|
|
5 Μαΐ 2008
 Οι κούρκοι κρώζουν μια χρυσή και οργυαία φτερούγα αετού πάνω απ’ το κεφάλι μου είσαι σύ. Όρνεο και Ποιητής, αρτοποιός και μέθυσος – Μικκύλος («Παναγιά μου ένα παιδί!»). Οι ελαφροί δεν θα μας λένε ελαφρούς αλλά ελαφρόμυαλους, δηλαδή πως πια δεν τά 'χουμε τετρακόσια. Σου γράφω από ένα εβραίικο τσαρδί της Νέας Υόρκης ή Νεοβόρακου, Με μεγαλήγορο πομφολυγώδες ύφος, ενόσω οι Νέγροι έξω απ' το παραθύρι μου (επί τόπων επιχολέρων) βγάζουν ωρυγές ενθουσιασμού (έξω απ’ το παραθύρι μου). Τι έγινε η ταχύπτερη φήμη φίλε μου; Θυμάσαι; μου ψιθύριζες «Νίκο μου! Νίκο!» όταν εγώ πάντα λουτροχαρής και τσίτσιδος γύριζα το κεφάλι αλλού επιζητών κυρίως τα ψεκτά σε όσα παρατηρούσες. Έσβησε η σπίθα της ζωής όμως οι δυο μας στη Σταδίου κάποτε είμαστε φρενίτις σχεδόν ερωτική φθάνουσα μέχρι παραφροσύνης μεθώντας από κέφι και αντικρύζοντας το υψηρεφές μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού. Δειλός εγώ Δεν κατεβαίνω να σε δω Κι η δείλη εσκοτίσθη... από το περιοδικό Μανδραγόρας - τ.1, Νοε.1993-H φωτογραφία του Νίκου Σπάνια είναι από το τ.58/Νοε.1991, της Οδού Πανός-*Περισσότερα για τον Νίκο Σπάνια:- μετά τιμής- Το μαύρο γάλα της αυγής
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
15 Απρ 2008
 Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω; Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω... Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία, κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα που να μου φέρει λίγη ποικιλία. Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα - σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε - και τ' άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε. Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου. Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος! Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος. Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: το Μάρτη... Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει: "Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!" Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει. Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα, κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη, πως μ' ένα φορτηγό - πες της - μπαρκάρισα και τώρα πια να μη με περιμένει... Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε σαν ένας καπετάνιος να με πάρει χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει. Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ' εκούρασα. Μπορεί κιόλας να σ' έκαμα να κλάψεις. Δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μι' απάντηση. Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις... Aπό τη συλλογή "Μαραμπού", στο βιβλίο Μαραμπού και Πούσι Εκδόσεις Γαλαξίας, 1961Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
26 Μαρ 2008
 Τόσα χρόνια γράμματα στις σακκούλες στα συρτάρια στα ντουλάπια Ένα βαγόνι ταχυδρομικό βγαίνει στο δρόμο Κυριακή απόγιομα Περνάει την παραλία ανάμεσα από γυρισμένα κεφάλια Αν τα χαρτιά κιτρίνισαν φταίει ο ήλιος που μπαίνει το πρωί μέσα από γρίλλιες τζάμι κουρτίνες και εισχωρεί στα έπιπλα Μια γραμμή έμεινε μετέωρη ανάμεσα στα γράμματα που γράφτηκαν και εκείνα που θα γραφτούν Από την συλλογή του Κώστα Σουέρεφ Αύρα μετέωρη Εκδόσεις Έψιλον, 1999
(πρωτότυπη εικόνα: pueblo.gsa.gov)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
12 Μαρ 2008
 ... Ο νεαρός που σ’ έχει ερωτευθεί θα δοκιμάσει γράμμα να σου στείλει’ μεσάζων στην περίπτωση αυτή θα είναι η δούλα ή ίσως κάποια φίλη. Πάρε το γράμμα που έστειλε, λοιπόν, και διάβασ’ το ευθύς επισταμένως’ μήπως μας παίζει θέατρο αυτός ή είναι αληθώς ερωτευμένος; Γράψε με καθυστέρηση, κι εσύ’ και μη βιαστείς καθόλου ν’ απαντήσεις, είναι πολύ καλό διεγερτικό αυτές οι λογικές καθυστερήσεις. Μη δίνεις την εντύπωση ποτέ πως είσαι απ’ τα εύκολα κορίτσια’ και, αντιστρόφως, δεν είναι καλό να είσαι όλο «όχι» και καπρίτσια. Να έχει κάτι που να προσδοκά, αλλά και κάτι να τον βασανίζει’ γράψ’ του, κάν’ τον ν’ ανησυχεί, αλλά, κυρίως, κάν’ τον να ελπίζει. Το ύφος σας να είναι γλαφυρό, η γλώσσα της γραφής συνηθισμένη: το ραβασάκι νά ‘ναι διαυγές και να γραφτεί στην καθομιλουμένη. Πολλές γυναίκες είχανε σουξέ απλώς διότι έγραφαν ωραία’ αντίθετα υπήρξαν καλλονές που η γραφή τους στάθηκε μοιραία. Όπως το διευκρίνησα αλλού, αυτά δεν αφορούν τις παντρεμένες μα έχουν κι οι ανύπαντρες ψυχή – να μην τις έχω ενημερωμένες; Και εξηγούμαι: στην επιστολή που θα δεχθεί ο επίδοξος μνηστήρας το χέρι κάποιου τρίτου να φανεί, ποτέ ο γραφικός σας χαρακτήρας. Υπέστησαν πολλές εκβιασμούς, λόγω αυτής της απρονοησίας, και έζησαν για τέρμινα πολλά σε καθεστώς στυγνής τρομοκρατίας. Άναξιος ο άνδρας που κρατεί και έχει γι’ αποδείξεις τα γραφέντα’ είναι σαφώς κατάπτυστος χαφιές – αλλά χαφιές που έχει ντοκουμέντα. Όταν ο άλλος κάνει πονηριές, με σταυρωμένα χέρια δε θα μείνεις: οπλίζεται;…οπλίσου και εσύ – είναι η αρχή της νόμιμης αμύνης. Η λύση στην περίπτωση αυτή: να κάνεις οιονεί πλαστογραφία. κακό αυτό, μα είναι αλλουνού η ηθική, που λέμε, αυτουργία. Τα γράμματά σου θέλουν προσοχή’ σαν πιάνεις το μελάνι και την πένα το μήνυμά σου γράψ’ το καθαρά, και όχι πάνω στα μισοσβησμένα. Ο παραλήπτης της επιστολής θ’ ανήκει σταθερά στο θήλυ γένος: « αγαπημένη» γράφουμε, αλλά βεβαίως εννοούμε « αγαπημένος». Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, κεφ: Βιβλίο Τρίτο Εκδόσεις Καστανιώτη απόδοση: Θεόδωρος Παπαγγελής
(Πρωτότυπη εικόνα: LoveLetter Copyright 2005 Willa Dios)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
9 Μαρ 2008
   Καθήκον πρώτο: γράμμα να σταλεί, και μάλιστα να ‘ναι καλογραμμένο’ το μήνυμα να είν’ ενδεικτικό, γιατί είναι προπομπός εν προκειμένω. Το βασικό ζητούμενο εδώ: κατάλληλη ρητορική για ερωτευμένους και όποιος και αν είσαι, μην ξεχνάς να βάλεις παρακάλια και επαίνους. Με παρακάλια εκάμφθη ο Αχιλλεύς κι επέστρεψε του Έκτορος το σώμα, τα παρακάλια, λένε, συγκινούν και θυμωμένο άγιο ακόμα. Και δίνε υποσχέσεις αφειδώς, οι υποσχέσεις δε σε βλάπτουν ξέρεις’ σ’ επίπεδο υποσχέσεων μπορεί ο πάσα ένας να ‘ναι απλοχέρης. [...] Το ύφος πρέπει να ‘ναι πειστικό’ στον λόγο σου να υπάρχει μεν απλότης, αλλά μαζί και κάτι τρυφερόν, να αισθανθεί πως σ’ έχει ενώπιόν της. Αν αρχικώς φανεί αρνητική και δε δεχθεί το μήνυμα να πάρει, θα το διαβάσει σίγουρα εν καιρώ – εσύ εκεί, χαρτί και καλαμάρι! [...] Αν να διαβάσει θέλησε, σαφώς κάποτε θα θελήσει και να γράψει’ οι εξελίξεις κάποτε θα ΄ρθούν, ακολουθώντας τη δική τους τάξη. Ενδέχεται να λάβεις στην αρχή επιστολή με άσχημα μαντάτα, όπου θα λέει « Μη με ενοχλείς, μη στέλνεις άλλο μήνυμα, σταμάτα!» Λέει το «μη», μα δεν το εννοεί’ θέλει να επιμείνεις – επομένως, συνέχισε απτόητος εσύ, και σύντομα θα βγεις δικαιωμένος. Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, κεφ: Βιβλίο Τρίτο Εκδόσεις Καστανιώτη απόδοση: Θεόδωρος Παπαγγελής Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
22 Φεβ 2008
 Φιγούρα ξωτική και ταξιδιάρικη στο φως του φεγγαριού ανθίζει πάλι γιατί όλη τη ζωή του την εξόδεψε παράφορα γυρεύοντας μιαν άλλη [...] Σαλπάρισε μια νύχτα με πανσέληνο και στο στερνό του γράμμα μού 'χε γράψει: «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»(μελοποιήθηκε από τον Σταμάτη Μεσημέρη)Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ p.
24 Ιαν 2008

Γλυκιά μάνα είναι πολλές ώρες που πέφτει ομίχλη'
ο ποταμός Ναβίλιο σκοτεινός σπάει στα τοιχώματα του
τα δένδρα φουσκώνουν από νερό καίγονται από χιόνι
Δε λυπούμαι στο Βορρά
και πολεμώ τον εαυτό μου.
Όμως συγγνώμη από κανένα δεν προσμένω
και είναι πολλοί αυτοί που μου χρωστάνε δάκρυα
σαν άντρας μ' άντρα.
Ξέρω πως είσαι ανήμπορη, πως ζεις
φτωχή σαν όλες τις μανάδες των ποιητών
και αγαπάς δίκαια και με μέτρο
τον ξενιτεμένο γιο σου. Σήμερα
Σου γράφω εγώ.
«Τελικά, θα πεις, ήρθαν δυο λέξεις από το παιδί
που έφυγε νύχτα σα φυγάδας
μ' ένα σακάκι και λίγους στίχους στη τσέπη.
Το δυστυχισμένο, τόσο άγριο, τόσο παράτολμο είναι
που κάποια μέρα θα μου το σκοτώσουν σε κάποιο μέρος».
Φυσικά θυμάμαι. Ήταν σε κείνον
το σταθμό τον άσημο με τα αργοκίνητα τρένα
που κουβαλούσαν μύγδαλα και πορτοκάλια
στο δέλτα του ποταμού Ιμέρα, γεμάτο κίσσες,
ευκάλυπτους και αλυκές.
Τώρα θέλω να σ' ευχαριστήσω
για την ειρωνεία που μου 'δωσες στα χείλη
το ίδιο απαλή με τη δικιά σου.
Αυτό το χαμόγελο με έσωσε
από κλάματα και πόνους μητέρα.
Και δεν πειράζει που αυτή τη στιγμή κλαίω
για σένα, για όλους που περιμένουν όπως εσύ
χωρίς να ξέρουν τι. Καλέ μου θάνατε,
μην την αγγίξεις. Μη σταματήσεις το ρολόι
να χτυπάει στης κουζίνας μας τον τοίχο.
Τα παιδικά μου χρόνια σμαλτώθηκαν
από τον ήχο της πλάκας του με τα ζωγραφιστά λουλούδια.
Μην της αγγίξεις τα μαραμένα της χέρια, την καρδιά της.
Αλλά ποιος ν' ακούει τάχατες ν' απαντήσει;
Ω, να λυπόσουνα θάνατε να 'χες ντροπή κάποια για τους γέρους
Γεια, σεβαστή, γλυκιά μου μάνα. Γεια σου.
Salvatore Quasimodo
Από την ανθολογία Παζολίνι, Ουγγαρέτι, Κουαζίμοντο
Εκδόσεις Αιγόκερως, 2000
μτφ: Στέλιος Κάτσικας
(φωτ: diariodipoesia.it)Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1, Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
30 Δεκ 2007

Τραβερσωμένοι ας πάμε έτσι ακόμα...
Πρωτοχρονιά έξη φορές μακρυά απ' το σπίτι:
Λιμάνια νέα ακόμα υπάρχουνε για να μας στείλουν,
(κυνηγητό του ναύλου γύρω απ' τα δώδεκα σελίνια
απ' το ποτάμι πάνω για το Κόντινεντ - δε θα τελειώσης).
Πρωτοχρονιά έξη φορές μακρυά απ' το σπίτι,
τα γράμματα έχουν γίνει πια σωρός που τα βαριέμαι
σ' ένα συρτάρι - να μην ξαναγράψης!
... ... ...
από την Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως 1708-1971
του Σπύρου Κοκκίνη
Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1971 Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1, Ποιήματα του Δ.Ι. Αντωνίου, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ p.
9 Δεκ 2007
 Στην τσέπη του παλτού σου παλιό σουσάμι φλούδα φυστικιών και το τσαλακωμένο γράμμα μου. Ξύπνησαν λέξεις φράσεις ανακλαδίστηκαν έτριξα μήνες εκεί μέσα μέρες του κρύου νύχτες απ' την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή μήπως ακούσεις άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου κατά τις πιθανές σου επιθυμίες. Μα τώρα πιά που μπαίνει το Καλοκαιράκι κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντος μας αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας ή αντί να με ξεγράψεις στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο θα σφίξω θα μαζέψω σε σουσάμι ή φλούδι κι απ' τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα. Κάποτε θα μ' αγγίξουνε τα δάχτυλά σου. Από την ετήσια έκδοση 56 Φωνές, Ποιητική Ανθολογία 1982 εκδ. Πρόσπερος, 1983 Συλλογή: Αναπήρων πολέμου - εκδ. Ύψιλον, 1982Ακόμα: - ένα μελοποιημένο ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη στo Juke Box- Γιάννη Βαρβέρη: Απόπειρα στους Δελφούς, στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο- o Γιάννης Βαρβέρης για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, στο μετά τιμής- ο Τάσος Κόρφης στον Γιάννη Βαρβέρη, στο μετά τιμήςΕτικέτες Γιάννης Βαρβέρης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ p.
17 Νοε 2007
 Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωποςτου Τάσου Λειβαδίτη[...] Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό. Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη : Ειρήνη σα να γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου. Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια σα να στεκόσουνα μπροστά σ'ολάκαιρο το μέλλον. Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Aπό τη Ρωμιοσύνητου Γιάννη Ρίτσου VI
[...] Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ' την αρμύρα. Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ' το κεφάλι τής σιωπής στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε βλέπει. Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε όταν θα βγάζεις απ' τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις λεβεντιά και δόξα. [...] VII
[...] Kάθε νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα να βρεί το γιο του απ' την κοψιά του σαγονιού κι απ' τα πέτρινα φρύδια, ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε. Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά. Kουρ- ντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες. Από το αφιέρωμα της ΚΝΕ "Νοέμβρης 1973-2007 34 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου" Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
12 Νοε 2007
 Αγαπητέ πατέρα, μαθαίνω πως δεν είσαι καλά, μα κι εγώ αισθάνομαι βαρύθυμος διότι το παρελθόν είναι μοιραίο γράμμα ανεπανόρθωτα ριγμένο στο ταχυδρομικό κουτί. Σαν γιο με θεωρούσες πάντα βραβείο παρηγοριάς - κληροδότημα, όπως κληροδότημα του σπέρματος είναι το σώμα. Ήμουν ποιητής ενάντια στην πολεμική σου ήμουν ηθοποιός ενάντια στα συνθήματά σου ήμουν τραγουδιστής ενάντια των κραυγών σου - πνεύμα σαν κείμενο γεμάτο διορθώσεις. Αν μπόρεσα να φέρω το σώμα μου στα όριά του, σε μια επίπονη τελείωση - να τα μάτια είναι κάποιος άλλος τα χέρια κάποιου άλλου πιο πολλά ναυάγια από αστέρια στ’ απόνερά μου. Αλλά μπορώ να σημαδεύω τα τετράγωνα ερωτηματολογίων κι έτσι ξέρω τι αισθάνομαι. Μου λένε πως βασίζεσαι στην ποίηση - τη δική μου ποίηση - για ηρεμιστικό. Ότι παίζω ηθοποιός για τη σωτηρία σου ότι το τραγούδι μου θρηνεί τη δυστυχία σου ότι το είναι μου σου έγινε έμπιστη πλαστοπροσωπία. Ο τρόμος πατέρα ο τρόμος είναι να είσαι ολομόναχος μ’ επαναλαμβανόμενο ήχο. Η τραγωδία πατέρα η τραγωδία είναι το κρασοπότηρο με τα σημάδια των χειλιών σου, το μόνο που απόμεινε απ’ ό,τι σε απογοήτευσε. 1990 Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασάνδρα (εικόνα: transformationaltools.com)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
22 Οκτ 2007
 Aς γράψουμε, λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο, κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Aύριο, μεθαύριο θα το βρούν ξεθωριασμένο απ' τη βροχή και τότε θα 'χει πάρει όλο το νόημά του. Από το βιβλίο του Τάσου Λειβαδίτη Βιολέτες για μια εποχή Εκδόσεις Κέδρος, 1985 (στα Μικρά γυμνάσματα λησμονιάς) Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
2 Οκτ 2007
 Την Τιβεριάδα η Καπερναούμ διέσχιζε σιωπηλά με χάλκινα άλογα σε τέθριππο άρμα, όταν σε αιώνα επικλινή απροσδόκητα εκρημνίσθη. Πύρινες σφίγγες εκτινάσσονται απ' τη θρυμματισμένη Γαλιλαία. Ο αέρας σαν πηκτή λάβα λιώνει τη χρυσαλλίδα της ζωής, έρπει στο σκότος και ασελγεί. Η προφητεία καταστροφής προσδιορισμένη. Και ο χρόνος σπαράζει στο αλύχτημα αντεπίθεσης. Από την συλλογή της Γιώγιας Σιώκου "Αδιάθλαστη μοναξιά" Εκδόσεις Πατάκη, 2003
(εικόνα: dkimages com)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
8 Ιουλ 2007
 Πού να βρίσκεσαι άραγε; "Στο Λουτράκι" όπως μου είπαν; Να πιστέψω τα λόγια τους;
Έκοψες κοντά τα μαλλιά σου;
Ζεις σε μονοκατοικία; Σε διαμέρισμα με βεράντα και πολλά λουλούδια; Σε σπίτι που έχει ολόγυρα πεύκα και κυπαρίσσια;
Σε κλείνουν τοίχοι ψηλοί και κάγκελα;
Τα πρωινά βάζεις το τζην που ξέρω; Βρίσκεις ερημικές αμμουδιές; Κολυμπάς - ακόμη - χωρίς μαγιό;
Πόσο ελεύθερη είσαι;
Φοράς το μαύρο σου φόρεμα; Βγαίνεις τα βράδια; Διαλέγεις ήσυχα μαγαζάκια;
Aκούς "Τα παλιά τραγούδια με τους μελλοντικούς ήχους";
Έχεις παιδιά; Είναι ξανθά όπως τα ήθελες; Xαϊδεύεις το κεφαλάκι τους;
Τα μαθαίνεις να τραγουδάνε;
Το δωμάτιό σου βλέπει θάλασσα ή βουνό; Σε θέλγει ο Κορινθιακός; Σε εκστασιάζουν τα Γεράνεια;
Eξακολουθείς να διαβάζεις ποιήματα; Τις νύχτες - εκεί - έχει δροσιά; Σκεπάζεσαι με το λινό σεντόνι; Αφήνεις το παράθυρο ανοιχτό;
Έχεις παράθυρα;
Από το λογοτεχνικό περιοδικό "η λέξη" - τ.164/165, Αυγ.2001
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
2 Ιουλ 2007

Ονειρεύθηκα ένα γράμμα σου στρογγυλό
όπου χωρώ μέσα του ολόκληρος
από το κενό μηδέν του κέντρου
κυκλικά σε ίση απόσταση γύρω μου
διαβάζοντας το χωρίς τέλος μήνυμά σου
με σωσίβιο και θηλειά στο λαιμό
και ήθελα να μου εξηγήσεις γιατί
πρέπει να κοιμάμαι όταν ονειρεύομαι
με μάτια που κοιτάζουν μέσα τους
τι απέμεινε που δεν αφαίρεσε η ημέρα
όταν τα βρίσκει συνεχώς ανοιχτά
αλλά απέφυγες να μου πεις
πριν εγκαταλείψεις το όνειρό μου
με την υπόσχεση ότι θα μου γράψεις
αν και ξέρεις ότι κάθε βράδυ
οι διευθύνσεις στα όνειρα αλλάζουν
Από την συλλογή του Γιώργου Χουλιάρα "Γράμμα"
Εκδόσεις Ύψιλον, 1995Ετικέτες Γιώργος Χουλιάρας, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
16 Ιουν 2007
 Γιάννη μου, πίστεψες πότε πώς σ' είχα λησμονήσει; Έτσι από κάτι αλλόκοτο δε σου 'γραφα ως τα τώρα, Μ' απόψε, καθώς μου 'φερε τη νοσταλγία η δύση (θυμάσαι κάποτε άλλοτε, την ίδια ετούτην ώρα κοιτάζαμε απ' την εξοχή τα χρώματα, τα φώτα που σκόρπιζε το δειλινό στη θάλασσα, στη χώρα; Θυμάσαι που μιλάγαμε για τα παλιά, τα πρώτα Και τις καρδιές μας σμίγαμε στο ρεμβασμό, θυμάσαι;) - κι όλο για σέναν η ψυχή, για σένα απόψε ερώτα και να 'σαι μπρος μου ολάκερος κι αγαπημένος να 'σαι κ' η πέννα μου αθέλητα αρχίνησε να γράφει στο άσπρο χαρτί που η κάθε του γραμμή σού λέει: άσε πια τα πικρά παράπονα και νιώσε πως οι τάφοι δε σβήνουνε τα αισθήματα της νιότης μας των χρόνων, που τις καρδιές μας κάνανε να γίνουνε ζωγράφοι η μια της άλλης των παλμών, των πόθων και των πόνων, - και σ' αγαπώ, σε νοσταλγώ, σε θέλω, σε θυμάμαι, και στις καρδιές μας πάντοτε ας φτερουγίζει μόνο πάντοτε η πρώτη αγάπη μας – κι ας πάμε όπου κι αν πάμε...
Από τη Νέα Εστία - τχ. 992, Νοέμβριος 1968 Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
31 Μαΐ 2007
________στην Ισιδώρασυγχώρα με για τον βαρύ χειμώνα σου αναγγέλω την επιστροφή των πελαργών και σου χαρίζω δυο μικρά πoιήματα να στροβιλίζονται στον κήπο σου σαν ανοιξιάτικες νιφάδες είσαι καλά; Τόλης Νικηφόρου -Ο πλοηγός του απείρου- (εκδ. Nέα Πορεία, 1986 & 2004)Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
15 Μαΐ 2007

Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο,
που ποτέ δεν μου έγραψε,
τα απλά νέα που αφηγήθηκε η Φύση,
με στοργική μεγαλοπρέπεια.
Το μήνυμά της παραδόθηκε
σε χέρια που δεν μπορώ να δω'
για την αγάπη της, αγαπητοί πατριώτες,
να με κρίνετε με τρυφερότητα!
Emily DickinsonΕτικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
29 Απρ 2007
Βαλσαμωμένα λόγια στο γυαλί προθήκης
που ζωντανεύουν ακούγοντας νέα βήματα
επισκέπτη σε μουσείο αλληλογραφίας
νεκρών πια συγγραφέων "αγαπητέ μου"
επιστολών που "εγκάρδια" προς εμάς
πρέπει να απευθύνονται ανασυντάσσοντας
κατάστιχα στο λογιστήριο του μυαλού
όπου αθροίζονται τετριμμένες φράσεις
καθώς "αυτό ευχόμεθα και για εσάς"
διάβασε, μας γράφουν οι νεκροί
Γιώργος Χουλιάρας - Γράμμα- (εκδ. Ύψιλον, 1995) Ετικέτες Γιώργος Χουλιάρας, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1
13 Απρ 2007
Το συστημένο (απόσπασμα)
__________της Γεωργίας
χτυπάει σούρουπο τα κουδούνια ένας άγνωστος
που λέει πως είναι ταχυδρόμος
τρέχοντας κατεβαίνουν οι ένοικοι
ένα σωρό ειδοποιητήρια στο γραμματοκιβώτιο
ένα σωρό προειδοποιητήρια
ώσπου μια μέρα τον είδα απ’ το μάτι
με γκρίζα γενειάδα και βλέμμα ανέκφραστο
να φωνάζει απέξω συστημένο
ανοίγω ανήσυχος το γράμμα
σκίζεται ο φάκελος και γεμίζουν
χώματα τα δάχτυλά μου
βλέπω τότε ένα μαύρο γραμματόσημο
να κοιτάει σαν άδειος οφθαλμός
και στη θέση του αποστολέα ξεθωριασμένο
τ’ όνομα μιας παλιάς αγάπης μου
που μίσεψε νωρίς
αγαπημένε
ελπίζω να λάβεις κάποτε το γράμμα μου
σε τούτη εδώ την Ξενιτιά
τα ταχυδρομεία είναι ανοργάνωτα
τα περισσότερα γράμματα χάνονται
ή φεύγουν καθυστερημένα
και κανείς δεν ξέρει αν φτάνουν
μου λείπεις
...
Στάθης Κουτσούνης
-Παραλλαγές του μαύρου-
(εκδ. Δελφίνι, 1998)
(στη φωτογραφία η είσοδος του ΑTHENS CENTER - 17/2/2007)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1, Στάθης Κουτσούνης, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ p.
|
|