<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d88644137678078798\x26blogName\x3d%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1+%CF%83%CE%B5+%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/\x26vt\x3d510492861033858170', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

γράμμα σε χαρτί

"Στην τσέπη του παλτού σου παλιό σουσάμι, φλούδα φυστικιών και το τσαλακωμένο γράμμα μου." - Γιάννης Βαρβέρης
 

ο Γκαίτε προς τον Σίλλερ

29 Απρ 2009

o Johann Wolfgang von Goethe προς τον Johann Christoph Friedrich von Schiller

Φρανκφούρτη, 9 Αυγούστου 1797

Χωρίς το παραμικρό εμπόδιο έφτασα στη Φρανκφούρτη ευχαριστημένος και υγιής και συλλογίζομαι τώρα σ' αυτό το ήσυχο και φωτεινό σπίτι, τι θα πει στην ηλικία μου να ταξιδεύω στον κόσμο. Στα νεανικά χρόνια, τα πράγματα μάς εντυπωσιάζουν και μας ταράζουν περισσότερο, γιατί δεν μπορούμε να τα κρίνουμε και να τα συγκεντρώσουμε, αλλά τα καταφέρνουμε ευκολότερα μαζί τους, γιατί προσλαμβάνουμε μόνο αυτό που κείται στον δρόμο μας και λίγο προσέχουμε δεξιά κι αριστερά. Αργότερα γνωρίζουμε περισσότερο τα πράγματα, μας ενδιαφέρει ένας μεγαλύτερος αριθμός από αυτά και θα τα βγάζαμε άσχημα πέρα αν δεν μας βοηθούσαν σ' αυτές τις περιπτώσεις η εσωτερική ησυχία και η μέθοδος. Θέλω να τα τακτοποιήσω τώρα όλα όσα μου συνέβησαν αυτές τις οχτώ ημέρες, να δοκιμάσω στη Φρανκφούρτη σαν μια εκτεταμένη πόλη όλα τα σχήματα και να ετοιμαστώ μετά για ένα μακρινότερο ταξίδι.

Μου έκανε εντύπωση αλήθεια, πώς είναι φτιαγμένο το κοινό μίας μεγαλούπολης. Ζει σε μία διαρκή παραφορά του κέρδους και της κατανάλωσης, και αυτό που ονομάζουμε εμείς δημιουργική διάθεση δεν μπορεί ούτε να προκύψει ούτε να κοινοποιηθεί• όλες οι ψυχαγωγίες, και το ίδιο το Θέατρο, είναι για τη διασκέδαση μόνο, και η μεγάλη κλίση του αναγνωστικού κοινού περιοδικά και μυθιστορήματα προξενείται ακριβώς από αυτό, γιατί προκαλούν διασκορπισμό μέσα στον διασκορπισμό.

Παρατήρησα επίσης ένα είδος δέους απέναντι σε ποιητικά δημιουργήματα ή τουλάχιστον καθόσο είναι αυτά ποιητικά, που μου φαίνεται τελείως φυσιολογικό γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους. Η ποίηση απαιτεί, επιτάσσει μάλλον, περισυλλογή, απομονώνει τον άνθρωπο ενάντια στη θέλησή του, επιβάλλεται ολοένα και είναι στον ευρύχωρο κόσμο (για να μην πω στον μεγάλο) τόσο άβολη όσο μια πιστή ερωμένη.

Συνηθίζω τώρα να τα καταγράφω όλα, όπως μου φανερώνονται τα πράγματα και τι σκέφτομαι γι' αυτά, χωρίς να απαιτώ από τον εαυτό μου την πλέον ακριβέστερη παρατήρηση και την ωριμότερη κρίση ή να συλλογίζομαι μία χρήση τους μελλοντικά.

Πήγα μερικές φορές στο Θέατρο και έφτιαξα για μένα ένα μεθοδικό σχεδίασμα της εκτίμησης μου. Καθώς προσπαθώ τώρα να το συμπληρώσω, σκέφτηκα πώς: θα μπορούσε κανείς να γράψει μία ταξιδιωτική περιγραφή υποφερτή μόνο για ξένες χώρες όπου δεν γνωρίζει κανείς κανέναν. Για τον τόπο όπου μένει κανείς συνήθως, δεν θά τολμούσε να γράψει τίποτα, γιατί τότε θα έπρεπε να γίνει λόγος μόνο για τα υπάρχοντα πράγματα' αυτό ακριβώς συμβαίνει με όλα, όσα μας είναι κοντινά κατά κάποιον τρόπο, νιώθει πως θα ήταν ασέβεια, αν θα ήθελε να εκφράσει κανείς δημόσια ακόμη και την πλέον δίκαιη, την πλέον μετρημένη κρίση του για τα πράγματα. Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν σε θαυμαστά συμπεράσματα και μου δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να βαδίσω. Έτσι συγκρίνω, π.χ., τώρα το Θέατρο εδώ με αυτό της Βαϊμάρης, έχω δει επίσης το Θέατρο της Στουτγκάρδης, ίσως μπορεί να ειπωθεί κάτι γενικό και για τα τρία που να είναι σημαντικό και να μπορεί εν πάση περιπτώσει να παρουσιαστεί δημόσια...

Γκ.


Από την Ποίηση - τ.13, Άνοιξη 1999
μτφ: Θανάσης Λάμπρου

(πρωτ. φωτ: illuminati-news.com)

Ετικέτες

Λέτα Κουτσοχέρα: Τοπίο 6

24 Απρ 2009


Εκείνο το πρωί
ήρθε στη διεύθυνσή μου
ένα γράμμα χωρίς αποστολέα.
Το άνοιξα ήσυχα.
Ήταν ένα λευκό κατακάθαρο χαρτί αλληλογραφίας.

Χωρίς σημεία γραφής.
Χωρίς λέξεις.
Στην αρχή το κοίταξα αμήχανα.
Μετά είδα πιο βαθιά,
πιο πέρα.
Μέχρι τις ρίζες.
Μέχρι τα δέντρα
που μεγαλώνουν στη σιωπή.
Μέχρι το μελάνι
που βρίσκεται ακόμα στη μήτρα του.
Βυθίστηκα στην αναζήτηση
της πρώτης - πρώτης σκέψης μου.
Άρχισα ν' αποκαλύπτω σχήματα
μιας άλλης, μυστικής γραφής,
να διαβάζω τ' αποτυπώματα μιας σιωπής.

Γελούσαν μαζί μου
τα βιβλία
που διάβαζα
ένα λευκό άγραφο χαρτί.

Ένα σφύριγμα ακούστηκε,
το μισό χαρούμενο,
το μισό λυπημένο.
Μια συνάντηση - μια αναχώρηση, είπα.
Ένα μεσημέρι γρήγορο καλοκαιριού,
ήρθε στο νου.
Η ανάσα σου μύριζε δεντρολίβανο.
Προσμένω από παντού την ανάσα σου.
Μέσα στην αναμονή
βρίσκεται η πιο γνήσια ηδονή,
σκέφτηκα.
Δίπλωσα προσεκτικά
το ωραίο σιωπηλό γράμμα,
το έβαλα στο φάκελο
και το φύλαξα
στα πιο αγαπημένα μου πράγματα.


Από το λογοτεχνικό περιοδικό νέα σκέψη - τ.497 (3), Μάιος 2008
-συλλογή "Τοπία Ρέοντα, εκδ. Γκοβόστη-

Ετικέτες ,

Πινακοθήκη ~ Edgar Dega (1834-1917 )

19 Απρ 2009

6Reading the letter6

Ετικέτες

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου: Γράμμα στο Τζίρι

14 Απρ 2009


Τζίρι, καθώς γυρίζω μόνος στα λιμάνια στη
θάλασσα ή στην έρημο χρόνια μετά σύνορα
αφύλαχτα, χείλη μισάνοιχτα κι αρρώστια βλέπω
πως πάω αντίθετα στο ρεύμα, στις πηγές της
δυστυχίας θέλοντας να πιω ξανά

Τζίρι, πηγαίνω αντίθετα στο ρεύμα τόση
συσσωρευμένη πείρα για το τίποτε βρέθηκαν
άλλοι, μας ξέχασαν, μας διαγράψανε σκέφτομαι
πόσο στην πατρίδα σου θά με ζητάς

Η μελανίνη πότισε και το δικό μου δέρμα
πέρασε μες στο αίμα, με πονά όλα μού είναι
αδιάφορα και ξένα τώρα που η ζωή μου
κόπηκε στα δυο

(συλλογή: Νοσοκομείο εκστρατείας)


Από το βιβλίο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύσκολος θάνατος
εκδ. Νεφέλη, 2007

Ετικέτες ,

ο Émile Zola στον Paul Cézanne

9 Απρ 2009


Παρίσι, 16 Απριλίου 1860

Η καινούργια μου ζωή είναι αρκετά μονότονη. Φτάνω γύρω στις εννιά στο γραφείο, πρωτοκολλώ ως τις τέσσερις τελωνειακά έγγραφα, αντιγράφω την αλληλογραφία, κτλ , κτλ , ή καλύτερα ακόμη, διαβάζω την εφημερίδα μου, χασμουριέμαι, κόβω βόλτες πάνω-κάτω κτλ , κτλ. Στην πραγματικότητα, αισθάνoμαι λυπημένος. Αλλά μόλις βγω έξω, τινάζομαι όπως το βρεγμένο πoυλί, ανάβω την πίπα μου, ανασαίνω, ζω. Καταστρώνω στο κεφάλι μου μεγάλα ποιήματα, μεγάλα θεατρικά έργα, μεγάλα μυθιστορήματα. Περιμένω τo καλοκαίρι για ν' αφήσω τόν πυρετό μου να ξεχυθεί. Θέλω να τυπώσω ένα βιβλίο με ποιήματα και να σου το αφιερώσω.

Έλαβα το γράμμα σου. 'Εχεις δίκιο να μην μέμφεσαι την τύχη. Γιατί, όπως ακριβώς το γράφεις, με δυο αγάπες στην καρδιά, την αγάπη για τη γυναίκα και την αγάπη για το «ωραίο», θα είχε άδικο κανείς να απελπίζεται.

Μέσα στους στίχoυς που μου στέλνεις αναπνέω μια σκοτεινή μελαγχολία. Η ζωή που περνά γρήγορα, η νεότης που κρατά ελάχιστα, ο θάνατος στον οpίζoντα: ιδού τι θα μας έκανε να σπαράζουμε, αν καθόμασταν, για λίγο, να σκεφτoύμε. Αλλά δεν φαντάζει σαν ένας πίνακας ακόμη πιο σκοτεινός το γεγονός πως μέσα στο βιαστικό πέρασμα μιας ύπαρξης, η νεότης, η άνοιξη της ζωής, χάνεται ολοκληρωτικά, πριν προλάβει να κλείσει κανείς τα είκοσί του χρόνια; Να βλέπουμε, δηλαδή, την ηλικία να προχωράει με μεγάλες δρασκελιές, όταν δεν έχουμε δοκιμάσει ακόμη την ευτυχία και δεν διαθέτουμε τις αναμνήσεις των ωραίων ημερών του καλοκαιριού για να ομορφύνουμε τις τραχιές μέρες του χειμώνα. Να τι είναι αυτό που με περιμένει.

Μου λές ακόμη πως μερικές φορές δεν έχεις το κουράγιο να μου γράψεις. Μην εlσαι εγωιστής: Μου ανήκουνε τόσο οι χαρές σου όσο και οι λύπες σου. Όταν εlσαι χαρούμενος, κάνε με κοινωνό της χαράς σου. Όταν εlσαι δυστυχισμένος, μη φοβάσαι να σκοτεινιάσεις τον ουρανό μου: Συχνά ένα δάκρυ είναι πιο γλυκό από ένα χαμόγελο. Σε κάθε περίπτωση, γράφε μου τις σκέψεις σου κάθε μέρα' όταν ένα καινούργιο αίσθημα γεννιέται στην ψυχή σου, μετάφερέ το στο χαρτί. Μόλις σχηματιστούν τέσσερις σελίδες, ταχυδρόμησέ τις μου.

Εντύπωση, αλλά πολύ δυσάρεστη, μου προκάλεσε μια άλλη φράση του γράμματός σου. Πρόκειται για την φράση «η ζωγραφική που αγαπώ, αν και δεv θα την φτάσω ποτέ κτλ, κτλ». Εσύ! Νομίζω πως απατάσαι όσον αφορά τον ίδιo σου τον εαυτό, με το να φαντάζεσαι πως δεν θα πετύχεις. Ωστόσο, σου το έχω ήδη πει: μέσα στον καλλιτέχνη υπάρχουν δύο άνθρωποι, ο ποιητής και ο εργάτης. Γεννιόμαστε ποιητές, γινόμαστε εργάτες. Και παραπονιέσαι, εσύ που έχεις τη φλόγα, που κατέχεις εκείνο που δεν κατακτάται' ενώ δεν σου χρειάζεται για να πετύχεις, παρά να ασκήσεις τα δάχτυλά σου και να γίνεις εργάτης. Δεν θα απομoκρυνθώ από αυτό το θέμα, χωρίς να προσθέσω δύο ακόμη λόγια. Προσπάθησα τελευταία να σε καταστήσω προσεχτικό όσον αφορά στο ρεαλισμό' σήμερα θέλω να σου υπογραμμίσω έναν άλλο σκόπελο, το εμπόριο. Oι ρεαλιστές, με τον τρόπο τους, κάνουν ακόμη τέχνη, εργάζονται ευσυνείδητα. Αλλά οι έμποροι (μιλώ για εκείνους που ζωγραφίζουν το πρωί για να φάνε το βράδυ), σέρνονται με αξιοθρήνητο τρόπο. Δεν σου τα γράφω όλα τούτα στον αέpα: εργάζεσαι κοντά στον Χ..... , αντιγράφεις τους πίνακές του, ίσως και να τον θαυμάζεις. Φοβάμαι για τον δρόμο που έχεις υποχρεωθεί να πάρεις, τόσο περισσότερο που ο άνθρωπος τον οποίο προσπαθείς ίσως να μιμηθείς, έχει μεγάλες ποιότητες. Τις χρησιμοποιεί, βέβαια, με άθλιο τρόπο και δεν κατορθώνουν να εμφανίσουν τους πίνακές του καλύτερους απ' ότι δεν εlναι. Όμορφοι, ζωηροί, καλογυαλισμένοι' όλα τούτα δεν εlναι παρά μια επαγγελματική επιδεξιότητα, θα ήταν άδικο να σταματήσεις σ' αυτήν. Η τέχνη εlναι κάτι υψηλότερο' η τέχνη δεν σταματά στις πτυχές ενός υφάσματος, στα τριανταφυλλιά χρώματα μιας παρθένου. Πρόσεξε τον Ρέμπραντ' χάρη σε μιαν ακτίνα φωτός, όλες του οι μορφές, ακόμη και οι πιο άσχημες, γίνονται ποιητικές. Σου επαναλαμβάνω, για μιαν ακόμη φορά, πως ό Χ...... εlναι ένας θαυμάσιος δάσκαλος για να μάθεις το επάγγελμα' αμφιβάλλω, όμως, ότι μπορείς να μάθεις οτιδήποτε άλλο από τους πίνακές του. Με το να είσαι πλούσιος σκέφτεσαι, αναμφισβήτητα, vα κάνεις τέχνη, όχι εμπόριο.

Να δυσπιστείς, λοιπόν, στον υπερβολικό θαυμασμό για τον συμπατριώτη σου. Ζωγράφισε τα όνειρά σου, τα θαυμαστά χρυσά σου όνειρα, πάνω στο ύφασμα και μπόλιασέ τα με την ιδανική αγάπη που φέρνεις μέσα σου. Μην πέφτεις στο γκρεμό με το να θαυμάζεις ένα πίνακα μόνο xαι μόνο γιατί φτιάχτηκε γρήγορα' με μια λέξη, συμπερασματικά, μην θαυμάζεις και μη μιμείσαι έναν ζωγράφο του εμπορίου. Θα επανέλθω σ' αυτό το θέμα. Έρχομαι σε σύγκρουση ίσως με κάποιες απόψεις σου. Γράψε μου το ειλικρινά ώστε vα μην σε κατατρώει εναντίον μου κάποια κρυμένη μνησικακία.


Από το λογοτεχνικό περιοδικό "η λέξη" - τ.154, Νοε.1999
μτφ: Χρήστος Β. Ντούμας

(φωτ: histoire-en-ligne.com)

Ετικέτες

ο Τάσος Δενέγρης προς τον Πιερ Πάολο Παζολίνι

4 Απρ 2009


Σου γράφω λίγα πράγματα για μένα, για να καταλάβεις την εμμονή μου για τα Παιδιά της Ζωής.

Σου είχα γράψει ξανά το 1984 για να σου εκφράσω τη συγκίνηση και το θαυμασμό μου, αλλά δεν πήρα απάντηση. Και πώς να πάρω, αφού εσύ ήσουν κομματιασμένος μες στα σκουπίδια, ανάμεσα στο Φιουμιτσίνο και την Όστια. Τώρα πια δεν περιμένω απάντηση, παρ' όλα αυτά τρέφω την αυταπάτη πως αυτά τα λίγα λόγια θα τα λάβεις.

Γεννήθηκα στην Αθήνα από γονείς αστούς. Στα εφτά μου χρόνια η Ιστορία έφερε τα πάνω-κάτω και βρέθηκα στους δρόμους. Παγκόσμιος Πόλεμος, γερμανική κατοχή και πείνα. Λένε πως 600.000 άνθρωποι πέθαναν απ' αυτήν, περίπου 1 στους 10. Επί πέντε χρόνια, μέχρι δηλαδή να τελειώσει ο πόλεμος, η ζωή μου ήταν: δημοτικό σχολείο, το μεσημέρι άσυλο του Ερυθρού Σταυρού και την υπόλοιπη μέρα, ποδόσφαιρο, πετροπόλεμος, τσακωμοί. Ολ' αυτά ξυπόλητοι, συχνά μ' ένα χαρούπι στην τσέπη. Απ' τα εννιά μου άρχισα τις εξερευνήσεις στις πιο μακρινές γειτονιές της Αθήνας, που γίνονταν με τα πράσινα τραμ. Καβαλούσαμε στη ρυμούλκα και πηδούσαμε εν κινήσει, πριν φτάσουμε στον προορισμό μας. Ποιος ήταν ο προορισμός μας; Η περιπλάνηση και τα περιβόλια, μήπως βρεθεί κάνα λάχανο ή τίποτε τζάνερα. Κάποτε τέλειωσε ο εφιάλτης κι εγώ μπήκα σ' ένα καλό σχολείο, με ζεστές αίθουσες, εργαστήρια χημείας και γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ.

Ύστερα από οκτώ χρόνια ήρθα στη Ρώμη να σπουδάσω κινηματογράφο. Ήρθα νωρίτερα απ' τη σπουδαστική περίοδο, για να μάθω καλύτερα τη γλώσσα και να συνηθίσω στην καινούργια ζωή. Κάθε μέρα έμπαινα και σ' ένα τραμ, πληρώνοντας εισιτήριο τώρα κι όχι καβαλώντας πίσω. Μ' αυτόν τον τρόπο γνώρισα όλες, κυριολεκτικά όλες, τις συνοικίες της Ρώμης. Στις ανατολικές συνοικίες, Τιμπουρτίνα, Πιετραλάτα, Πρενέστε, συνδέθηκα με τις συνοικίες της Αθήνας των παιδικών μου χρόνων: παράγκες, αλάνες, λασπόδρομοι, χωράφια με ναούς σκουπιδιών, παραπόταμοι με θολά νερά, εργατικές πολυκατοικίες, εντεκάχρονοι καθισμένοι σε πεζούλια που καπνίζουν μια γόπα, μικρά κορίτσια που σκληρίζουν.

Γύρισα στην Ελλάδα και διάβασα τα Παιδιά της Ζωής είκοσι χρόνια αργότερα. Τώρα πια όλα ήρθαν κι έδεσαν' τα παιδικά μου χρόνια στην Αθήνα της γερμανικής κατοχής, τα φοιτητικά μου στη Ρώμη. Ύστερα, με το πέρασμα των χρόνων, το διάβασα ξανά άλλες δύο φορές. Τώρα δεν ήταν μόνο η συγκινησιακή φόρτιση, η βιωματική ταύτιση. Ούτε το γεγονός ότι παραμένει επίκαιρο γιατί στα σαράντα χρόνια που πέρασαν η αθλιότητα βασιλεύει στο Σάο Πάολο, στη Λίμα, στην Καλκούτα, αλλά και σε πόλεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Τώρα ήταν οι αρετές του μυθιστορήματος και πρώτα η γλώσσα. Το έγραψες στη διάλεκτο της Ρώμης. Αν έχω καταλάβει καλά, η διάλεκτος είναι μια γλώσσα αυτούσια κάθε περιοχής με δική της κουλτούρα κι έναν δικό της κώδικα κινήσεων κι εκφράσεων. Σήμερα πια όλες αυτές οι τοπικές κουλτούρες τείνουν να εξαλειφθούν. Το είχες άλλωστε γράψει στην «Κοριέρε ντέλα Σέρα», το 1973. Οι διάφορες ιδιαίτερες κουλτούρες συνέχιζαν ανενόχλητες ν' ακολουθούν τα δικά τους αρχαία μοντέλα' η καταπίεση έφθανε μέχρι του σημείου να πετύχει τη συνένωσή τους στα λόγια. Σήμερα, αντιθέτως, η προσκόλληση στο μοντέλο που προτείνει το κράτος είναι ολοκληρωτική και άνευ όρων. Τα πραγματικά πρότυπα κουλτούρας έχουν απορριφθεί. Η αποξένωση ολοκληρώθηκε. Το μυθιστόρημα έχει κι άλλες αρετές. Έχει ρυθμό, όπως τα μεγάλα έργα του κινηματογράφου, που οφείλεται στο χωρισμό σε κεφάλαια, στους διαλόγους και τη δράση σε κάθε κεφάλαιο, στα πρόσωπα που εμφανίζονται, που εναλλάσσονται και καμιά φορά εξαφανίζονται. Φοβερές αναλογίες, έτσι που παίρνεις τον αναγνώστη με το μέρος σου και τον κάνεις συνένοχο. Άλλη αρετή του μυθιστορήματος είναι η λιτότης των μέσων. Ειδικά εκεί όπου υπάρχει δραματική κορύφωση, το ύφος σου γίνεται ελλειπτικό, όπως στο τελευταίο κεφάλαιο στη σκηνή του πνιγμού του μικρού Τζενέζιο μέσα στα βρώμικα νερά του Ανιένε. «Ο Τζενέζιο τώρα δεν άντεχε άλλο, κακόμοιρο παιδί, και χτυπούσε ακατάστατα τα χέρια, πάντοτε όμως χωρίς να ζητάει βοήθεια. Κάθε τόσο βυθιζότανε κάτω από την επιφάνεια του νερού και ξαναεμφανιζόταν ύστερα λιγάκι παραπέρα' τελικά, όταν έφτασε πια σχεδόν κάτω απ' τη γέφυρα, όπου το ρεύμα χτυπούσε αφρίζοντας πάνω στα βράχια, βυθίστηκε για τελευταία φορά, χωρίς την παραμικρή κραυγή, και φάνηκε ακόμα για λίγο να ξεχωρίζει στην επιφάνεια το μαυριδερό του κεφαλάκι».

Τον Ιούλιο του 1955, μόλις είχε εκδοθεί το μυθιστόρημα σου, οι κριτικές του Κομμουνιστικού Κόμματος έσερναν το έργο σου στη λάσπη. «Η γλώσσα, οι καταστάσεις, τα πρόσωπα, το περιβάλλον αποπνέουν περιφρόνηση για τον άνθρωπο, αναδίδουν μια γνώση της πραγματικότητας επιφανειακή και παραμορφωμένη, μια νοσηρή αυταρέσκεια για τις πιο θολές όψεις μιας αλήθειας πολύπλοκης και πολύμορφης».

Μια δεξιά εφημερίδα έγραφε: «Αρνούμαστε κάθε εγκυρότητα στη διάλεκτο, σήμερα που η τοπικιστική εμπειρία παραχωρεί τη θέση της για πρώτη φορά στην ιστορία μας στην ανάπτυξη μιας αυθεντικής εθνικής συνείδησης».

Πέρασαν από τότε πενήντα χρόνια. Η φήμη σου εδραιώθηκε με τα ποιήματά σου, με ταινίες που έκανες, εγώ όμως θα θυμάμαι «Τα παιδιά της Ζωής» γιατί «Στο βάθος κάθε ομορφιάς υπάρχει κάτι το απάνθρωπο και οι λόφοι, ο γλυκός ουρανός, τα δέντρα χάνουν την ίδια στιγμή το ψεύτικο νόημα που τους δίναμε, γίνονται πιο μακρινά κι από έναν χαμένο παράδεισο»*.
(* «Ο μύθος του Σίσυφου», Αλμπέρ Καμί )


Από την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας
21 Μαρτίου 2003, με την επιμέλεια του Μισέλ Φάις

Ετικέτες