα βρω πoτέ γαλήνη αν δεν ξεπλύνω εντελώς τα χέρια μου από την βρωμιά της Νέας Υόρκης και όλα όσα αντιπρoσωπεύετε εσύ και η πόλη... Και όλοι, το γνωρίζουν...Και ο Τσέις το γνώριζε πριν από πολύ καιρό... και αυτό επειδή ήταν γέρος από την αρχή... Και τώρα είμαι εγώ γέρος... Καταλαβαίνω ότι δεν σας αρέσω πια, βρωμοαδερφές... Πηγαίνετε να πάρετε πίπες στους διάφορους Κόρσο...
Ελπίζω να σου χώσει ένα μαχαίρι... Συνεχίστε να μισείτε ο ένας τον άλλο και να περιφρονείτε και να ζηλεύετε και...
Ολόκληρη η ιστορία μου στην Νέα Υόρκη είναι ένα μακρύ σχεδόν χιουμοριστικό χρονικό ενός πραγματικά ανόητου που παραπλανήθηκε από χοντρά γουρούνια... Καταλαβαίνω το αστείο... και γελάω ακριβώς όσο και εσείς... Aλλά από εδώ και πέρα δεν αστειεύομαι... Εξαιτίας ανθρώπων σαν εσένα και τον Ζιρό... ακόμη και με τον G. μ' εμπόδισες να βγάλω λεφτά επειδή σε μισούσε... και ήρθε μαζί με τον Νιλ εκείνο το βράδυ και ο Νιλ ήθελε να κλέψει ένα βιβλίο από το γραφείο, φυσικά, τι θα έλεγες και εσύ αν πήγαινα στο δικό σου Ν Ο R C και έκλεβα πράγματα και μετά τα γελοιοποιούσα... και ο Λουσιέν με το σκατένιο μικρό εγωισμό του πρώτα να προσπαθεί να με κάνει να κλάψω για τη Σάρα και μετά να μου λέει ότι θα ήταν εξαιρετικά εύκολο να την ξεχασω...
Πρέπει να ξέρει τώρα πια αν δεν έχει χαζέψει εντελώς από το ποτό ότι το ίδιο ισχύει για όλους... πόσο εύκολα μπoρoύν να εξαφανιστούν... και να ξεχαστούν εντελώς... και να σχηματίσoυν ένα μαύρο σημάδι διαφθοράς μέσα στη βρωμιά... λoιπόν εντάξει. Και όλοι σας, ακόμη και η Σάρα, δεν με νοιάζει πια ποιος θα διαβάσει αυτήν την παρανοϊκή επιστολή... όλοι σας μ' εγκαταλείψατε... με εξαίρεση τον Τόνυ Μανότσιο και μερικούς άλλους άγγελους... και έτσι σας λέω, μην μου ξαναμιλήσετε ποτέ και μη προσπαθήσετε να μου γράψετε ή να έρθετε σε επαφή μαζί μου... εξάλλου πιθανόν να μην με ξαναδείτε ποτέ... και είναι καλό... έχει έρθει ο καιρός για όλους εσάς τους επιπόλαιους ανόητους να συνειδητοποιήσετε ότι το θέμα της ποίησης είναι... ο θάνατος... έτσι πεθάνετε... και πεθάνετε σαν άνδρες... και βουλώστε το... και πάνω απ' όλα... αφήστε με ήσυχο... και μην με ξανασκοτίσετε ξανά.
Τζακ Κέρουακ
Από τον Ανατολικό - τ.2, Απρ.1997 επιμέλεια: Νίκη Παλαιολόγου
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
4 Ιουν 2008
O Βίνσεντ Βαν Γκογκ προς τον Τεό Βαν Γκογκ Etten, 3 Νοεμβρίου 1881 Αγαπητέ Τεό
Υπάρχει κάτι στο μυαλό μου που θέλω να σου πω. Ίσως και να γνωρίζεις κάτι ήδη γι αυτό, και να μην είναι είδηση για σένα. Ήθελα να ξέρεις ότι ερωτεύτηκα τόσο πολύ την Κη Βος ετούτο το καλοκαίρι που δεν βρίσκω άλλα λόγια να το περιγράψω, εκτός από το, "Είναι απλώς σαν η Κη Βος να ήταν ο πιο κοντινός μου άνθρωπος και εγώ ο πιο κοντινός στην Κη Βος" και αυτά τα λόγια τής είπα. Όμως, όταν της το είπα αυτό, εκείνη απάντησε ότι το παρελθόν και το μέλλον ήταν σαν ένα γι' αυτήν και έτσι δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταποδώσει το αίσθημά μου.
Τότε βρέθηκα σε τρομερό δίλημμα για το τι θα έπρεπε να κάνω. Θα πρέπει να παραιτηθώ μπροστά σε εκείνο το "ποτέ, όχι, ποτέ", ή να θεωρήσω ότι το θέμα δεν έχει τακτοποιηθεί ακόμα, και με καλή καρδιά να μην το εγκαταλείψω; Εγώ διάλεξα το δεύτερο. Και μέχρι σήμερα δεν έχω μετανιώσει γι' αυτή την προσέγγιση, παρότι ακόμα αντιμετωπίζω εκείνο το "ποτέ, όχι, ποτέ". Τώρα, όμως, θα έχεις καταλάβει ότι ελπίζω να μην αφήσω κανέναν τρόπο ανεκμετάλλευτο που θα μπορούσε να με φέρει κοντά της, και αυτός είναι ο σκοπός μου: Να συνεχίσω να την αγαπώ. Μέχρι που στο τέλος θα με αγαπήσει κι εκείνη.
Τεό, μήπως κατά τύχη είσαι κι εσύ ερωτευμένος; Ελπίζω να είσαι, γιατί πίστεψέ με, ακόμα και οι "petites misères" του [έρωτα] έχουν την αξία τους.
Υπάρχουν τρία στάδια. 1. Να μην αγαπάς και να σε αγαπούν. 2. Να αγαπάς και να μη σε αγαπούν (η παρούσα περίπτωση) 3. Να αγαπάς και να σε αγαπούν.
Σου λέω λοιπόν ότι το δεύτερο στάδιο είναι καλύτερο από το πρώτο, αλλά το τρίτο! Αυτό είναι!
Πάντα δικός σου, Βίνσεντ
[υστερόγραφο]:...Προσπάθησαν να με κάνουν να υποσχεθώ πως δεν θα ξαναπώ ούτε θα γράψω απολύτως τίποτα για τούτη την υπόθεση, αλλά εγώ αρνήθηκα να δώσω τέτοια υπόσχεση: Ο κορυδαλλός δεν μπορεί να μην τραγουδάει την άνοιξη. Από το βιβλίο Τα σ' αγαπώ που άντεξαν Εκδόσεις Άγκυρα, 2006 επιμέλεια: Σύσση Καπλάνη
(ο πίνακας είναι αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ με επιδεμένο το αυτί του)
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
13 Μαΐ 2008
...στην αδελφή του, Λούλα Ρίτσου-Γλέζου 17-ΙΙ-50 Αγαπημένη μου αδελφούλα Προχτές πήρα το γράμμα σου και την επιταγή. Σ' ευχαριστώ Λουλίτσα μου. Μου γράφεις να σου λέω τι χρειάζομαι. Μα απ' τη μια μεριά σ' έχω τόσο πολύ κουράσει, κι απ' την άλλη εσύ μαντεύεις και προλαβαίνεις κάθε επιθυμία μου, που δεν μπορώ πια να σου ζητήσω τίποτα. Ωστόσο, να πάλι που θα σε βάλω σε μπελάδες: θάθελα δύο μολύβια μαύρα «Φάμπερ», Νο 2, κι αν έχει ο Βασίλης κανένα παλιό στυλό γιατί έχασα το δικό μου.
Είμαι καλά. Σου γράφω σε ένα απάγγειο στην ακρογιαλιά και το κύμα πιτσιλάει το χαρτί. Ομορφη μέρα. Λιακάδα.
Σε φιλώ σένα και τα παιδιά σου και τον Βασίλη. Γιάννης  13-ΙΧ-50 Λουλίτσα - είναι νύχτα - είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου - διαβάζω - τι ησυχία - όλοι κοιμούνται - τίποτα δεν ακούγεται - μια πεταλούδα στριφογυρνάει γύρω στη λάμπα μου - θυμάμαι τα παιδικά μας χρόνια - ναι, τούτος ο φτερωτός νυχτερινός επισκέπτης τόσα μου θυμίζει - ό,τι κι αν θυμηθώ παντού η αδελφούλα μου - ω να της γράψω, λέω, δύο λογάκια της μανούλας μου, έτσι μια μικρή καληνύχτα, σιγανά-σιγανά μην την ξυπνήσω - κ' είναι κουρασμένη η αδελφούλα μου, κ' είναι λιγάκι κρυωμένη - να, σιγά-σιγά - περπατάω στις μύτες - ησυχία. ναι, είμαι γω - ήρθα μια στιγμούλα να σε δω, να σε φιλήσω στο μέτωπο - καληνύχτα αδελφούλα, καληνύχτα. Εγώ; - θα διαβάσω λίγο ακόμη - όχι δεν είναι αργά - μη φοβάσαι - δεν κουράζονται τα μάτια μου.
Καληνύχτα. Σε φιλώ στο μέτωπο - σένα τα παιδάκια σου, το Βασίλη. Καληνύχτα σας, παιδάκια μου αγαπημένα μου. Γιάννης  2.V.51 Αδελφούλα - ματάκια μου - μοσκοβολάει το καμαράκι μου όλο από σένα - είναι γιομάτο απ' τη στοργή σου - να εδώ είναι το μπουκαλάκι κι η κολώνια που κρατούσες στα χεράκια σου - εδώ η ταμπακιέρα του Βασίλη μας - εδώ, νάτο, το πουλοβεράκι που ξήλωνες μοναχούλα σου - να και τα μαξιλαράκια που σε βρήκα να τα φιλάς λίγο πριν μου φύγεις - κ' η πολυθρόνα που καθόσουνα - και το κύπελλο όπου έγραψες το χρυσό ονοματάκι - όλα, όλα μοσκοβολάνε, όλα ανασαίνουν την αγάπη σου - κ' είμαι χαρούμενος, αδελφούλα - μην κοιτάς που κλαίω - είναι απ' τη χαρά μου. Φιλιά, φιλιά και στα παιδιά και στο Βασίλη. Α, πόσο σ' αγαπάω. Καλημέρα, αδελφούλα. Γιάννης 1.ΙΙ.52Λουλίτσα μου - ήρθε κι ο Φλεβάρης - θα φύγει κι αυτός - περνάν οι μήνες, τα χρόνια - σκέψου: Τριάμιση χρόνια είμαι μακριά σου - φεύγει ο καιρός, αδελφούλα, μα η αγάπη μας μένει - και σα γεράσουμε ακόμα η αγάπη μας θάναι πιο νέα και τα τραγούδια μας που θα μιλούν για την αγάπη δεν θα γεράσουνε ποτέ. Είναι όμορφο τούτο το αβασίλευτο φως που τυλίγει τη ζωή μας - έτσι να ξέρουμε πως μέσα σ' όλες τις εποχές ένα δέντρο μένει πάντα ανθισμένο πάνω από τόσα ξερά φύλλα και τόσους ξύλινους σταυρούς. Τούτο το φως που συντηρεί τη ζωή και την ποίηση. Φιλιά Γιάννης Από άρθρο της Μυρτώς Λοβέρδου στο ΒΗΜΑ της 15ης Ιουνίου 1997-οι φωτογραφίες του Γιάννη Ρίτσου είναι από το os3.gr και από το perizitito.gr Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
22 Απρ 2008
 10 Μαρτίου 1961 Αγαπητότατέ μου Γιάννη
Όταν είμαι στα χειρότερά μου χάλια τότε είναι που φυλάγομαι να μη γράψω, γιατί σκέφτομαι πολλά. Δεν είσαι εδώ κάπου σε μια άλλη δική μας πόλη, για να ξεθυμάνω στο χαρτί. Άφησέ τα, μαρτύρια του σύγχρονου ανθρώπου. Γιατί τόσον καιρό δε γράφω – του έστειλα ένα γράμμα στη Νέα Εποχή – του Θεοδόση;
Τα ίδια πράγματα, βάσανα κλπ τραβώ κι εγώ εδώ. Δεν έχω πού να μιλήσω. Αφού δεν βαστιέμαι και τα λέω στη Μαρία, μα δε τα ζει αυτά και δεν τα καταλαβαίνει και συνεχώς με ρωτάει, πρέπει να της εξηγώ και τότε εκνευρίζομαι ακόμα περισσότερο… Κωμικά.. Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή.
Εν πάσει περιπτώσει το γράμμα τούτο είναι για να ρωτήσω για τον Τάκη. Μόλις πήρα το δικό σου και μου λες τόσο σοβαρά και τόσο λίγα. Γράψε μου για την κατάστασή του. Το γράμμα σου ήρθε μόλις σήμερα 10 Μαρτίου!!.
Κάτι γράψαν πάλι με την αφορμή του Χαλβατζάκη, στείλε τα μου τα για να στείλω και συνεργασία στον «Πάροικο» που μου το ζήτησαν από πολλούς μήνες. Ο Τρικούπης του θα μου δώσει ένα πολύ ωραίο θέμα. Δεν ήξερα να σου έστελνα εγώ το τεύχος της Ε.Τ. Στο ερχόμενο θα υπάρχει κάτι για το νεοελληνικό θέατρο. Μια αποκάλυψή μου σοβαρή. Είναι ένας Χουρμούζης αξιωματικός του 1821 που σαν ήρθαν οι Βαυαροί τόριξε στις κωμωδίες εις βάρος τους. Δημοτικιστής. Είχε παραφράσει και τυπώσει ανώνυμα τον Πλούτο του Αριστοφάνη. Τον έπαιξε ανώνυμα και ο Κουν το 1935 και το 1957 στο πάρκο. Ο Δημαράς τον χαρίζει σ’ ένα γυμνασιάρχη. Είναι του Χουρμούζη. Μια ανατροπή που μου επιτρέπει να πω το 21 το ιστορήσανε στην Τέχνη μονάχα οι ίδιοι οι αγωνιστές.
Τι γλέντια κάθεσαι και μου καταμαρτυρείς και τι ψυχαγωγίες, που δεν ξέρω τι θα πει καθισιό; Αν υπήρχε κάποιος –εγώ θα τον πω έξυπνο– εκδότης και να μου έλεγε πάρε 3000 δρ. το μήνα και δίνε μου τη δουλειά σου, θα έγραφα τρία βιβλία το χρόνο, τόση προεργασία έχω κάνει.
Με το περιοδικό δεν έχω να σου πω τίποτα γιατί όλα με αφήνουν αδιάφορο, αν δεν μ’ εκνευρίζουν. Ο Τάσος είναι που δίνει πια σ’ αυτό μια όψη που εμένα ποτέ δεν είναι δυνατό να μ’ αρέσει. Δε βλέπεις από πόσες συνεργασίες έχει ο καθένας τους; Και τι εργασίες, του ποδαριού. Ποιητές ανεβάζουμε, ποιητές κατεβάζουμε…
Το ποίημα του Θεοδόση δεν το έδωσα ακόμα γιατί φοβάμαι μην τους δώσω την αφορμή να κάνουν την εξυπνάδα τους. Κατά βάση, το περιοδικό το γράφουν μόνοι τους.
Τώρα, για πες μου, θα έρθετε φέτος; Για κανονίστε να βρεθείτε δω. Φιλία αυτό θα πει, διά ζώσης και όχι διά της γραφίδος. Ποια είναι η πρόταση που σου έκανα να απευθυνθείς αλλού. Τι λες ρε αράπη! Με τα σωστά σου είσαι πως θα σε χάριζα εγώ σε άλλους. Και τι άλλους. Να άξιζαν κάτι μάλιστα.
Λοιπόν γράψε μου για τον Τάκη.
Φιλιά στην Άντη τον Κωστή Και από τη Μαρία
Μιχάλης Aπό το αρχείο του Ε.Λ.Ι.Α. αναδημοσίευση: polymnia.lit.auth.gr
- η πρωτότυπη φωτογραφία είναι από το ΒΗΜΑ
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
19 Απρ 2008
 Αλεξ. 1η Μάρτη 1961 Αγαπητέ μου Μιχάλη,
Το πολυπόθητο γράμμα σου έφτασε προχτές (Δευτέρα) κι η εξήγηση της σιωπής σου μ’ έκανε να κάνω τη μελαγχολική σκέψη πως η επικοινωνία μαζύ μου δεν σου προσφέρει τίποτα, αλλοιώς θα την επιδίωκες με περισσότερη επιμονή σε στιγμές ψυχικής ξηρασίας όπως αυτή που πέρασες. Μελέτησα προσεχτικά την πρότασή σου να ζητήσω αλλού την επικοινωνία που πραγματικά μου χρειάζεται και τελικά την απόριψα! Θα μπορούσα ν’ αναπτύξω σχέσεις συχνής αλληλογραφίας με το Λεβάντα ή το Βουρνά λ.χ. για να έχω κάπου κάπου τα φιλολογικά νέα της Αθήνας. Μα δεν είναι αυτό που χρειάζομαι. Xρειάζομαι ένα φίλο, το φίλο μου, για να μη νιώθω τόσο μόνος στον κόσμο. Άλλοτε είχα το Θοδόση μα ήρθε η κατάρα του αιώνα μας κι έβαλε πολλές θάλασσες ανάμεσά μας. Είναι αδύνατο να φανταστείς το ψυχικό μου βάσανο αυτούς τους δυο μήνες. Δεν είναι μόνο η έλλειψη συντροφιάς, κουβέντας, ανταλλαγής με τον μόνο άνθρωπο που εμπιστεύομαι. Ήταν κι η αγωνία γιατί δε μου γράφεις. Χίλια πράματα περνούσαν από το νου μου, χίλιοι φόβοι, που μου δέναν τα χέρια και δεν τολμούσα να γράψω σε γνωστούς για να ρωτήσω. Άλλοτε παρηγοριόμουν με τη σκέψη πως στο γράψιμο κάποιου βιβλίου θάχες ριχτεί και γι’ αυτό δεν άδειαζες – κι αυτό, την πίκρα του, τη δεχόμουν με χαρά, σαν το φόρο που έπρεπε να πληρώσω για να βγει κάτι καλό από σένα. Πρόστεσε σ’ αυτά τη νευρική ένταση που περνάω από καιρό, από τότε που άρχισε τις επιθέσεις του ο Μαλάνος. Έχω πίσω μου μια συμορία από σκυλιά που γαυγίζουν – μέρα παρά μέρα κάτι θα γράφει σκεπασμένα ή φανερά ο Ταχυδρόμος (δεν σου τα στέλνω όλα), κάτι θα μου πουν «εμπιστευτικά» οι άσπονδοι φίλοι' αφού διάλεξα τη στάση της αξιοπρεπούς σιωπής θα ήταν βλακεία να την εγκαταλείψω τώρα. Μα πάντα μου χρειάζεται ο φίλος: για να ξεσκάω. Τέλος η σιωπή σου μ’ έκοψε κι από τη «Λέσχη»: κυκλοφόρησε από το τέλος του Δεκέμβρη, δυο τρεις κουβέντες κι ύστερα η σιωπή! Γιατί; Πολύ νόμιμα έβαζα στο νου μου αυτό: Έτσι δεν πρέπει να συμβαίνει μ’ ένα αποτυχημένο βιβλίο, που οι φίλοι του συγγραφέα δεν τολμούν να του το πούνε κατάμουτρα; Αυτό ήταν αρκετό για να μου κόψει τον ενθουσιασμό – και το καινούριο μυθιστόρημα που γράφω σταμάτησε στο δεύτερο κεφάλαιο και πια δεν προχώρησε!
Νομίζω πως μια σελίδα κλάψες είναι αρκετή, πρωτομαρτιάτικο! Ας έρθουμε στα τρέχοντα και ζέοντα ζητήματα.
Σου εύχομαι δύναμη για να τελειώσεις με τον πέμπτο τόμο της Ανθολογίας μέσα στο Μάρτη. Πολύ λυπήθηκα που δεν τελείωσες τη δουλειά για το Δημοτικό Τραγούδι. Θα το θεωρώ σαν μια προσωπική μου ήττα ώς τη μέρα που θα το δω τυπωμένο. Τι διάολο δεν τη χόρτασες τη ζωή της Αθήνας, δεν έχεις παλουκωμό σπίτι σου; Καταλαβαίνω το τραύμα, τη δίψα ζωής, που σου αφήσανε τα χρόνια της εξορίας. Μα ώς πότε πια; Θα μου πεις: ωραία τα λες εσύ, ξεχνάς το μόχθο για το ξεροκόμματο; Δεν τον ξεχνάω. Αυτό που θέλω να πω είναι πως τον καιρό και την ενέργεια για να τελειώσεις τα βιβλία σου θα πρέπει να πρέπει να παίρνεις από την ψυχαγωγία σου, από τη διασκέδασή σου, από τον ύπνο σου. Τι να κάνουμε αφού δε γενηθήκαμε Δυτικοευρωπαίοι για να πλερωνόμαστε αδρά την πνευματική μας εργασία;
Η Επιθεώρηση Τέχνης δεν ήρθε ακόμη. Ανυπομονώ να διαβάσω την απάντησή σου στον Πορφύρη και να σου γράψω. Αν οι φίλοι με σκεφτούν ίσως μου ταχυδρομήσουν το αντίτυπό μου – που θα φτάσει ποιος ξέρει πότε! Ο Ιωάννου δεν έλαβε αντίτυπα μέχρι στιγμής. Κι αφού βρισκόμαστε στο θέμα Επ. Τεχ. ας τελειώνω: Καταλαβαίνω την υποχρέωση που έχω να τους στείλω συνεργασία. Μα δεν έχω τίποτα έτοιμο, εκτός από τη μελέτη για το Σατραπεία, που, μεταξύ μας, δεν σε βλέπω να σ’ ενθουσιάζει. Ο Βουρνάς έβαλε βέτο: όχι άλλα περί Καβάφη και Μαλάνου. Αν όμως μου δημοσιεύαν αυτό, θα κέρδιζα λίγον καιρό για να γράψω με την ησυχία μου ένα διήγημα για το τεύχος του Μάη λ.χ. Είχα το θέμα και προχτές νόμιζα πως θα το έγραφα μα η κατάσταση του σπιτιού (ο Τάκης, γρίπη του Κωστή, της Αντιγόνης και μένα) μου έδιωξε τη διάθεση. Πάντως αν δέχονταν να δημοσιέψουν τη Σατραπεία θα πρέπει να τους στείλω εγώ χειρόγραφο με τις τελευταίες διορθώσεις που δεν υπάρχουν σ’ αυτό που κρατάς. Άλλη εργασία (στα σκαριά) είναι Ράσκιν και Καβάφης, μα θέλει καιρό. Άλλη: το μυθιστόρημα που γράφω, δηλαδή τίποτα!
Αν θέλανε πρωτότυπη ύλη δεν είχαν παρά να δημοσιέψουν το μεγάλο ποίημα του Θοδόση (για τον Εργάτη). Μα βλέπω πως το βέτο εξακολουθούν να το κρατούν οι εστέτ!
Και τώρα: κριτική για τη «Λέσχη» . Αν ρωτήσεις τι ποθεί η καρδιά μου θα σου έλεγα: να γράψει ο Τάσος για την κυριακάτικη εφημερίδα, και να γράψει ο Ραυτόπουλος για την Ε.Τ. Έχω μια προτίμηση για το Ραυτόπουλο και περισσότερη χαρά θα μου έδινε μια κριτική του (έστω και αρνητική) παρά μια ενθουσιαστική του Τάσου. Είναι, πες το, ένα βίτσιο μου αυτό, που πρέπει να μου το συγχωρήσεις – και προπαντός να το κρατήσεις μεταξύ μας.
Πήρα για τη Λέσχη γράμμα του Λεβάντα – ενθουσιασμένος! Θα γράψει λέει στο πειραιώτικο περιοδικό «Το Αύριο». Ο θεός να μας φυλάει από τις εγκωμιαστικές συμβατικότητες –βλέπε και Φουριώτη. Πήρα γράμμα από τον Σαντορινιό (παληό φιλαράκο, που αγόρασε μόνος του το βιβλίο) και τον Φρυδά (μεταφρ. στα γαλλικά του Καζαντζάκη). Τους άρεσε το βιβλίο με μικρές επιφυλάξεις. Αυτό είναι όλο.
Έλαβα δυο αντίτυπα της ανθολογίας ελληνικής πεζογραφίας στα γερμανικά (Antegone lebt το λένε) φροντίδα Μέλπως και Χατζή. Ωραία έκδοση. Μου βάλανε το Δύσκολοι Δρόμοι (με την κουτσή) και του Ν. Νικολαΐδη «Το χωριό χωνεύεται». Απορώ πώς οι εφημερίδες της Αθήνας δεν έγραψαν τίποτα για τούτη την Ανθολογία. Αν σ’ ενδιαφέρει να σου γράψω τουλάχιστο τον πίνακα περιεχομένων.
Για τον Παπαδιαμάντη – Χαλβατζάκη – Αυγέρη – Μαλάνο. Μάλιστα! Σωστά τα λες. Από μέρες ψάχνω το βιβλίο σου για τον Παπαδιαμάντη και δεν το βρίσκω. Βρίσκω όλα τα άλλα (Γιαννόπουλο – να μια ευκαιρία τώρα που ο Γαλαξίας έβγαλε κάποιο αγγούρι, να ξαναθυμίσει κάποιος τις θέσεις σου – Βάρναλη, Περαιβό κλπ.) Έχω την υποψία πως το βιβλίο σου περί Παπαδιαμάντη μου το κρατάει ο Χαλβατζάκης. Βρε τον ασυνείδητο κλέφτη! Είδες με τι προστυχιά σε προσπερνάει; Όλα αυτά έπρεπε να γραφτούν – και ποιος άλλος από μένα θα μπορούσε να τα πει καλύτερα; Ξαναστείλε μου σε παρακαλώ τον Παπαδιαμάντη σου.
Βάρναλης: Δεν μου έγραψε. Πρόσεξε τούτο: Ο Χαλβατζάκης αφού τύληξε τον Αυγέρη τώρα πάει να τυλήξει από σπόντα και το Βάρναλη. Απόδειξη: Δημοσίεψε ευμενέστατη κριτική –κάθε άλλο παρά κριτική– για το Κόρη της Εύας. Θα δεις πως θα πετύχει. Αφού διάλεξε το δρόμο της συναλλαγής και της κολακείας θα πετύχει! Το άρθρο του Μαλάνου στην Καθημερινή για τον Παπαδιαμάντη του, όταν με ρώτησαν το χαραχτήρισα έτσι: Τα τριάκοντα αργύρια.
Μου μένει το θέμα του Τάκη: Ναι, έχει και ψυχικό κλονισμό. Η υγεία του εδώ χειροτέρεψε. Τον περιποιούμαστε όσο μπορούμε. Δε βγαίνει, μιλάει λίγο, έχει αϋπνίες και εφιάλτες. Είδα τις τελευταίες του ακουαρέλλες: Πολύ δυνατές. Τελειώνει ο Τάκης, και τελειώνει μέσα σ’ ένα τραγικό αποκορύφωμα μεγάλης και δυνατής τέχνης. – Αντιγόνη, Κωστής τώρα είναι καλά. Φιλιά στη Μαρία – παραλίγο να της έγραφα.
Σε φιλώ Γιάννης
Υ.Γ. Για τη Ν. Εποχή και τον πρόλογο στον Καβάφη, και γω τρόμαξα όταν το διάβασα. Ε, τι να γίνει, περαστικά να είναι.
Υ.Υ.Γ. Ακόμα δεν τυπώθηκε κατάλογος Παροραμάτων της Λέσχης; Να τον τυπώσω εδώ και να τους τον στείλω; – Για την κίνηση μη φοβάσαι. Θα έρθει μέρα… Aπό το αρχείο του Ε.Λ.Ι.Α. αναδημοσίευση: polymnia.lit.auth.gr
- η τελευταία φωτογραφία, με τους Μ. Παπαϊωάννου, Κ. Βάρναλη και Σ. Τσίρκα , είναι από το ΒΗΜΑ* Στην επιστολή ο Στρατής Τσίρκας υπογράφει με το όνομά του, Γιάννης (Χατζηαντρέας).
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ p.
1 Απρ 2008
 Οδέσσα τη 8 Αυγούστου 1817 Κύριε Ξάνθε
Μ' όλον ότι η φιλία μας εστάθη ολιγοχρόνιος και χωρισθέντες δεν εγράψαμεν ο ένας προς τον άλλον, όμως ως προς εμέ η εντύπωσίς της δεν έγινεν επιπόλαιος' όχι προ πολλού έφθασα εδώ με σκοπόν να έλθω αυτού, όμως μαθών τα αποτελέσματα της επικαταράτου πανώλης, έχων και άλλας μερικάς αιτίας, αναβάλλω τον μισευμόν μου και ίσως πηγαίνω διά Βλαχίαν' δεν πιστεύω να σοι φαίνεται παράξενον, ότι μετά παρέλευσιν τόσου χρόνου σού γράφω' ασχολίαι, εναντιότης της τύχης και άγνοια της διατριβής σου με εμπόδιζαν' τώρα όμως, μαθών ότι απεκατεστάθης εις Κωνσταντινούπολιν, με ευχαρίστησιν σού γράφω, με την ελπίδα να δέσω σφικτότερα μίαν φιλίαν, ήτις ήρχισε τόσον αθώως' γράψε μου εδώ συσταίνων το γράμμα εις Αθανάσιον Σέκερην δια να μου σταλθή ανίσως έδώθεν μισεύσω' έσο βέβαιος ότι επιθυμώ εξ όλης καρδίας την ευτυχίαν σου και θέλω είμαι πάντοτε φίλος σου και δούλος.
Αθανάσιος Τσακάλωφ Από το βιβλίο Εμμανουήλ Ξάνθου: Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας Εποπτεία-Εισαγωγή Απ. Β. ΔασκαλάκηΕκδόσεις Πάπυρος Πρεςς (Βίπερ-Ιστορία)
(η εικόνα είναι από το megarevma.net)
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
18 Μαρ 2008
 Μιννεάπολις, 3.6.1940 ...Φαντάσου λοιπόν την ευχαρίστησή του να με ιδείς να έρθω για να μείνω στην Αθήνα. Να σου ειπώ την μαύρη αλήθεια, αν αφαιρέσεις το ότι έχω μια καλή ορχήστρα στα χέρια μου, ως ζωή εδώ μού είναι απολύτως αφόρητη, και αν μείνω κάμποσο καιρό, έστω και ασχολούμενος θα πάθω από μαρασμό. Παρ' όλο μου τον θαυμασμό που έχω στον τόπο αυτό, δεν μπορώ να πω πως κατόρθωσα να συνδεθώ ψυχικά και αυτό μού κάνει την ζωή μου αφόρητα μονήρη, τόσο που έρχονται ώρες που τα νεύρα μου σπάζουν και κλαίω σαν παιδί. Διερωτώμαι μόνο αν αξίζει τον κόπο να υποφέρω τόσο στη ζωή μου για να έχω μερικές καλές εκτελέσεις στην ορχήστρα. Έχω ανάγκη να τροφοδοτήσω σαν θνητός και την ψυχή μου, την καρδιά μου, δεν μπορώ να ζω όλο τρώγοντας τις σάρκες μου, τρέφοντας μόνο το μυαλό μου. Λοιπόν αν με διώξουν από δω θα το θεωρήσω ως ευεργέτημα σταλμένο από το Θεό, παρ' όλη την Debache που θα αισθανθώ ως καλλιτέχνης ερχόμενος στην Αθήνα. Μα έχω σκοπό να σταματήσω την Τέχνη και να κάνω οποιαδήποτε άλλη δουλειά, να βοηθήσω σε οτιδήποτε, παρά να διευθύνω πάλι, γυρίζοντας πίσω από κει που άρχισα.
...Έχω τώρα τόσα χρόνια στο εξωτερικό και έκανα ό,τι μπορούσα για να προοδεύσω στην τέχνη μου, και νομίζω πως έφθασα σε ένα αρκετά καλό σημείο ωριμότητας ακόμη και φήμης. Πρέπει λοιπόν γι' αυτό να καταδικασθώ να πεθάνω και να μαραζώσω μακριά από τον τόπο μου; Εάν το μέλλον μου είναι να φθάσω να είμαι επικεφαλής της Συμφωνικής της Βοστώνης ή της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης, όταν φθάσω εκεί, αν φθάσω, δεν θα έxει πια μείνει σταλαματιά αίμα στις φλέβες μου.
Από το βιβλίο Δημήτρης Μητρόπουλος, Η αλληλογραφία του με την Καίτη Κατσογιάννη, Εκδόσεις Ίκαρος, 1966
(η φωτογραφία είναι από ΤΟ ΒΗΜΑ)
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
16 Μαρ 2008
O Μισέλ Φουκώ προς τον Ερβέ Γκιμπέρ 28 Ιουλίου 1983 Θέλω να διηγηθώ την ευχαρίστηση που βρίσκω, βλέποντας χωρίς να κουνήσω από το τραπέζι μου, ένα αγόρι, που κάθε μέρα την ίδια ώρα βγαίνει και ακουμπά σ' ένα παράθυρο της οδού Αλερέ. Στις εννέα η ώρα ανοίγει το παράθυρο, φοράει μια μικρή μπλε πετσέτα ή ένα σλιπ, επίσης μπλε. Ακουμπά το κεφάλι του στο μπράτσο του και χώνει το κεφάλι του μέσα στον αγκώνα του' δε μετακινείται παρά μόνο κάθε λίγο, και με κινήσεις αργές, για να τραβήξει μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του που κρατάει με το άλλο χέρι: είναι όμως τόσο κουρασμένος που δεν μπορεί ούτε το χέρι που κρατά το τσιγάρο να κουνήσει (ή σχεδόν), ούτε να ανασηκωθεί: αφήνεται να γλιστρήσει στο κάγκελο του μπαλκονιού και με το κεφάλι του πάει από το ένα μπράτσο στο άλλο' μετά ξαναπαίρνει την παλιά του θέση, χώνει και πάλι το πρόσωπό του στον αγκώνα του και πάει να ψάξει όνειρα συναρπαστικά, έντονα, εξοντωτικά που του αφήνουν μια απέραντη κόπωση, μερικές φορές κάνει μια τεράστια κίνηση με το ελεύθερο χέρι του ή ακόμα και με ολόκληρο το σώμα του' δεν είναι ότι ξεκουράζεται ή ότι προσπαθεί να ξυπνήσει' φαίνεται καθαρά πως τυλίγεται ακόμα μέσα στη νύχτα' και αν βγαίνει στο μπαλκόνι, δεν είναι για να διαλύσει στο φως τις τελευταίες σκιές της νύχτας που τον τυλίγει, είναι για να δείξει σ' όλους, σε κανέναν (αφού δεν υπάρχει κανείς άλλος, εκτός από μένα που τον κοιτάζει) ότι καμιά μέρα δεν μπορεί να νικήσει την γλυκειά επήρεια που μένει πάνω του και που τον κυριαρχεί απολύτως. Φανερώνει στο πρόσωπο της ημέρας τη μαλθακή δύναμη του ύπνου. Η μυωπία μου με προστατεύει από το να γνωρίσω το πρόσωπό του: άρα είναι ωραίος. Και ξαφνικά, ανασηκώνεται, κάθεται σ' ένα τραπέζι για να διαβάσει; Να γράψει; Να γράψει στη γραφομηχανή; Δεν ξέρω' δε βλέπω παρά τον αγκώνα του και το γυμνό του ώμο' και αναρωτιέμαι ποια όνειρα να έψαχναν τα μάτια του μέσα στο διπλωμένο αγκώνα, ποιες λέξεις ή ποιες εικόνες μπορούν να γεννηθούν, αλλά μετά πάλι λέω στον εαυτό μου πως είμαι ο μόνος που είδε απ' έξω το σχηματισμό και την εμφάνιση της χαριτωμένης χρυσαλλίδας μέσα στην οποία βρήκαν την ύπαρξή τους.
Σήμερα το πρωί, το παράθυρο έμεινε κλειστό. Αυτός είναι και ο λόγος που σου γράφω όλα αυτά.
Η επιστολή δημοσιεύθηκε στην Οδό Πανός - τ.27, Νοέ.1986, σε μετάφραση Γιάννη Παπαδάκη .
(φωτογραφία: reduplikation.net)
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
2 Φεβ 2008
 Αγαπητέ Λέων Νταβίντοβιτς, με ενώνουν μαζί σας δεκαετίες κοινών αγώνων και, τολμώ να πιστεύω, δεσμοί προσωπικής φιλίας. Αυτό μού δίνει το δικαίωμα να σας πω αποχαιρετώντας σας, ποια είναι κατά τη γνώμη μου τα ελαττώματά σας. Ποτέ δεν αμφέβαλα ότι ο δρόμος που εσείς χαράξατε είναι ο σωστός. Γνωρίζετε ότι τον ακολουθώ πάνω από είκοσι χρόνια από τον καιρό που διακηρύξατε τη "διαρκή επανάσταση". Πάντοτε όμως είχα τη γνώμη ότι σας έλειπε το α ν υ π ο χ ώ ρ η τ ο του Λένιν, εκείνη η απόφαση και η προετοιμασία να μείνετε ακόμη και μόνος, αν χρειασθή, στον αναγνωρισμένο σωστό δρόμο, βέβαιος για την κατάκτηση της πλειοψηφίας και τη μελλοντική αναγνώριση της ορθότητας εκείνου του δρόμου. Είχατε πάντοτε πολιτικά δίκιο από το 1905 και επανειλημμένα σας δήλωσα ότι άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά τον Λένιν να ομολογή ότι το 1905 είχατε εσείς δίκιο και όχι αυτός. Μπροστά στον θάνατο δεν ψεύδεται κανείς και σας το επαναλαμβάνω ακόμη μια φορά... Αλλά σεις πολλές φορές απαρνηθήκατε το δίκιο και προτιμήσατε ένα συμβιβασμό, που σας φαινόταν ότι ήταν σημαντικής αξίας. Αυτό είναι σφάλμα. Σας το ξαναλέω, πολιτικά είχατε πάντοτε δίκιο και σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Μια μέρα το κόμμα και η ιστορία θα το αναγνωρίσουν. Δεν πρέπει να σας βάζη σε σκέψεις, αν κάποιος αναγκασθή να σας εγκαταλείψη και, ακόμη περισσότερο, δεν πρέπει να σας απασχολήση αν πολλοί δεν έρχωνται κοντά σας με την προθυμία που όλοι επιθυμούμε. Εσείς έχετε δίκιο, αλλά εγγύηση για να νικήση το δίκιο σας είναι η ανυποχώρητη αδιαλλαξία, η αυστηρή επιβολή, η απόλυτη άρνηση σε οποιοδήποτε συμβιβασμό. Αυτό ακριβώς ήταν το μυστικό των επιτυχιών του Ίλιτς. Ήθελα πολλές φορές να σας πω αυτά τα πράγματα, αλλά το αποφάσισα μόλις τώρα, τη στιγμή του αποχαιρετισμού. (*) Από το βιβλίο Τρότσκυ Εκδόσεις Φυτράκη, 1973 μτφ: Π. Παρασκευόπουλου
* Ο Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφφε (Адольф Абрамович Иоффе) έγραψε αυτή την επιστολή προς τον Λέοντα Τρότσκυ (Лeв Давидович Трóцкий), λίγο πριν αυτοκτονήσει.
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
7 Ιαν 2008
 Aγρίνι 1 Μαΐου 1866 Αξιότιμε κ. Εκδότα της «Αυγής», Το όνομά μου είναι Σουρλής κατοικώ εις το Αγρίνι κοντά εις τον ποταμόν, και είμαι συνδρομητής εις την αξιόλογον «Αυγήν» σας. Όταν ήμην νέος, υπήγα εις την Πάδοβαν να σπουδάσω ιατρικήν και έπειτα επέστρεψα εδώ, όπου υπανδρεύθην και κατοικώ τριάντα επτά χρόνους. Αλλ' ο Θεός δεν μου εχάρισεν ούτε αρρώστους ούτε τέκνα' προ δώδεκα χρόνων, μού επήρε και την γυναίκα μου και, διά να μη μείνω αβασάνιστος, μου έστειλεν εις τον τόπον της ένα οξύν ρευματισμόν, όστις με άφησε παραλυτικόν. Τώρα περιπατώ με δεκανίκια' επειδή όμως είμαι ευλαβής άνθρωπος, ευχαριστώ καθ' ημέραν τον Πανάγαθον Θεόν, λέγων ότι μ' εκούτσανε, διά να φθάσω ίσως αργότερα εις την τελευταίανμου κατοικίαν. Μόνη διασκέδασις, μου έμεινε το χωράφι μου, το οποίον με τρέφει, η εφημερίδα σας και η βιβλιοθήκη μου. Μέσα εις αυτήν έχω (κατά την συνήθειαν των ιατρών όσοι εσπούδασαν εις την Πάδοβαν), περισσοτέρους ποιητάς, συγγραφείς καί φιλοσόφους παρά ιατρούς. Τον Όμηρον, τον Πλάτωνα, τον Δάντε και τον Βιργίλιον,... τους οποίους θαυμάζω και σέβομαι ώς ιερά πράγματα, και διά τούτο ποτέ δεν τους ανοίγω, και εκτός αυτών τον Κάτουλλον, τον Αριόστον, τον Μπάιρον και τους άλλους μικροτέρους των οποίων την συναναστροφήν προτιμώ από τας ομιλίας των φίλων μου Αγρινιωτών, οίτινες διά τούτο με ωνόμασαν μισάνθρωπον. Αλλ' αυτή είναι μαύρη συκοφαντία' διότι εξεναντίας τόσον πολύ αγαπώ τους ανθρώπους, ώστε αν είχα χρήματα ή τουλάχιστον ποδάρια, ουδέ στιγμήν θα εμενα εεις το Αγρίνι. Αλλ' ας αφήσωμεν τους Αγρινιώτας και ας επανέλθωμεν ειε το προκείμενον. Σας έλεγα λοιπόν αξιότιμε κύριε εκδότα, ότι έχω μίαν καλήν βιβλιοθήκην και τον περισσότερον καιρόν μου περνώ με τα βιβλία μου. Την άνοιξιν, όταν ο ήλιος είναι ευχάριστος, διαβάζω εις το δώμα της καλύβης μου' το καλοκαίρι όπου αι ακτίνες του καίουν καταφεύγω υπό την σκιάν μιας γραίας πλατάνου, της οποίας τα περιττά κλαδιά με ζεσταίνουν το χειμώνα ώστε το δένδρον τούτο μου δίδει κατά τας περιστάσεις δροσιάν ή ζέστην, καθώς το φύσημα του Αισωπείου Σατύρου. Όλα τα ανωτέρω σας ανέφερα, κ. εκδότα, δια να σας αποδείξω ότι, αν και ονομάζομαι Σουρλής και κατοικώ εις το Αγρίνι, είμαι άνθρωπος διαβασμένος εις κατάστασιν να κρίνω περί γραμμάτων καλλίτερα ίσως από πολλούς δημοσιογράφους και λογίους της πρωτευούσης σας, οι οποίοι γράφοντες και διδάσκοντες από το πρωί έως το βράδυ δια να κερδίσουν το ψωμί των, δεν ευρίσκουν καιρόν ν' ανοίξουν βιβλίον και ως εκ τούτου... Αλλά το προοίμιόν μου καταντά πολύ μακρύ, ενώ ο τόπος σας είναι μετρημένος, με τα σωστά μου λοιπόν έρχομαι εις το προκείμενον.  Ένας κάποιος φίλος μου, κάτοικος Αθηνών, εις τον οποίον είχα στείλει μερικάς οκάδας ξανθόν καπνόν του Αγρινίου, μου έστειλεν ως αντάλλαγμα εν νεοφανές βιβλίον, επιγραφόμενον «Πάπισσα Ιωάννα» και τυπωμένον εις τα αξιότιμα πιεστήριά σας. Θέλων δε και να μου δείξη πόσον πολύτιμον ήτο το δώρον του, ότι δηλαδή ο καπνός μου ήτο καλοπληρωμένος, είχε περιτυλίξει το βιβλίον εις ένα σωρόν εφημερίδας Χάρτην, Αλήθειαν, Independance, Παλιγγενεσίαν, Αυγήν, Εθνοφύλακα, Ομόνοιαν, Βυζαντίδα, Χρυσαλλίδα κτλ. κτλ., αι οποίαι το εσύσταινον ως ευφυέστατον, λίαν κακόηθες, χαριτόβρυτον, βορβορώδες, πολυμαθέστατον, κακόσχολον, θελκτικώτατον, αηδές, αξιάγαστον, ατιμωτικόν και ένα σωρόν άλλα επίθετα, τα οποία εμάλωναν τον εν με το άλλο. Μέσα εις τον φάκελλον ευρίσκετο και μία εγκύκλιος του σεβασμιωτάτου Επισκόπου Καρυστίας Μακαρίου, όστις με την ιδιάζουσαν εις τους καλογήρους ευαγγελικήν μετριοπάθειαν ωνόμαζε τον συγγραφέα «όργανον του Σατανά» και «κακούργον», το δε βιβλίον λοιμώδες, φθοροποιόν, έχιδναν ικανήν ολόκληρον οικίαν να δηλητηριάση κτλ. κτλ. Εκτός αυτής υπήρχε και άλλη εγκύκλιος φέρουσα τας υπoγραφάς των πέντε μελών της Συνόδου, την οποίαν εδιάβασαν και εις τας Εκκλησίας, απαγορεύοντες εις τους πιστούς την ανάγνωσιν του βλασφήμου συγγράμματος, δια να μη «βλαβώσιν ηθικώς και.. σωματικώς»! Όλα ταύτα, να σας ειπώ την αλήθειαν, εκέντησαν την περιέργειάν μου, και αφού πολλήν ώραν επονοκεφάλησα δια να συμβιβάσω τους τόσους επαίνους και τας τόσας ύβρεις, το τόσον λιβάνι και την τόσην λάσπην, τα οποία ο τύπος και η Εκκλησία έχυσαν επάνω εις αυτό το βιβλίον, απεφάσισα να το διαβάσω κι' εγώ, δια να σχηματίσω γνώμην με τα ιδικά μου μάτια και την ιδικήν μου κρίσιν. Η ανάγνωσις είναι ίσως αμαρτία μετά την απαγόρευσιν της Εκκλησίας αλλ' αν έσφαλα εγώ από περιέργειαν ως η πρώτη μας μητέρα, το αμάρτημα ας είναι εις τον Άγιον Καρυστίας, ο οποίος μ' έφερεν εις πειρασμόν' αν έγινα εγώ Εύα, εκείνος είναι ο όφις, όστις με ηπάτησε με τας μακράς σπείρας του καλογηρικών επιθέτων.  Ανέγνωσα λοιπόν κι' εγώ την «Πάπισσαν» και έρχομαι, αν μου συγχωρήτε, να σας είπω όχι περί του βιβλίου τούτου αλλά περί της ηθικής εν γένει και την ιδικήν μου γνώμην η μάλλον την γνώμην της βιβλιοθήκης μου. Πολλάκις εθαύμασα, κ. εκδότα, την σοφίαν και ακόμη περισσότερον το θάρρος των λογίων και προ πάντων των εφημεριδογράφων της πρωτευούσης σας, οι οποίοι, χωρίς ανάγκην άλλου βοηθήματος, όσα λέγουν τα λαμβάνουν από την πάνσοφον κεφαλήν των. Ομιλούν περί ιστορίας χωρίς να φέρουν ούτε μαρτυρίαν, περί συντάγματος και πολιτείας, εκβολάδων και θανατικής ποινής, ηθικότητος και φιλολογίας χωρίς ποτέ να καταδεχθουν να εξετάσουν αν ωμίλησαν και άλλοι δια τοιούτου είδους πράγματα. Πρό μηνών ανεφέρετε με θαυμασμόν και απορίαν εις την αξιότιμον εφημερίδα σας ότι ένας κάποιος Κ. Ρηγόπουλος, εμπνευσθείς υπό Πνεύματος Αγίου, κατώρθωσε ν' ανασκευάση τον Pενάν χωpίς να τον αναγνώση. Το πράγμα είναι καθ' εαυτό αξιοθαύμαστον, δεν λέγω το εναντίον, αλλά πολύ πλέον αξιοθαύμαστα είναι ο θαυμασμός και η απορία σας, διότι τόσους πολλούς Ρηγοπούλους βλέπετε καθ' ήμέραν, ώστε να είσθε προ καιρού συνειθισμένοι εις τοιαύτα θαύματα. Ο παραμικρός των εφημεριδογράφων σας είναι εις το είδoς του θεόπνευστος προφήτης, ομιλών καί αποφασίζων περί ,πραγμάτων τα οποία ποτέ δεν έμαθε. Δεν ενθυμούμαι ποίος φιλόσoφος έλεγεν εις τους κατοίκους της πρωτευούσης σας: Ω Αθήνα, πρώτη χώρα, τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα!αλλά το δίστιχον αυτό δεν μου φαίνεται σωστόν, πρώτον διότι δεν πρέπει να υβρίζωμεν κανένα, και δεύτερον διότι αντί γαϊδάρους έπρεπεν ο ποιητής να είπη προφήτας, θεοπνεύστους ανθρώπους, ικανούς να ομιλήσουν περί όλων των γνωστών πραγμάτων και πολλών άλλων ακόμη, κατόχους πάσης σοφίας, χωρίς να υπoπέσoυν εις το αμάρτημα να μασσήσουν τον απηγορευμένον της γνώσεως καρπόν.  Το κατ' εμέ τους ανθρώπους τούτους τους σέβομαι, τους μακαρίζω, τους θαυμάζω ως σπάνια και περίεργα πλάσματα των οποίων το είδος εχάθη από όλα τα μέρη του κόσμου, και σώζεται εις μόνην την Ελλάδα' αλλά να τους μιμηθώ ούτε δύναμαι ούτε τολμώ. Καθώς δεν ημπορώ να περιπατήσω χωρίς δεκανίκια, ούτω και χωρίς βιβλία αδύνατον μου είναι να συλλογιστώ. Πριν αποφασίσω να είπω την γνώμην μου περί οποίου δήποτε ζητήματος, θέλω να ηξεύρω τι εστοχάζοντο περί αυτού ο Αριστοτέλης, ο Κάντ και ο Έγελ, αν ήτο το πράγμα φιλοσοφικόν, ο Άγ. Βασίλειος, ο Λούθηρος και ο Ρενάν, αν πρόκειται περί θεολογίας, ο Αθήναιος και ο Σαβαρέν, αν είναι ο λόγος περί μαγειρικής. Ο τρόπος αυτός μου φαίνεται ο φρονιμώτερος και ο ασφαλέστερος δια τους ανθρώπους εις τους οποίους δεν εχάρισεν ο Θεός παρά μόνον μυελόν και βιβλία' ο δέ άλλος τρόπος, να λέγω δηλαδή ο καθείς την γνώμην του χωρίς να φροντίζω περί του τι είπαν οι άλλοι, αρμόζει εις μόνους τους μεγαλοφυείς άνδρας και τους τρελλούς. Η μεγαλοφυία και η τρέλλα κατά την γνώμην πολλών φυσιολόγων είναι αδελφαί και ως τοιαύται έχουν τα ίδια προνόμια' λέγουν ό,τι θέλουν και αι αποφάσεις των είναι χρησμοί Πυθίας, η οποία καθώς διηγούνται πολλοί αρχαίοι, έπασχε και εκείνη από εν είδος τρέλλας, όταν εχρησμοδότει. Αλλ' οπωσδήποτε, όσον μεγάλα και αν υποθέσωμεν τα προνόμια των μεγαλοφυών ανθρώπων και των τρελλών, νομίζω ούχ ήττον (συγχωρήσατε την ελληνικούραν) ότι πολλοί των συναδέλφων σας, ομιλούντες περί ήθικης, εξεπήδησαν ολίγον τα όρια της συγχωρημένης... πρωτοτυπίας. Ούτω Π.χ. ο «Χάρτης» αφού ανύψωσεν έως εις τα άστρα την ευφυίαν, την γλαφυρότητα, την αττικήν χάριν, και τ' άλλα προτερήματα του συγγραφέως της «Ιωάννας», κατηγορεί έπειτα αυτόν διότι εισήγαγεν εις την Ελλάδα τον άσεμνον ρωμαντισμόν των Φράγκων, του οποίου ιδρυταί είναι, κατά τον «Χάρτην» ο «Πιρόν και ο Παρνύ», ενώ οι άνθρωποι αυτοί ήσαν αποθαμμένοι προ πολλού, όταν ο Ουγκώ και οι σύντροφοί του εφευρήκαν τον ρωμαντισμόν.  Παρακάτω ευρίσκομεν ότι ο Ναπολέων εκάλλυνε την δύναμιν της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, και επί τέλους φαντάζεται ο αρθογράφος τον συγγραφέα γελώντα εις την ανάγνωσιν του άρθρου του – τούτο δεν δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, εκτός αν πάσχη ο κ. Ροiδης από χρονικήν υποχονδρίαν. Μετά τον «Χάρτην» ήνοιξα τον «Εθνοφύλακα», ο οποίος εύχεται να «επανέλθη η Εκκλησία εις την εποχήν των μαρτύρων»! Τούτο το νομίζω οπωσούν δυσκολοκατόρθωτον' πιστεύω ακόμη ότι, αν επρότειναν εις τον αξιότιμον συντάκτην κ. Αναγνωστόπουλον να τον κάμουν μάρτυρα, να τον βράσουν δηλαδή, να τον σουβλίσουν ή να τον τηγανίσουν, ήθελεν ειπεί όχι. Κατωτέρω ο ίδιος αρθρογράφος βεβαιώνει ότι «αι νεώτεραι κοινωνίαι έστρεψαν τα νώτα μετά βδελυγμίας εις πάσαν αντιχριστιανικήν ιδέαν». Άμποτε να ήτο τούτο αλήθεια' αλλά κατά δυστυχίαν αι νεώτεραι κοινωνίαι εξαντλούν δεκαεπτά εκδόσεις, του Ρενάν και αι αντίθρησκοι φωναί των είναι τόσον δυναταί, ώστε ακούονται έως το Αγρίνι. Ανέγνωσα και τα άρθρα της «Αυγής» σας ο συντάκτης λέγει ότι η «Ιωάννα» έχει «το προτέρημα να τον κρατή ώρας ολοκλήρους επ' αυτής ανυπόμονον να εμκμυζήση τα πολλά θέλγητρά της», και παρακάτω ότι είναι βιβλίον «βορβορώδες καί αηδές»' αι δύο αύται φράσεις δεν σας φαίνονται ολίγον αντιφατικαί; Ένας άλλος δημοσιογράφος συγχίζει τον αρχαίον φιλόσοφον Πύρρωνα, τον οποίον αναφέρει ο συγγραφεύς, με τον Γάλλον ποιητήν Πιρόν, πιστεύων, φαίνεται, εις την μετεμψύχωσιν' άλλος πάλιν... Αλλά αγρινιώτικη απλότης είναι το να κάθημαι να θαυμάζω τας πρωτοτυπίας των δημοσιογράφων σας, το αυτό σχεδόν πράγμα ωσάν να εθαύμαζα την αλμύρα της θαλάσσης, τα βώδια ότι έχουν κέρατα ή τα πτερά των πουλιών, ο καθείς θα με επερίπαιζε διά την ανακάλυψιν και θα είχε δίκαιον. Μίαν μόνην συμβουλήν θα μου συγχωρήσετε κ. εκδότα, να δώσω εις τους συναδέλφους σας, την οποίαν, αν ακολουθήσουν, θα γίνουν άτρωτοι ως ο Αχιλλεύς. Η συνταγή είναι εύκολος, συνίσταται εις το ν’ αποφεύγουν ως πονηρούς σκοπέλους τα γεγονότα και τα κύρια ονόματα, να μη ταράττουν την ησυχίαν του Πύρρονος, του Πιρόν καο Βοναπάρτε, αλλά να μιμούνται το καλόν παράδειγμα της «Αληθείας», ήτις επήνεσε την «Ιωάνναv» διά το άσπρο της χαρτί και το βαθύ μελάνι. Όταν δε θέλουν να κατηγορήσουν, τότε να λαμβάνουν ως πρότυπον καο υπογραμμόν τον Άγιον Καρυστίας, όστις με ευαγγελικήν πραότητα δεν ονόμασε τον συγγραφέα της Παπίσσης παρά μόνον «όργανον του Σατανά, έχιδναν, κακοήθη κακούργον», ή τον αξιότιμον συντάκτην του "Ανατολικού Αστέρος» κ. Καλαπόδην, Καλαποδάκην, δεν ενθυμούμαι καλά τό όνομά του, ο οποίος ωνόμασε το βιβλίον ατιμωτικόν. Και επειδή έτυχε περί καλαποδίων ο λόγος, ταύτα με έθύμισαν τα υποδήματα, την φράσιν δηλαδή ενός φίλου μου, όστις διίσχυρίζετο προχθές εις τό καφφενείον του Σπυροπούλου, ότι ο ωφελιμώτερος τρόπος να μεταχειρίζωνται μερικοί άνθρωποι το μελάνι των θα ήτο αν εμαύριζαν μ' αυτό τα υποδήματά των. Αλλ' η επιστολή μου καταντά πολύ εκτεταμένη, ενώ αι στήλαι της εφημερίδος σας είναι δωρικού ρυθμού, ήγουν κονταί και δυσανάλογοι με την γεροντικήν μου πολυλογίαν. Αφίνων λοιπόν δι' άλλη φοράν την εξακολούθησιν ή μάλλον την αρχήν των όσα είχα να σας είπω περί ηθικής, σας παρακαλώ να με πιστεύετε δούλον και συνδρομητήν σας. ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ ΣΟΥΡΛΗΝ Από το βιβλίο ΡΟΪΔΗΣ Εκδόσεις Κ. Μπούζας, 1979
Ετικέτες ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 2
|
|