<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d88644137678078798\x26blogName\x3d%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1+%CF%83%CE%B5+%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/\x26vt\x3d510492861033858170', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

γράμμα σε χαρτί

"Στην τσέπη του παλτού σου παλιό σουσάμι, φλούδα φυστικιών και το τσαλακωμένο γράμμα μου." - Γιάννης Βαρβέρης
 

Ángeles Mastretta: Ο καημός του έρωτα

29 Σεπ 2008


Τα γράμματα των Σάουρι έφταναν με καθυστέρηση και με δυσκολία. Ίσως περισσότερες από τις μισές σελίδες που η Χοσέφα και ο Ντιέγο προόριζαν για να διηγηθούν στην κόρη τους μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια όλων αυτών που διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια ή στη φαντασία τους αυτά τα χρόνια, να κοιμούνται ακόμα σε κάποια γωνία απ' αυτές που κρύβουν τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Γράμματα έρχονταν και από τη Μιλάγρος, που αν και διαμαρτυρόταν συνεχώς για την ξεροκεφαλιά που είχε οδηγήσει τόσο μακριά την ανιψιά της, καταλάβαινε καλύτερα από τον καθένα το πείσμα που την κρατούσε εκεί. Κι ύστερα, σαν έκπληξη, κουβαλώντας μυρωδιές από την παιδική της ηλικία, άρχισαν να φτάνουν γράμματα και από τη Σολ, που είχε περάσει από το μήνα του μέλιτος στη μια εγκυμοσύνη μετά την άλλη. Τα μηνύματά της απέπνεαν μια κούραση ανάκατη με φόβο, συναισθήματα που νόμιζε πως κατόρθωνε να κρύβει πίσω από τη λογική και τον παντοτινό καθωσπρεπισμό της. Τα πιο τακτικά και ξεκάθαρα γράμματα ήταν αυτά του Σαβάλσα, κι αυτά που δεν έρχονταν ποτέ, του Ντανιέλ. Η Εμιλία συνήθισε να ζει με τη σιωπή του σαν ένα παράπονο, γιατί από την αρχή είχε αποφασίσει να τον κλάψει όπως αυτούς τους νεκρούς που φεύγουν ενώ δεν έχουμε κάνει ακόμα το καθήκον μας γι αυτούς. Ο Ντανιέλ - είχε πείσει τον εαυτό της - ήταν δυο άνθρωποι: ο ένας ήταν αυτός που σκαρφάλωνε μαζί της στην καμπύλη του νιόβγαλτου φεγγαριού, αυτός που ακύρωνε όλα της τα όνειρα, επειδή κανένα όνειρο δεν ήταν καλύτερο από την πραγματικότητα όταν ήταν οι δυο τους μαζί. Ο άλλος ήταν ένας προδότης που ανέβαινε στο άλογο της επανάστασης για να πάει να σώσει την πατρίδα, λες και μπορούσε να υπάρχει κι άλλη πατρίδα εκτός από το κρεβάτι που μοιράζονταν.


Από το βιβλίο της Άνχελες Μαστρέτα Ο καημός του έρωτα
σε μετάφραση Κατερίνας Ρούφου
Εκδόσεις Ωκεανίδα, 1998

(εικόνα: susanbanthony.net)

Ετικέτες

Νίκος Καββαδίας: Γράμμα απ' τη Μαρσίλια

25 Σεπ 2008


Έσχισα, φίλε μου, πολλά χαρτιά για να σου γράψω.
Εδώ η Μαρσίλια μ'έκαμε πολύ να ζαλιστώ,
κι όμως δεν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, αγαπητέ μου,
χωρίς και μες στη ζάλη μου να σας συλλογιστώ.

Σας εσκεφτόμουν στο Μπουλβάρ ντε Νταμ σαν περπατούσα
ανάμεσα σε δυο τροτέζ που έκαναν σαν τρελές,
ενώ μιλώντας δυνατά τριγύρω μου περνούσαν
άνθρωποι απ' όλες, θα 'λεγες, του κόσμου τις φυλές.

Κι έπειτα πάλι στη μεστή από κόσμο Κανναμπιέρα,
στο Πόρτο Βέκκιο, στην τεφρήν οδό Σαιντ Ονορέ,
κι ακόμα, συγχωρήστε με, σας ένιωθα μαζί μου
στα θορυβώδη και γιομάτα κόσμο καμπαρέ.

Βορινοί ναύτες μπλέκονται με θερμαστές του Νότου,
στα γόνατά τους κάθονται κορίτσια της δουλειάς,
παίζει το πιάνο μοναχό και μια μικρή σφυρίζει
έναν παράταιρο σκοπό μιας μελωδίας παλιάς.

Κι ύστερα σαν απ' το Ταρτάν εβγήκα μεθυσμένος
και νόμιζα το σώμα μου ανάξιο και μικρό,
πολύ κοντά σας ένιωθα να μου χαμογελάτε
μ' εκείνο το παράξενο το γέλιο, το πικρό.

Και μόνον όταν στην Κορνίς, σε κάποιο γκρίζο σπίτι,
γύρω από εβραίους που 'χανε με γυναικεία ντυθεί,
σας έχασα για μια στιγμή απ' τα μάτια μου, μου εφάνη
ο φύλακας μου άγγελος πως είχε πια χαθεί.

Αύριο φεύγω και μαζί μου φέρνω στην Αθήνα
ανάμνησες παράξενες, πολλές, με το σωρό
και κάποιο δώρο θλιβερό, προϊόν της Μασσαλίας,
που μια Πωλίν μου χάρισε προχθές στα Numeros...


Από το βιβλίο του Νίκου Καββαδία Μαραμπού και Πούσι
Εκδόσεις Γαλαξίας, 1961

Ετικέτες

Πινακοθήκη ~ Pierre Duval-Lecamus (1790-1854)

21 Σεπ 2008

6Woman writing a letter6

Ετικέτες

ο Άγγελος Σικελιανός προς τον Φώτο Γιοφύλλη

17 Σεπ 2008


25 Ιαν.1913
Αγαπημένε μου!

Ο επιλοχίας μου λέγεται Ιωάννης Ματθαίος. Ο λόχος 17ος. Στρατωνίζεται εις το Πανεπιστήμιον. Είναι λόχος προσκολλήσεως. Όσα περισσότερα γράψης για τον επιλοχία μου, τόσο περισσότερον με γλυτώνεις. Είναι το πιο μεγάλο ρουσφέτι που μπορώ να γυρέψω. Είσαι πρωθυπουργός. Είσαι αρχηγός του στρατού! Είσαι ό,τι θέλεις. Αλλά μ' υποχρεώνεις όσον δεν μπορείς να φαντασθής.

Εις το αυριανό φύλλο λοιπόν. Γλύτωσέ με.

Σε φιλώ
Άγγελος


Σημείωση του Φώτου Γιοφύλλη
...Με παρακάλεσε λοιπόν ο Σικελιανός να γράψω στο φύλλο λίγα λόγια για να περιποιηθούμε τον επιλοχία του και μάλιστα μου εξήγησε τα εξαιρετικά προσόντα του[...] Και το αποτέλεσμα ήτανε να μπουν στο φύλλο του Σαββάτου 26 Γενάρη 1913 του "Αστέρα", στη στήλη "Μικρά Χρονικά" της 3ης σελίδας τ' ακόλουθα:

Oι στρατιωτικοί μας. - Ο ενταύθα δέκατος έβδομος λόχος προσκολλήσεως, ο στρατωνιζόμενος εις το Πανεπιστήμιον, αριθμεί μεταξύ των υπαξιωματικών του τον επιλοχίαν Ιωάννην Ματθαίον. Ο υπαξιωματικός ούτος είναι δραστηριότατος και παρά πάντων των υπ' αυτόν ανδρών λατρεύεται δια την ευθύτητα εν τη υπηρεσία του, αλλά και διά την πατρικήν φροντίδα, ην προς τους στρατιώτας δεικνύει, ενώ συγχρόνως γνωρίζει να κρατή την πειθαρχίαν εις το αρμόζον αυτή ύψος.


Από το βιβλίο του Φώτου Γιοφύλλη Γράμματα του Άγγελου Σικελιανού
Εκδόσεις Μαυρίδη, 1952

Ετικέτες

Carme Riera: Σου αφήνω, αγάπη μου, τη θάλασσα για ενθύμιο

12 Σεπ 2008


Δεν σε ξέχασα. Σού 'γραφα κάθε βράδυ. Φύλαγα προσεκτικά τα γράμματα σ' ένα κουτί ερμητικά κλειστό, μήπως και κάποια μέρα τα διάβαζες ένα προς ένα. Τώρα ξέρω, πως όταν σκεφτόμουν ότι κάποια μέρα η ανάγνωση των γραμμάτων μου θα σε απασχολούσε ώρες, πως θα ξαναγύριζες αναπότρεπτα σε μένα, ήταν μονάχα μια αμυχή ευτυχίας με μηδαμινή σημασία. Ζήλευα ό,τι σε περιτριγύριζε, ό,τι εγώ δεν ήξερα. Τα πηγαινέλα σου στην πόλη, τον κόσμο που μπορεί να γνώριζες, τη δουλειά σου. Εκείνο το καλοκαίρι είχες πρόγραμμα να τελειώσεις την από πολύ καιρό αρχινημένη διατριβή σου, στα πρόθυρα πια του τέλους της. Μού 'χες ζητήσει να σε βοηθήσω στην ταξινόμηση, στη βιβλιογραφία, πράγμα που θα μου επέτρεπε να 'μαι όλες τις ώρες μαζί σου. Πού βρίσκεσαι, στ' αλήθεια, με τα τόσα σου χαρτιά; Δεν ξέρω, και αυτό με γεμίζει λύπη. Αν είχα τουλάχιστον κανένα νέο σου. Δεν θέλησες να σημειώσεις την διεύθυνσή μου. Έσκισες το χαρτί που σ' την έδινα και βούλωσες τ' αυτιά σου όταν, ενώ έφευγα για το σπίτι, σου την επαναλάμβανα.
- Άσε καλύτερα να περάσει ο καιρός.
- Πιστεύεις ότι ο χρόνος μπορεί να τα σβήσει όλα;
- Aς ευχηθούμε ότι μπορεί. Φτάνει να συνεργαστούμε.

Εγώ δεν συνεργάστηκα...


Από το βιβλίο της Κάρμε Ριέρα Μάρτυρές μου οι γλάροι
Εκδόσεις Ήριννα, 1981

Ετικέτες

Μηνάς Δημάκης: Άσε με ήσυχο

7 Σεπ 2008


(επιστολή - όπως γράφουμε σήμερα)

Τώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Ουρλιάζουν
Ζητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Ανακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Με τις αστραπές
Όσα δεν ξαναγυρίζουν

Να μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ως το θάνατο
Για έξι μήνες για ένα χρόνο
Με maximum τα τρία χρόνια
Και δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Κράταγαν μια νύχτα ως μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Και δε βαρέθηκα ακόμη

Είσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
Ο έσχατος
Για σκέψου αν σκέπτεσαι
Αλλ' ας σκεφθούμε
Τώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θάταν λίγο αστείο
Βέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Αλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Με κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Τα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Κι άλλοτε βαθιές καταxνιές
Το στόμα σου
Λες δεν υπάρxει πιο όμορφο στόμα;
Το σώμα σου
Αυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Τρέξε λοιπόν να προλάβεις

Η μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Την άλλη ανάμνηση
Κάνουν μια
Το ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Κάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο


- Από το βιβλίο Μ. Δημάκης, Πορεία μέσα στη νύχτα
της σειράς του Ανθολόγου Ερμή
εκδ. Ερμής, 1999
και
- από την ανθολογία Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση
(επιμ: Περιοδικό "η λέξη")
Εκδ. Καστανιώτη, 2000


Ακόμα:
- ο Μηνάς Δημάκης στο
χωρίς άλλη αναβολή
και
- το ποίημά του "Επιστολή ρομαντική" εδώ, στο "γράμμα σε χαρτί"

Ετικέτες ,