<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d88644137678078798\x26blogName\x3d%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1+%CF%83%CE%B5+%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/\x26vt\x3d510492861033858170', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

γράμμα σε χαρτί

"Στην τσέπη του παλτού σου παλιό σουσάμι, φλούδα φυστικιών και το τσαλακωμένο γράμμα μου." - Γιάννης Βαρβέρης
 

Πινακοθήκη ~ Mary Cassatt (1844-1926)

26 Σεπ 2009

6The letter6

Ετικέτες

Γιάννης Τόλιας: Μια συνουσία ανάγνωση

21 Σεπ 2009


Κρατούσα το γράμμα της κλειστό
σε σημείο απρόσιτο
μυστικό
Η υποψία αρώματος που ανάδιδε με τρέλαινε
Τα βράδια η ανάσα του
έκλεβε τη δική μου
Διχασμένος στην προοπτική της αποκάλυψης
ή μιας επώδυνης προσμονής
άφηνα τις μέρες να περνούν
Η σφραγισμένη επιστολή
ένοχη ερωμένη
ερέθιζε τη σκέψη
στροβίλιζε τις πιo σκοτεινές επιθυμίες
Η αίσθηση της άδικης συνύπαρξης
του ονειρικού με το γήινο
Και ο τρόμος μιας αιφνίδιας απώλειας
ή της απόδρασης των λέξεων
με έκανε ακραία να σκέφτομαι
αν θα ζούσα την επόμενη μέρα για να τη διαβάσω
Απρόσμενα μια νύχτα τα αρσενικά φωνήεντα
ανάβουν το εσώτατο φως
και ο φάκελος γίνεται διάφανος
Έκπληκτος θαυμάζεις τους γυμνούς ώμους
των θηλυκών λέξεων
την επιτηδευμένη αθωότητα απόρριψης
του τελευταίου ενδύματος
Οι γραμμές καμπυλώνουν
Ο πόθος σαλπίζει το εγερτήριο των αισθήσεων
Εξαίσια σώματα
Η ερωτική συνεύρεση των λέξεων
Μια νυχτερινή παραβολή που ερμηνεύεται μόνο
από την αμαρτία
σε μεταμορφώνει
σε μέγα ηδονοβλεψία των διφορούμενων νοημάτων

Ας συγχωρεθεί η θωπεία μιας τέτοιας επιστολής

Υπαίτιος όμως είναι ο αποστολέας
που παγιδεύει την αφή
και αφήνει τις λέξεις
μόνο με τη μαύρη δαντέλλα της επιθυμίας
που ξετυλίγεται και κυματίζει
αθέλητος νικητής
μιας συνουσίας ανάγνωσης.


Από το βιβλίο Λυσίπονον
εκδ: περί τεχνών, 2008

Ετικέτες ,

ο Γιάννης Μαυρουδής στην Άννα Κινδύνη-Μαυρουδή

15 Σεπ 2009


24-8-64
Ο Σαχινίδης έφερε το πολύτιμο κουτί-κασετίνα, με τον πρα­γματικό θησαυρό από χρώματα, μολύβια, μελάνια, όπως και το πλατύ κουτί με τα παστέλ.

Βρε Άννα, αν τα είχα όλ' αυτά πριν χρόνια θα γινόμουν ζωγράφος! Μόλις το άνοιξα, έκανα σαν τη μάνα μας. Τα μύριζα, τα ψηλαφούσα, τα δοκίμαζα και τα χάιδευα με τα μάτια. Για να δούμε αν και πότε θα τα χρησιμοποιήσω. Ήθελα να συμμεριστώ με κάποιον την ευχαρίστηση μου και φώναξα το γιο μου να με «βοηθήσει» να τα βγάλουμε κι αυτός άλλο που δεν ήθελε και δος του να με ρωτά τι είναι τούτο, τι είναι το άλλο. Και τώρα, μόλις ξυπνήσει με ρωτά «Μπαμπά, πότε θ' αρχίσουμε δουλειά;». Με πρώιμη νοημοσύνη και ζωντανός, κάνουμε οι δυο μας θαυμάσια παρέα.

Σήμερα η Μαίρη, το παιδί κι εγώ το ρίξαμε έξω. Πήγαμε σε κείνο το καφενεδάκι «Μπαμ-Μπουμ». Ήπιαμε, οι γονείς, ούζο. Φυσούσε κι ένα αυγουστιάτικο αεράκι και ήμασταν ωραία. Λοιπόν, θες το ούζο, θες η δροσούλα και η μικρή αυτή αλλαγή, θες η υγεία ένιωσα πόσο λίγα πράγματα θέλει ο άνθρωπος για να είναι καλά, για να νιώθει καλά, και πόσο είναι κρίμα να τον θυμούνται οι άλλοι σαν τσακισμένο και μίζερο, πράμα εξευτελιστικό σχεδόν... του ανδρισμού, ας πούμε, και της ζωντάνιας του, της προσωπικότητας του. Εσύ έχεις πολλή σοφία με το να τονίζεις κάθε φορά τη σημασία της γεροσύνης, συνειδητοποίησες αυτή τη σημασία και ξέρεις την αξία της.

Όλοι αρχίζουν και συνηθίζουν τον αποχωρισμό του παλικαριού μας, του Νίκου. Η ελληνική ζωή μπορεί να έχει τις σκοτούρες που τόσο δύσκολες συνθήκες τη βαραίνουν, μα το να είναι πάντα τόσο τρανταχτά τα κοινά, δεν σ' αφήνουν να κλείνεσαι στο ατομάκι σου. Ο Δήμος από τώρα μου δείχνει έναν παπά και μου λέγει «ο Μακάριος». Μάλιστα, Άννα. Από τα γεννοφάσκια μας γινόμαστε πολιτικά όντα, και η μια γενιά ακολουθεί τ' αχνάρια της άλλης, ο Δήμος, τρίχρονος, και παίρνει μέρος στην «Πορεία της ειρήνης», ξέρει τον Λαμπράκη, κι ακόμα πολύ πριν, μωρουδάκι, μου έδειχνε με το δαχτυλάκι του τις φωτογραφίες, κι έλεγε «Να ο Γκαγκάριν!» Σε γεγονότα όπως τα τωρινά, πολιτικοποιούνται όλοι και η Κύπρος έγινε ένα μεγάλο ξυπνητήρι συνειδήσεων. Ακούς τους εφημεριδοπώλες να διαλαλούν τα νέα, το φοιτηταριό να κινείται και μαζικά να ξεχύνεται, οι άνθρωποι να συζητούν, μπαίνεις αμέσως σε άλλη ατμόσφαιρα από την της απομόνωσης. Θυμούμαι πως η Μάνα μας χρόνια είχε να ξεμυτίσει από το σπίτι. Όμως, με το έμπα-έβγα των παιδιών της, με τις ασχολίες τους, τις σκοτούρες τους, τη δράση και προσδοκίες τους ζούσε σε ανοιχτόν αέρα και είχε ενδιαφέροντα ίσαμε την τελευταία της ώρα, και ας έλεγε «Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μυρίζω». Δεν πρέπει, λοιπόν, να νομίζεις πως εδώ «ζούμε κλειστά». Σε πολλά άλλα μπορεί να υστερούμε απ' αυτού, μα τα προβλήματα και τα ενδιαφέροντα μας είναι φλογερά. Είναι καλό που ζητούμε τα πάθη να έχουν αλήθεια και οι αλήθειες να έχουνε πάθος, γιατί αυτό σημαίνει πως δεν αρκούμαστε ούτε στην απλή «θεώρηση», ούτε σ' ένα στείρο συναισθηματικό ψευτορομαντισμό.

Αυτές τις μέρες η Μ. κι εγώ ζητούμε μεταφραστική δουλειά. Το Λεξικό Ελευθερουδάκη μου προτείνει κάποια δουλειά συνεργασίας «πρωτότυπης». Βιογραφικά ορισμένων ζωγράφων κ.λπ. Θα δεχθώ οπωσδήποτε. Αν πρόκειται για ζωγράφους σύγχρονους, του αιώνα, μα για ξένους θα πρέπει να βρω πηγές. Δεν ξέρω αν αυτό το «Panorama de l' Art International Contemporain» βοηθά σχετικά. Βιογραφικά σημειώματα Ελλήνων είναι πιο εύκολο, αφού μπορώ να τους το ζητώ και ανάλογα να επεξεργάζομαι την περίπτωση.

Δουλεύω, φυσικά, πολύ δύσκολα, κι αυτό καταντά μειονέκτημα από άποψη επαγγελματική. Όταν π.χ. μου δοθεί το θέμα «Ζωγραφική» (στην Ελλάδα) ή «Βυζαντινή τέχνη», με την τάση που έχω να μην κάνω τίποτα το τσαπατσούλικο, σημαίνει αυτό μήνες και μήνες μελέτες, αναδρομές σε βιβλιογραφίες, μερονύχτια, πνευματικό ξεζούμισμα, σωστή και υπεύθυνη εργασία σε παρθενικό έδαφος, αφού με τη μέθοδο μας θέλουν άλλο κοίταγμα.

Θέλω να επικοινωνώ μαζί σου, μα καταλήγω να σου γράφω πολύλογα και πού, και πού ασήμαντα ίσως.

Δεκαοκτώ χρόνια αλληλογραφούμε κι έγινε πια ψυχική και πνευματική μου ανάγκη αυτή η αλληλογραφία. Συγχώρα, λοιπόν, τον αδερφό σου αν καμιά φορά φλυαρεί, κι ας είσαι μαζί του, ουγκαταβατική, και όπως πάντα, μεγαλόκαρδη.

Φιλιά
Γιάννης


Η επιστολή και η φωτογραφία είναι από το βιβλίο Γράμματα στην αδελφή του
εκδ. Δίφρος, 1988

Ετικέτες

Αντρέας Νενεδάκης: Τα πορτοκάλια είναι πικρά τον Οχτώβρη

9 Σεπ 2009


Διάβασε το μπιλιέτο και ρώτησε τ' όνομά μου. Του το 'πα και με ξαναρώτησε τι δουλειά έκανα πριν και πού αλλού έχω εργαστεί. Σκέφτηκα να κρύψω τις τελευταίες μου απασχολήσεις μια και ξέρω τι εχτίμηση έχουν οι άνθρωποι σαν και μένα. Όμως θα το μάθαινε από το φίλο του και δε θα είταν καλό να το κρύψω.
Είμουνα λογοτέχνης, είπα και θα συνέχιζα λέγοντας πως τα 'χω παρατήσει και θα του αράδιαζα και τι άλλο μπορούσα να κάμω, όταν τον είδα να στριφογυρίζει στην καρέκλα πιο γρήγορα, να σταματά στο τέλος και να ορθώνεται. Σκέφτηκα πως έκαμα μεγάλη γκάφα και άρχισα να τα βάζω με τον εαυτό μου όταν τον βλέπω νά 'ρχεται κοντά μου και να με πιάνει απ' τους ώμους.
Είσαι λογοτέχνης; μου λέει δυνατά. Αλήθεια; Είσαι;
Σάστισα. Πήγα να το σκεπάσω, να το αλλάξω, όμως δε μ' άφηνε.
Μου χρειάζεται, μου χρειάζεται ένας λογοτέχνης, φώναζε.
Πήγε έκλεισε την πόρτα και μου 'πε να καθήσω. Ζαλίστηκα. Αυτό πού 'θελε από μένα είταν το δυσκολώτερο πράμα στο κόσμο μια κ' είχα αποφασίσει ν' αλλάξω επάγγελμα. Είταν ένας παράξενος άνθρωπος και το μεσημέρι που τρώγαμε σ' ένα εστιατόριο πολυτελείας μου 'πε τι μ' ήθελε.

Είχε παντρευτεί δυο φορές στη ζωή του και η ευτυχία δε τον είχε επισκεφτεί ακόμη. Έκανε σαν δυστυχισμένος και θα τον λυπόμουνα αν δεν τον ζήλευα για το στομάχι του. Έτρωε συνέχεια και μού 'λεγε για τη μοναξιά του, για την ερημιά του και στο τέλος με ρώτησε αν ξέρω να γράφω ερωτικές επιστολές.
Όχι, του είπα, όμως το άλλαξα αμέσως και τον βεβαίωσα πως δικές μου δεν έγραψα ποτές, όμως ξένες μπορούσα να γράψω, μόνο έπρεπε να 'χω τα στοιχεία που χρειάζονταν και άλλα πολλά.
Μου ανάθεσε λοιπόν να του γράψω δυο ερωτικές επιστολές και να του τις πάω την άλλη μέρα. θα έπαιρνα για την κάθε μια ένα ποσόν και αν του άρεσαν θα μ' έπαιρνε στο γραφείο του μόνιμο.
Κάθησα τη νύχτα και αράδιασα μερικά κατεβατά και ξάπλωσα περισσότερο λυπημένος γιατί δε μπορούσα να ξεφύγω. Κι' όταν τις διάβασε ενθουσιάστηκε και μου 'πε πως θα με πληρώνει με το κομμάτι. Για κάθε γράμμα που θα του παράδινα θα μού 'δινε πενήντα δραχμές και μ' έβαλε και υπόγραψα κι' ένα συμφωνητικό γιατί όπως μου 'πε τ' άρεσαν οι καθαρές δουλειές και μού 'δωσε κι' ένα αντίγραφο.

Στρώθηκα λοιπόν πάλι στο γράψιμο και σε μια βδομάδα έγραψα εκατό. Τις καθαρόγραψα και σκεφτόμουνα πως μπορούσα να λύσω και το πρόβλημα της ζωής μου μ' αυτό τον τρόπο.
Τις πήγα πρωί-πρωί το πρώτο Σάββατο και με τους λογαριασμούς τους δικούς μου θα περνούσα δυο μήνες με τα έσοδα που θα είχα. Τις άφησα στο γραφείο πάνω και στάθηκα περιμένοντας χωρίς να μιλώ.
Τι είναι αυτά; με ρώτησε.
Εκατό, του είπα.
Τι εκατό;
Εκατό γράμματα.
Εκατό γράμματα! πέντε χιλιάδες!
Πέντε χιλιάδες.
Δεν είμαστε καλά είπε, ζύγισε μάλιστα και τό χαρτί έτσι στα χέρια του και του φάνηκε σαν λίγο βαρύ.
-Εκατό γράμματα! Σε πόσες μέρες τα 'γραψες;
Αυτές τις μέρες, του είπα.
Νομίζεις πως θα με γελάσεις, είπε, εγώ έχω ν' αγοράσω εκατό σαν και σένα και δε μπορώ να γράψω ένα ερωτικό γράμμα και συ έγραψες εκατό σε πέντε μέρες; Από πού τ' αντίγραψες;

Στα χέρια μου είχα το συμφωνητικό, όμως τ' άφησα κι' αυτό μαζύ με τα γράμματα και σηκώθηκα κι' έφυγα. Μήτε σκέφτηκα αν θα τα χρησιμοποιούσε, μήτε μ' ένοιαζε.
Και κάθε φορά τώρα που θα πιάσω στα χέρια μου εφημερίδα κοιτάζω τη στήλη των συνοικεσίων και γνωρίζω τις τυποποιημένες αγγελίες του «προϊσταμένου μου».
«Ζητώ να γνωρισθώ με νέαν καλής οικογενείας, ευπαρουσίαστην, υψηλήν, μορφωμένην, ευγενικιάν με σκοπόν τον γάμον. Γράψατε» κ.λ.π. κ.λ.π.

Και σκέφτομαι πως δεν πήγε ολότελα χαμένος ο κόπος μου, γράφοντας εκείνα τα εκατό γράμματα.


Από το βιβλίο του Αντρέα Νενεδάκη Τα πορτοκάλια είναι πικρά τον Οχτώβρη
Αθήνα, 1975

Ετικέτες

Γκαμπριέλ Θελάγια: Γράμμα στον Ανδρέα Μπαστέιρα

3 Σεπ 2009


(1)
Ανδρέα, αν και μου βγάζεις το σκούφο σα διαβαίνω
και «κύριο» με φωνάζεις, λιγάκι μουδιασμένος,
γιατί ίσως δεν εγκρίνεις που δε φορώ γραβάτα,
που προσπαθώ να γίνω ίσος με τον καθένα
κι ανταλλάζω μαζί του, στο: εσύ, ένα: εσύ, όλο φτήνια,
που δεν είμαι, όπως θέλεις, ο σεβαστός αφέντης,
το γερό στήριγμά σου,
και μου απλώνεις το χέρι χαλαρό, μουδιασμένο
σαν κουρελόπανο άθλιο τρισαιώνιου σκλάβου,
δεν είμαστε δυο ξένοι.
Τους καημούς σου τους νιώθω. Μα να σ' ανακουφίσω
δεν μπορώ λέγοντάς σου ποιο ειν' άδικο, πιο δίκιο.

(3)
Είμαστ' όλοι ενωμένοι απ' την κοινή προσπάθεια,
απ' ασχολίες αντρίκιες, από 'να πνεύμα ομάδας,
δουλειές που ελάχιστα έχουν με αισθήματα να κάνουν
— να φύγει αυτή η παραγγελία τότε, με τόσο κόστος,
να φτιαχτεί αυτό τ' αμάξι μέσα σε λίγες ώρες —
και ποτέ δε μιλάμε για ετούτες τις σκοτούρες
για τα θαύματα ετούτα
για το πού 'ναι η προσπάθεια το παν σ' αυτόν τον κόσμο
κι ο μισθός κι η οικογένεια πράγματα άσχετα, μάταια,
δευτερεύοντα, ασήμαντα, δίχως νόημα κανένα.
Η δουλειά πάνω απ' όλα, ιερή κι αγιασμένη
και μονάχη αναγκαία.

(9)
Κοίτα Ανδρέα, τους άντρες με τα επιδέξια χέρια,
με τα χέρια που φτιάχνουν μηχανές ή ντουλάπια,
στιχοπλάκια η παπούτσια,
τα χέρια που κρατώντας περίπλοκα εργαλεία
σκαρώνουν, όλο τέχνη, ραδιόφωνα και σπίτια,
μα είναι φορές που μένουν, ασάλευτα, απλωμένα,
πάνω απ' τ' ανέκφραστο άσπρο μιας πεθαμένης κόλλας.
Χέρια ανθρώπινα, σπάνια,
χέρια πρωτομαστόρων,
χέρια εραστών σε κάποιου
πολυxάιδευτου στήθους τα μέτρα καμωμένα
και χέρια αλαφιασμένα που ο σπαραγμός τα σπρώχνει
δυνατά να σφιχτούνε ψάχνοντας το 'να τ άλλο.

Gabriel Celaya


Από την Ανθολογία Σύγχρονη Ισπανική Ποίηση
εκδ. Γνώση, 1989
μτφ: Ηλίας Ματθαίου

Ετικέτες