|
|
17 Δεκ 2010
 H φωνή σου πονεμένη έρχεται από τις Άνδεις, Ίμα Σουμάχ! Με πέντε οκτάβες φωτίζεται ο ορίζοντάς μας: Στο νεραντζί, στο κίτρινο, στο πράσινο, στο γαλάζιο, στο άσπρο. Κάθε πρωί. Ανοίγοντας τα παράθυρα αντίκρυ στις Άνδεις, Κάθε πρωί. «Του Ήλιου που Ανατέλλει το Τραγούδι», λες. Άσπρισαν όλου του κόσμου τα βουνά. Στον ξύπνιο τους, πριν απ' του Ορφέα τον καιρό. Ύστερα βγήκε ο ήλιος με πέντε οκτάβες: Στο κίτρινο, στο γαλάζιο, στο νεραντζί, στο άσπρο, στο πράσινο Έτσι δεν είναι Ίμα Σουμάχ; «Το Τραγούδι του Ήλιου που Βασιλεύει» Καθισμένος σε πολιτεία παραθαλάσσια. Λέω κάθε βράδυ το τραγούδι αυτό. Στα καθάρια τούτα νερά αντηχεί το τραγούδι μου: Μενεξελί, κατάμαυρο. Ίμα Σουμάχ, μια χάρη σου ζητώ: Κλείσε τα τζάμια αντίκρυ στις Άνδεις. Να χαρείς, πες ένα βράδυ και το δικό μου τραγούδι! Να τ' ακούσει ο Ποσειδώνας του παλιού καιρού. Να φλογίσουν με πέντε οκτάβες όλα του κόσμου τα νερά: Στο κίτρινο, στο νεραντζί, στο κόκκινο, στο μενεξελί, στο μαύρο. Εντάξει Ίμα Σουμάχ; Zeki Ömer DefneΤο ποίημα "Γράμμα στην Ίμα Σουμάχ" είναι από την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης εκδ. αλφειός, 1981 Μετάφραση: Έρμος Αργαίος
(φωτογραφία: allstarpics.net)Link: - ο Ζεκί Ομέρ Ντεφνέ, στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμοΕτικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
5 Δεκ 2010
 Ένα γράμμα σε στίχους, η ψυχή κάποιου κόσμου που τριγύρω μου ανθούσε και που ανάβρυζε εντός μου, στο σοννέτο χυμένη, θεία φλόγα του βάθους λαχταρεί κι' όλο τρέμει σαν τρελλή φωτιά πάθους. Σ' αρμονίες, σε ρίμες, με φτερά προς τ' αστέρια, σ' αγκαλιάσματα πόθου με μια σκέψη δυο χέρια, κι' απ' τ' απείρου τα θάμπη, του πελάγου τα μάκρη σαν χαμόγελο κάτι, πόνου αόριστου δάκρυ. Κι' ω φωνές σαν τραγούδια, που πνιγμένα στο κύμα σε ναυάγια κι' αβύσσους κρυφό ανοίγετε μνήμα. Στης Αγάπης το βράχο μες το φως γυμνό πλάσμα να τ' ακούσω ήλθα πάλι των ασμάτων σου τ' άσμα! Κάποιο δείλι ένα γράμμα, ένα γράμμα σε στίχους, ο παιάνας που αντήχει με τους ίδιους τους ήχους, πίσω εκεί ν' αντιλάλει μια ψυχή κάποιου κόσμου μ' ό,τι γύρω μου ανθούσε, μ' ό,τι ανάβλυζε εντός μου!.. Από την Νέα Εστία, τχ. 244 Φεβρ. 1937
Η φωτογραφία της ποιήτριας είναι από τον Πανδέκτη (pandektis.ekt.gr/pandektis/)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
17 Νοε 2010
 Ζώ όπως πάντα Στριφογυρίζω, συλλογιέμαι. Μόνο που μπαίνω χωρίς εισιτήριο στο τραίνο, στο βαπόρι, Δίχως παζαρέματα ψωνίζω Τις νύχτες είμαι σπίτι μου, ραχάτι δε μου λείπει (Να μπορούσα ν' άνοιγα το παράθυρο σα με πιάνει πλήξη) Αχ... πώς θέλω, πότε πότε, να ξύσω το κεφάλι μου Λουλούδια να κόψω, κάποιο χέρι να σφίξω. Melih Cevdet AndayΑπό την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης εκδ. αλφειός, 1981 Μετάφραση: Έρμος Αργαίος
(εικόνα: izmirdesanat.org)Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
5 Νοε 2010
 Μετά από λίγο, θα 'χω συνηθίσει στον τρόπο που ανοίγει η γη και με τυλίγει Κάθε φορά που βγάζω περίπατο το σκύλο Ή στην πλατύγυρη γελοία μουσική που τη γεννάει ο άνεμος Σαν τρέχω κυνηγώντας ένα λεωφορείο — Τα πράγματα έτσι έφτασαν εκεί. Και τώρα, κάθε νύχτα μετρώ τ' άστρα, Και κάθε νύχτα, φτάνω στον ίδιο αριθμό. Κι όταν αυτά δε θέλουν να βγουν για να μη μετρηθούν Μετρώ τις τρύπες που αφήνουν. Κανένας πια δεν τραγουδάει. Κι ύστερα, χτες το βράδυ, ανέβηκα στις μύτες των ποδιών μου Στην κάμαρα της κόρης μου και την ακούω Με κάποιον να μιλά, και όταν άνοιξα Την πόρτα, δεν ήτανε κανένας... Ήταν μονάχα αυτή γονατισμένη Και κύτταζε τα σταυρωμένα χέρια της. LeRoi Jones (Amiri Baraka) Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά Από την παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης "ο μαύρος αδελφός" εκδ. τύμφη, 1972(φωτογραφία: alloveralbany.com)
Ακόμα: o LeRoi Jones, στo μετά τιμής[σημείωση: η απόδοση του ονόματος του ποιητή στην ελληνική γραφή είναι της ανθολόγου-μεταφράστριας]Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
18 Οκτ 2010
 Είναι ξανά χειμώνας, κρύες σφαίρες της πνοής μας που μεταμορφώνονται σε κορμιά. Είμαι ακόμα φυλακή, τρώω πιατέλες κόλλα για πρωινό. Ξυπνάω από το ντους του προβολέα στην αυλή την βίαιη σκιά ανθρώπου που τρέχει όπως έπρεπε να είχα τρέξει κι εγώ, όπως έπρεπε να είχα αναρριχηθεί αφήνοντας πίσω φεγγάρια από τα δάχτυλά μου εκεί που να μην τα 'βρισκε κανένας. Δέκα χρόνια και δε μου πάει να σκεφτώ ότι το 68 ήμουνα τόσο ηλίθιος, τσουγκρίζοντας ποτήρια με ένα στρατιώτη, φωνάζοντας Viva Dubcek, Viva Svoboda, Viva Socialisme. Στα εικοσιοχτώ γέρασα, θυμάμαι τα μπουκάλια που γεμίζαμε με κουρέλια από τα φορέματα των μανάδων μας, κι αυτή την αργή λέξη Soviet που την προφέραμε σε ένα ρυάκι ροχάλας. Θα μπορούσα να 'χα ερωτευτεί. Υπήρχαν πολλές γυναίκες στους δρόμους που φώναζαν για τριαντάφυλλα. Θα 'πρεπε να τους είχα δώσει λεφτά, να κουβαλούσα τα πέταλα σ' ένα δωμάτιο όπου μπορεί να 'πεφτα στο κρεβάτι, μια γλώσσα ν' άνοιγε το πρωί τα μάτια μου. Τώρα ν' αγγίξω τον εαυτό μου; Δεν υπάρχει. Carolyn Forché Μετάφραση: Στάθης Γουργουρής
- η λέξη - τ.58/Οκτ. '86
(φωτογραφία: voiceseducation.org)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
6 Οκτ 2010
 Αγαπητή μου Έβελυν σε σκέπτομαι συχνά στης ζούγκλας μέσα την αναμπουμπούλα - με το δίκαννο χτες χτυ(ι)ποπποτάμισα κι έκατσα και λεπτομερώς κατέγραψα τα πάντα να στα δώσω ραπόρτο αλλά χαθήκανε στη φασαρία μέσα - Βλάφτει να πίνεις εδώ πέρα παρ' όλο που, όπως ξέρεις, το 'χω κόψει. Αύριο λέω να βαδίσω μόνος Βαθιά στης ζούγκλας τα έγκατα. Όλα είναι γκρίζα ξέρεις, Πράσινο μόνο στην κορφή (εκτός κι αν έχει πέσει δέντρο χάμω). Ο ήλιος κατεβαίνει, πλοπ, κι είναι απαίσια Δεν κάνεις κέφι να χωθείς στης ζούγκλας το καμίνι Μόνο τρελός θα το 'θελε κάτω απ' αυτόν τον ήλιο Καθότι λιάζονται και οι ανακόντες, Έβελυν, κι απ' ό,τι βλέπω Η τροφή δε μοιάζει να τους έχει λείψει. Προς το παρόν αυτά, απ' τον αγαπημένο σου σύζυγο, Γουίλφρεντ. Stevie Smith Μετάφραση: Μάγια Διαμάντη
Από τον περίπλου - τ.51/2002
(φωτογραφία: bbc.co.uk)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
18 Σεπ 2010
 Φίλη μου σε σκέφτομαι Το χρυσαφένιο χρώμα σου τη χάρη σου Το σπίτι είναι άδειο από τότε που η ηλιαχτίδα μου Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα Αν δεις τα υποβρύχια Πες τους πως σ' αγαπώ Αν σε συναντήσουν τα σύννεφα Πες τους πως σε λατρεύω Αν η καταιγίδα χτυπά δυνατά τους βράχους της παραλίας Πες τους πως είσαι ο πολύτιμος λίθος μου Αν κάποιος κόκκος άμμου λάμπει ανάμεσα στις χιλιάδες κόκκους άμμου της ακτής Πες του πως είσαι το μοναδικό πετράδι που αγαπώ Όταν δεις τον ταχυδρόμο Πες του με πόση ανυπομονησία περιμένω τα γράμματά σου Σου στέλνω χίλια φιλιά χίλια χάδια Που θα σε συναντήσουν όπως συναντούν την κεραία του ασυρμάτου Αν δεις πληγωμένους Πες τους πως η μόνη μου πληγή είναι εκείνη που έκανες εσύ στην καρδιά μου Αν με θυμάσαι κάποτε να ξέρεις πως η σκέψη μου είναι πάντα σε σένα Και πως σε λατρεύω
Guillaume Apollinaire Μετάφραση: Ειρήνη Ριτσώνη - Μπομπόλου
Από την Πανδώρα - τ.5/1999
(φωτογραφία: bibliotheques.uqam.ca)
Ετικέτες Γκιγιώμ Απολλιναίρ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
6 Σεπ 2010
 Τέλος πάντων ένα σούρπο θα γυρίσω -όπως σου 'πα- τούτο χρόνο ή τον άλλονε -κι' όπως έφυγα, μόνος- ένα σούρπο που μέσα του θα 'χει όλα τα σούρπα και τα χρόνια όλα ο χρόνος. Και θα πάω τέλος πάντων στο γραφείο μου, ως όταν σένα αχνή στην απόσταση η μορφή σου μου εμίλει, και θα είναι σαν -τότενες που με αγάπας- θα ρχόταν ένα γράμμα σου φίλη... Κι' ας μη ρχόταν! Γω θα 'κανα σαν νάχ' έρθει και σάμπως το 'χω λάβει και μου 'γραφες λόγια εκεί, αγαπημένα, και -σαν τότε- εγώ θα 'γραφα στο απόσπερνο θάμπος ένα γράμμα για σένα. Κι' ας μη το 'στελνα! θα 'κανα σαν να εσύ το 'χεις λάβει κι' απ' τα μάτια σου κύλησε ατη γραφή του ένα δάκρυ -κι' ως σκυφτή, το λυχνάρι της όξω η νύχτα θ' ανάβει, εγώ θα κλαίω σε μιαν άκρη... Από την Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2009 - τόμος 66ος(αναδημοσίευση από την Φ.Π. 1943)
(η φωτογραφία του Γ.Σκ. είναι από το kanithos.gr)Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
25 Αυγ 2010
1.
Στην αρχή οι Χριστιανοί δυσφορούσαν για τους λεπτούς τρόπους των Ελλήνων. Το ίδιο ένιωθαν για τη Ρώμη της αυτοκρατορικής περιόδου, για τη λατρεία της επιτυχίας που έτρεφαν οι Λατίνοι. Τα δικά τους Θεοφάνεια, τα μυστικά που τους έτρεφαν, αφορούσαν την απελπισία και τη συμπάθεια που ένιωθαν ο ένας ταπεινωμένος για τον άλλον. Κι όμως, τα Ευαγγέλια γράφτηκαν στα ελληνικά: λαλιά του θαύματος, γλώσσα των τεχνών. Ο Έλληνας Χριστός, που ζούσε στην Αρκαδία, έσπειρε τα λόγια της ειρήνης, της αλήθειας και της φιλίας. Ισορροπώντας ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θεϊκό στοιχείο, δεν αύξησε το βιος του υποφέροντας. Το μαρτύριο είναι όπως ο θάνατος, δεν έχει κανένα βάρος διότι τίποτε δεν τον ακολουθεί. Ήταν λοιπόν ο Καλός Ποιμήν, ο φίλος των αμνών. Οι φιλόσοφοι της Στοάς γνώριζαν βέβαια τι σήμαινε ο τρόμος της ζωής, που μόνο εκείνος τον οποίον όλοι εγκατέλειψαν οφείλει να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο. Ιδού τι δίδασκε το Σώμα από τα ύψη του Σταυρού, μετεωριζόμενο μεταξύ Γης και Ουρανού. Αλλά οι φιλόσοφοι ήξεραν ήδη τι σήμαινε να στέκεσαι μπροστά στο Τίποτα. Οι Έλληνες ανακάλυψαν θεούς μέσα στη γλώσσα, ενώ οι Ευρωπαίοι μελέτησαν τη σχέση που συνδέει τη Λέξη με το Πράγμα. Οι Ευρωπαίοι ήθελαν να μάθουν τι απογίνονται οι λέξεις όταν η Ψυχή μεταβεί στο βασίλειο του θανάτου, τι παθαίνουν τα πράγματα, το Σώμα, π.χ. ως πράγμα, μετά την τελική κρίση. Οι Χριστιανοί μελέτησαν πάντως τις σχέσεις λέξεων και κινήσεοον. 2. ... ...Szilárd Borbély Μετάφραση (από τα αγγλικά) : Γιώργος Βέης
Από την Ανθολογία Νέων Ούγγρων Ποιητών "Η κοινή μας φούγκα" Εκδ. Γαβριηλίδης, 2010
(φωτογραφία: litera.hu)
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
22 Ιουλ 2010

Δεν έχω ένα φύλλο απ' τα παλιά πράσινα δέντρα.
Σου γράφω τη λύπη μου σ' αυτό το χαρτί.
τόσο ελαφριά που να στη φέρει ο άνεμος,
τόσο καλή και τρυφερή που να μη παραξενευτεί ο ήλιος,
ευγενική σαν τη σιωπή που περπατεί στο χορτάρι
τη νύχτα, απλή και καθαρή σαν το νεράκι που τρέχει
και δε μαντεύεις πως το γέννησε η χτεσινή καταιγίδα.
Πολλοί σκοτώθηκαν. Πολλοί ζούμε. Όλοι μας είμαστε
λαβωμένοι. Είναι βαρύς από τον πόνο μας ο κόσμος.
Mε τη σιωπή της θάλασσας θα λάβεις τη λύπη μου.
Σου στέλνω αυτό το αιώνιο μου Μη με λησμόνει!
Είναι ένα φως διπλωμένο ανάμεσα σ' ένα μικρό συννεφάκι.
Σου στέλνω αυτό το αρνάκι, μια κ' είσαι κοντά στο Θεό,
να τ' οδηγήσεις σ' ένα πράσινο κήπο του.
Σου στέλνω αυτό το βρέφος με το τσακισμένο ποδαράκι.
Ανέβασέ το στο παράθυρο με τον αυγερινό,
κοντά στον κόσμο, κοντά στο όνειρο,
κοντά στην καλοσύνη σου, που είναι ζεστή σα μια ανάσα μητέρας,
κοντά στο τζάκι που ονειρεύεσαι με το χέρι στο μέτωπο
την ευτυχία του πεινασμένου, του στρατιώτη, του άρρωστου.
Βάλτο κοντά στην πράσινη σημαία. Κοντά στο κόκκινο
άλογο. Στη μητέρα σου πλάι, που τριγυρισμένη
απ' του Γενάρη τους σπουργίτες, γνέθει την ελπίδα.
Βάλτο κοντά στο στεναγμό της φιλίας. Κοντά-κοντά.
Βάλτο να κάτσει, κι άνοιχτου σαν ένα γέλιο το παράθυρο
να ιδεί τον κόσμο.
Από τον ιστότοπο mani.org.gr
Ακόμα:
- ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στα αυτοβιογραφικά
- κι άλλα ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου με θέμα τα γράμματα εδώ, στο γράμμα σε χαρτί
- για τον Νικηφόρο Βρεττάκο: parnonas.orgΕτικέτες Νικηφόρος Βρεττάκος, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
4 Ιουλ 2010
 Ξενιτεμένε γιόκα μου - μου γράφει η μάνα η έρμη, ως πότε τάχα οι μέρες σου στα ξένα θα κυλούν; Ως πότε το κεφάλι σου, στου κόρφου μου τη θέρμη, τα χέρια μου να σφίξουν θα ποθούν; Φτάνει πια ν' ανεβαίνουνε σε ξένη, φως μου, σκάλα, τα πόδια σου που οι χούφτες μου ζέσταναν μια φορά, φτάνει η καρδιά σου, όπου άδειασα του στήθους μου το γάλα, να μου πικρομαραίνεται μακρυά. Στ' αδράχτι πια κουράστηκαν τα χέρια τα τραχειά μου, κι' είναι ως να υφαίνω σάβανο στα ολάσπρα μου μαλλιά, Αχ! Ας σε δουν τα μάτια μου, σαν άλλοτε σιμά μου κι' ας σφαλιστούν, κι' ας μην ανοίξουν πια. Έρμη στην πόρτα κάθουμαι και καρδιολυπημένη' κι' απ' τους περάτες γερανούς μαντάτα σου ζητώ. Η ιτιά που με το χέρι σου παιδί είχες φυτεμένη μου κάνει κιόλας ίσκιο ζηλευτό. Μάταια η φτωχή τ' άπόβραδα να μου 'ρθεις περιμένω' τα παληκάρια προσπερνούν και φεύγουν του χωριού, κι' ο βοϊδολάτης κι ο ζευγάς διαβαίνουν κι' εγώ μένω, μονάχη συντροφιά του φεγγαριού. Στο ρημαγμένο σπίτι μας που πια μ' έχετε αφήσει, πότε με σέρνει ο τάφος μου, και πότε αυτό τρελλά' - χελώνα που το καύκαλο τής έχουν λες τσακίσει, μ' απάνω αυτή τα σπλάχνα της κολλά. Έλα, ακριβέ μου, σκόρπισε χαρά στο πατρικό σου, κι' η πόρτα μας ρημάχτηκε, τ' αμπάρια είν' αδειανά. Μα είν' άνοιξη! κι' άπ' το μικρό σκεβρό παράθυρό σου τα σπουργιτάκια μπαίνουνε ξανά. Απ' το κοπάδι πού 'χαμε παλιά, μόνο ένα κριάρι στη στάνη μας απόμεινε, παιδάκι μου, γερό' που όμως, θυμήσου, η μάνα του, κάποιον καιρό, κριθάρι απ' την παλάμη σου έφαγε, θαρρώ. Τριφύλλι και ριζόφλουδες ολοένα το ταΐζω' και στην ουρά την πλούσια του δίνω τροφή μ' αυτό, και το μαλλί του μ' ακριβό ένα χτένι το χτενίζω, τόσο το δόλιο μού είν' αγαπητό. Σ το γυρισμό σου, γυιόκα μου, θα το ροδοστολίσω, και στην ολάνθη νειότη σου θα το θυσιάσω πια, κι' από το αίμα του τα πόδια σου θα γλυκοπεριχύσω (*) να ξαποστάσεις απ' την ξενητειά. Daniel Varujan (Taniel Varuzhan) Μετάφραση: Κούλης Αλέπης
Από την Παγκόσμιο Ανθολογία - τόμος β' Εκδ. Γεωργίου Παπαδημητρίου, 1953 (*) Παλιό αρμένικο έθιμο θέλει να βρέχουν με αίμα κριαριού τα πόδια εκείνων που γυρίζουν από την ξενητειά, για να ριζώσουνε στην πατρίδα.Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
23 Ιουν 2010

Τα λίγα γράμματα σου δεν ελέγανε
τα τόσα που 'χουν πει οι ερωτευμένοι'
ήσαν απλά, λιγόλογα κι' η ζήλεια σου
φαρμακερή σ' αυτά ήτανε χυμένη.
Φοβόσουν πάντα μα ποτέ δεν τόλεγες
μην έρθει ένας εχτρός σου και μ' αρπάξει,
ένα μαχαίρι μέσα μού ζωγράφιζες
που θα μπορούσε να με σφάξει.
Στο τέλος πάντα επαναλάβαινες
τρεις λέξεις μόνο «είσαι δική μου»
που μπήγονταν βαθιά κι' ολόισια
σαν τρία καρφιά μέσ' στην ψυχή μου.
Κι' ύστερα γλυκά σφράγιζα το γράμμα σου
με των δοντιών μου τη σφραγίδα
και το 'παιρνα τη νύχτα στο κρεβάτι μου
καθώς τον κύκνο η Λήδα.
Από την Παγκόσμιο Ανθολογία - τόμος β'
Εκδ. Γεωργίου Παπαδημητρίου, 1953
Ακόμα:
η Ρίτα Μπούμη Παππά, στα αυτοβιογραφικά
η Ρίτα Μπούμη Παππά, στο juke box, η ποίηση στο τραγούδι
Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4, Ρίτα Μπούμη Παππά
5 Ιουν 2010
 Πρέπει να σου μιλήσω... Δίχως σκιάδι στα μάτια, δίχως μάτια που ν' απαντούν στον πρωινό σου χαιρετισμό, μέναμε όρθιοι όταν ο ήλιος πυρπολούσε βράχια, βλέφαρα, καρδιές, όταν μες στη βροχή τη νύχτα ξεκλέβαμε μια μακρυνή μουσική, κι όμως με το μάγουλο πάντα μες στη ζεστή σας παλάμη, ακόμα κι όταν την τραβούσατε μακρυά, ακόμα κι όταν καν δεν την απλώνατε, ακόμα κι όταν λέγαμε: Καλύτερα έτσι, καλύτερα!..Κανείς ποτέ δε μπόρεσε να μας αποστερήση την παλάμη αυτή... Μα τώρα το καλοκαίρι μπήκε μέσα στο καλύβι μας. Ίσως να ήρθε ξαφνικά. Ίσως να πέρασε το φράxτη όταν εμείς βρισκόμαστε στο πλοίο και πώς να δης εκεί τα xόρτα που κιτρίνισαν... Όμως ήρθε... Οι σκιές σκληράνανε μαζί με το κριθάρι. Κ' οι πέτρες κάτω στο ποτάμι καίνε. Δε μπορείς άλλο να ρωτάς τον άνεμο... Όταν γλυκαίνουν τα σταφύλια, το αύριο πηδάει πίσω απ'τη μάντρα τ' αμπελιού και φεύγει. Οι σκιές σκληράνανε. Οι λέξεις τεντώσανε και τρίζουν. Απαιτούν να ειπωθούν... Θα σου μιλήσω μπροστά στο πέλαγος κ' η φωνή μου θα σε φτάση... ...Αλήθεια, έχεις σκεφτή ποτέ, τι 'ναι για μας αυτή η μακρυνή ομιλία; Φυσικά, δεν ξέρεις το πόσο σ' αγαπώ. Ίσως καμμιά φορά να συλλογιέσαι: ...Μα ναι.., Θάπρεπε!..Ίσως καμμιά φορά να λες..- μα τι να λες;.. Ένα κλωνί της σκέψης σου δεν μπορώ να πιάσω... Οι καθημερινές φροντίδες, λέει... Η ζωή με τις απαιτήσεις της, λέει... Άλλωστε δεν είναι εκείνη που φαντάζεσαι...Μα ποιος είπε πως εγώ φαντάζομαι; Εγώ ξ έ ρ ω!.. (απόσπασμα)Από την Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη (τόμος 3ος) Τα Νέα Ελληνικά, 1972Ακόμα: ο Τίτος Πατρίκιος, στα Λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμοΕτικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
24 Μαΐ 2010
όπως γράφαμε στα δεκαεπτά χρόνια μας (με τον τρόπο των «ΦΥΛΛΩΝ ΤΕΧΝΗΣ»)Νύχτα και μέρα βασανίζομαι μαζί σου Για τα μάτια τα χείλη το κορμί σου Νύχτα και μέρα βασανίζομαι μακρυά σου Κι από το χιόνι πιο κρύα η καρδιά σου Κρύα η καρδιά σου ωσάν το κρύο το χιόνι Κι ο βοριάς κι ο χειμώνας δυναμώνει Σε λίγο ένας σταυρός θα ξεπροβάλει Στον τάφο της αγάπης μου και πάλι Και δε θα κλάψω και θα σε ξεχάσω Κι όπως πουλί που κυνηγάς στο δάσο Που αν χαθεί θα 'ρθουν άλλα να καθίσουν Στο δέντρο σου φωλιές κι άλλες να χτίσουν Θα καρτερώ από τ' άσβηστό μου αστέρι Μιαν αγάπη καινούργια να μου φέρει Από το βιβλίο Μηνάς Δημάκης, Ανθολόγιο στην ποίησή του εκδ. Δοκιμάκης, 2008Ακόμα: - ο Μηνάς Δημάκης στο χωρίς άλλη αναβολή και - το ποίημά του "Άσε με ήσυχο" εδώ, στο "γράμμα σε χαρτί"Ετικέτες Μηνάς Δημάκης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
6 Μαΐ 2010
 Το θόρυβο της πόρτας που θα κλείνει πίσω σου σαν φύγεις θα τον σκεπάσει ένα ξαφνικό φρενάρισμα στο δρόμο έξω ή έστω μια κλήση στο τηλέφωνο στο διπλανό σπίτι. Έτσι πως έφυγες δε θα καταλάβει μήτε η πόρτα, ανάμεσα της πέρασες φεύγοντας, μήτε ο ταxυδρόμος την άλλη μέρα είναι βέβαιο στις 12 το μεσημέρι θα ρίξει το γράμμα στην πόρτα. Κάθε μέρα Ένα γράμμα 365 γράμματα Ο παραλήπτης πάντα εσύ. Το θόρυβο της πόρτας που θα κλείνει πίσω σου σαν φύγεις θα τον σκεπάσει η φωνή ενός σκύλου που ουρλιάζει στην πάρα κάτω γωνία. Από το βιβλίο Αρχαία Βρέφη (συλλ. Αρνητικά ειδώλων) εκδ. Άκμων, 1980Ετικέτες Γιώργος Χρονάς, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
24 Απρ 2010
 Φαρμάκ' είνε τ' αχείλι μου και μαύρ' είν' η καρδιά μου Απ' τον καιρό που σ' έχασα, μονάκριβ' έρωτά μου! Του κάκου τόσες της ζωής χαρές και τρικυμίες, Της νιότης τα ονείρατα, του κόσμου οι ιστορίες, Τριγύρω μ' ανυπόμονα πετούν και θορυβούνε Και τη στολή του τραγουδιού γυρεύουν να 'ντυθούνε' Τ' αφίνω κι' απελπίζονται, και φεύγουν πεισμωμένα, Παιδιά που τα παράτησεν η μάννα γυμνωμένα. Μα όταν σε στοχάζωμαι, - κατάλευκα λουλούδια Χθες 'ς άγριο βάτο έβλεπα γεμάτον απ' αγκάθια — Για σένα έχω μοναχά παρθενικά τραγούδια 'Σ της ερημιάς τα βάσανα, 'ς της ξενητειάς τα πάθια. Νάξερες... κάθε δειλινό, την ώρα που θα σβύση Ο ήλιος μέσ' 'ς τη θάλασσα, 'ς το βράχο ανεβαίνω Και κάμπο, θάλασσα, ουρανό, βουνά, χωριά, τη φύσι Του Μάϊ τη γιορτιάτικη κυττάζω, και προσμένω. Αλλά του κάμπου οι εμμορφιές μού λένε μ' ένα στόμα Πως λείπ' η εμμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα. Και το γλυκάνισο, σπαρτό 'ς ταλώνι' αράδα αράδα, Η πειο χλωρή και πρόσχαρη απ' όλες πρασινάδα, Κ' εκειά τα στάχυα τα ξανθά που όλω τα πειράζει Τ' αέρι ερωτικώτατο κ' είνε γεμάτα νάζι, Κ' οι παπαρούνες, ωσάν νιες τρελλές και ξαναμμένες Μέσ' 'ς τα ανθισμένα κλήματα, μητέρες προκομμένες, Και οι εληές οι ταπεινές, μα πλούσιες περίσσια, Κ' οι λιγερές καλόγριες, τα μαύρα κυπαρίσσια, Και το βουνό με τις 'ψηλές χιονόστρωτες κορφές του Κι' ο βράχος με τα σχίνα του και τις αλισφασκιές του Κι' η 'λιόκαφτη χοριάτισσα, και το λευκό κοπάδι, Και το χωριό το ήμερο, και τ' άγριο λαγκάδι, Όλες αυτές οι εμμορφιές μού λένε μ' ένα στόμα Πως λείπ' η εμμορφάδα σου, αγάπη μου, ακόμα. Για να μου δώσουνε σωστή του Μάι την εικόνα' Τόρα δέ' φτάνουν από με να διώξουν το χειμώνα. Όταν 'ρημάζη ο χωρισμός την άτυχη καρδιά μας Κ' η πρασινώτερη άνοιξις είν' ερημιά 'μπροστά μας' Το κρυσταλλένιο το νερό απ' του βουνού τη ράχι Μέσ' σε θολό γυαλί θολή πάντα θωριά θε νάχη. 'Σ τη θάλασσα το μάτι μου μονάχα όταν γυρίση, Βρίσκει μεθύσ' ηδονικό, παράξενο μεθύσι. Η θάλασσα που 'ς τον κρυφό και φοβερό της όγκο Φωλιάζει κάθε κεραυνός, και κάθε αρμονία, Απ' του φιλιού τη στεναξιά ως του θεριού το βόγγο, Μου δίνει με την όψι της γλυκά παρηγορία Κ' ελπίδα με το κύμα της που 'ς τ' ακρογιάλι σβύνει. Ανώτερη κι' από τη γη κι' απ' τον αιθέρα εκείνη Γιατί κ' οι δυο με όλα τους την έχουνε μοιράνει, Κάνει για μένα θαύματα που ο Θεός δεν κάνει' Όταν 'ς αυτή τη θάλασσα που τόσω με μεθάει Ο ήλιος κάθε δειλινό να πέση αργοκινάη, θαρρώ πως πάει, αγάπη μου, ο ήλιος να σε φέρη, Και ρόδ' αφίνει 'πίσω του 'σα να μου λέη: κ α ρ τ έ ρ ε ι. Και να! κι' από το σύννεφο εκείνο που προβάλλει Ωσάν κανέναν άγγελο να κρύβη χρυσομάλλη, Κι' απ' τ' άλλο που 'σα' μενεξές θεόρατος πετιέται Κι' απ' τον αφρό που 'ς την κορφή του κύματος γεννιέται Και μέσ' απ' το απέραντο των ρόδων περιβόλι, Απ' όλη αυτή τη θάλασσα κι' από τη δύσι όλη, Το κάθε ροδοσύννεφο, το κάθε κρινοκύμα Εσένα ξεσκεπάζει' Πότ' ενός γλάρου έχεις φτερά, πότε νεράιδας βήμα, Τόρα θεάς μυστήριο, τόρα παιδούλας νάζι. Μ' απλώνεις τα χεράκια σου, μου γνεύεις, με κυττάζεις, Μ' ευφραίνεις με χαμόγελο, με δάκρυο με σπαράζεις, Και πότε κράζεις «έρχομαι», και πότε κράζεις «έλα...» Α! τι γεννά του χωρισμού, της μοναξιάς η τρέλλα! Εις της αυγής τον ουρανό εν άστρο καμαρόνω Που μόνο λαμπυρίζει' Και του 'δικού μας έρωτος τον ουρανό στολίζει Ένα φιλάκι μόνο. 'Σαν τώς καρδιών μας την αυγή, 'σάν της αυγής τα κάλλη Ένα μονάχα όνειρο κι' ο ύπνος μου προβάλλει' 'Σ την αγκαλιά μου οδηγεί κάθε νυχτιά εσένα Κι' ατέλειωτο, απαράλλαχτο, πληθαίνει ολοένα Το πρώτο και το ύστερο φιλάκι μας εκείνο, Από καϋμό και παρθενιά χρυσής στιγμούλας κρίνο. Κι' όταν ξυπνώ, κ' οι τέσσαρες της κάμαρας μου τοίχοι Μου δείχνουν ολοφάνερα της νιότης μου την τύχη, Αχ! όλα είνε όνειρα, στοχάζομ', εδώ χάμου, Κ' ένα δεν είνε όνειρο μονάχα: η ερημιά μου! Μάιος 18... Από τα Άπαντα Κωστή Παλαμά (τ.1ος) εκδ. Μπίρης, 1972Ακόμα: ο Κωστής Παλαμάς, στα ΑυτοβιογραφικάΕτικέτες Κωστής Παλαμάς, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
6 Απρ 2010
 Σαν ένα γράμμα έγινε η ζωή μας με κάποιο μήνυμα πολύ σπουδαίο, που χάθηκαν μέσα στα κύματα, τους πρόσφυγες, κι ο αποστολέας του κι ο παραλήπτης... Όμως το γράμμα δε χάθηκε' πηγαινόρχεται από ταχυδρομείο σε ταχυδρομείο χωρίς ποτέ κανείς να τ' ανοίξη, χωρίς ποτέ να το πετάξη, πάντα με την επιγραφή στο φάκελλο επείγον
και τα ξεθωριασμένα ονόματά μας στις δυο πλευρές, που μόνο οι ταxυδρομικοί τα λένε πια όπως προφέρουν οι σοφοί στα εργαστήρια ονόματα οργανισμών που εξαφανίστηκαν... Από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη έκδ. Τα Νέα Ελληνικά - Αθήνα, 1972Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4, Τίτος Πατρίκιος
22 Μαρ 2010
 Αλίμονο μου! Έχασα το γράμμα του. Το 'χα βαλμένο ανάμεσα στο δέρμα και στο στηθόπανο, κάτω από τη ζέστη του κόρφου μου. Έτρεξα και θα μου 'πεσε. Πάω να το ζητήσω ξαναγυρίζοντας στον ίδιο δρόμο: αν το 'βρισκε κανείς θα το 'λεγε στη μάνα μου και θα τις έτρωγα μπροστά στις κουτσομπόλες αδερφές μας. Αν το βρήκε κανένας άντρας, θα μου το ξαναδώσει' κι ακόμη αν θέλει να μου μιλήσει κρυφά, ξέρω τον τρόπο να του τ' αρπάξω. Μ' αν είναι καμιά γυναίκα που το διάβασε, ω Δία Φύλα- κα, προστάτεψε με! Γιατί αυτή θα το μαρτυρήσει σ' όλο τον κόσμο, ή θα μου πάρει τον αγαπητικό μου. Pierre Louÿs Μετάφραση: Γκρέκο
Από το βιβλίο Τα τραγούδια της Βιλιτώς εκδ. Φαρφουλάς, 2008
(εικόνα: macworld.com) Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
4 Μαρ 2010
 Πάντα, Λουσιέν, είμαι όμοια λυπημένος. Πάντα, αλλόκοτες σκέψεις, μαύρες όσο και φωτεινές, με τυραννούνε τόσο! Και για τον κόσμο νιώθω τυφλωμένος. Τον ουρανό του πρωιού, ξαγρυπνισμένος, κοιτάζω με ανακούφιση' και πόσο, αχ, πόσο σ' αγαπώ, Λουσιέν! Ωστόσο νιώθω πάντα πολύ δυστυχισμένος. Πελώριος, τρομερός, μες στο σκοτάδι το ανήσυχο, είναι Κάποιος, κάθε βράδι που έρχεται, με βραχνή, ακριβή μου φίλη, φωνή, νέες δυστυχίες να μου αναγγείλη. Μα γιατί κ' η γλυκιά σου θύμηση, όμως, να πέφτη πάνωθέ μου ως μέγας τρόμος; Dimitar Boyadjiev Μετάφραση: Άρης Δικταίος με την αρωγή του Στέφανου Γκέτσεφ
Από την Ανθολογία Βουλγαρικής Ποιήσεως εκδ. Δωδώνη, 1971Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
20 Φεβ 2010
 Από το δρόμο ακούγεται η σάλπιγγα του ταχυδρόμου. Τι είν' αυτό που σε κάνει να σκιρτάς έτσι, Καρδιά μου; Ο ταχυδρόμος δεν έχει γράμματα για σένα: Γιατί χτυπάς έτσι αλλόκοτα, Καρδιά μου; Νάτος λοιπόν ο ταχυδρόμος που 'ρχεται από την πόλη Όπου κάποτε είχα μι' αγάπη γλυκιά, Καρδιά μου! θα 'θελες να πας και να ρωτήσεις Πώς πάν' τα πράγματα εκεί πέρα, Καρδιά μου; Wilhelm Müller Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης
Από το βιβλίο Το χειμωνιάτικο ταξίδι εκδ. Άγρωστις, 1989 Ετικέτες ΠΟΙΗΜΑΤΑ 4
|
|