<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d88644137678078798\x26blogName\x3d%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1+%CF%83%CE%B5+%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/\x26vt\x3d510492861033858170', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

γράμμα σε χαρτί

"Στην τσέπη του παλτού σου παλιό σουσάμι, φλούδα φυστικιών και το τσαλακωμένο γράμμα μου." - Γιάννης Βαρβέρης
 

Αθηνά Παπαδάκη: Αλληλογραφίας τελετή, Η λευκή σελίδα

29 Μαΐ 2008


Το άσπρο χαρτί αποτελεί την πιο ερωτική στιγμή της πίστεως. Η αμηχανία απέναντι σε τούτη την παρθενικότητα, θα τα πεις όλα, ναι ή όχι;

Αγγίζεις, το αποτύπωμα των χεριών σου θ' ακουμπήσει και τα δάκτυλα του παραλήπτη. Η ανάγκη της σωματικής επαφής. Η λευκή σελίδα, συχνά μαγική, κουβαλάει αόρατα στίγματα όπως την αναπνοή, το άρωμα, τον καπνό απ' το τσιγάρο σου. Μπορεί ο αποδέκτης να τα νιώσει. Η γραμμένη κόλλα κάποτε φέρνει την προσωπική σου ταυτότητα περισσότερο κι από την υπογραφή.

Σκέφτεσαι, στα μάτια σου στιγμιαία εμφανίζεται φίλος ή εχθρός, θα του αφιερώσεις ένα τμήμα του εαυτού μα και της μνήμης σου. Στη γραφή βασιλεύει η μνήμη, επώδυνη τις πιο πολλές φορές, απαιτεί να γεφυρώσεις ή να γκρεμίσεις την απόσταση.

Ακολουθεί η διαδικασία του κειμένου, είσαι με τεκμήρια ο υπερασπιστής του. Αν δεν σε χαρακτηρίζει η προνοητικότητα, μπορεί να εξελιχθεί σε μελλοντικό εχθρό. Ύστερα η καλλιγραφία, αποτελεί πνευματική ομορφιά, έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο για την κατανόηση του κειμένου. Η αισθητική των ψηφίων δίνει στο σύνολο του λόγου ένα κύρος, ακόμα κι αν ηχεί κενός. Διπλώνεις στο τέλος την κόλλα, η κίνηση ανήκει στην άμυνα του κρυφού. Κλείνεις τα υπάρχοντά σου, πλούσια ή φτωχά, εσύ γνωρίζεις. Ανοίγεις ή σταματάς το διάλογο με το αλλού.



Από το λογοτεχνικό περιοδικό "η λέξη" - τ.154, Νοέ. '99
(τεύχος-αφιέρωμα στην αλληλογραφία)


[φωτ: askmen.com]

Ετικέτες

Ted Hughes: Γράμματα γενεθλίων

24 Μαΐ 2008


Ένα όνειρο

Το χειρότερό σου όνειρο
βγήκε αληθινό: Αυτό το χτύπημα του κουδουνιού της πόρτας -
όχι μια απλή σύμπτωση, μια στο δισεκατομμύριο
αλλά ένας μετεωρίτης, κατευθείαν μέσ' απ' την καμινάδα μας,
με τ' όνομά μας πάνω του.

Όχι τα όνειρα, είχα πει, αλλά τ' άστρα
κυβερνούν μια ζωή. Μια δίψα όλης της ύπαρξης,
ασυγκράτητη, σαν τον κοιμισμένο που ρουφά
αέρα στους πνεύμονες. Έπρεπε ν' ανασηκώσεις
το καπάκι του φέρετρου μια ίντσα.
Στ' όνειρό σου ή στο δικό μου; Παράξενο γραμματοκιβώτιο.
Πήρες το φάκελο. Ήταν
ένα γράμμα απ' τον Πατερούλη σου. «Είμαι σπίτι
Μπορώ να μείνω μαζί σου;» Δεν είπα τίποτα.
Για μένα, μια παράκληση ήταν διαταγή.

Μετά ήρθε ο καθεδρικός ναός.
Η Σαρτρ. Με κάποιον τρόπο είχαμε φτάσει στη Σαρτρ.
Δεν ήταν η πρώτη φορά για σένα.
Θυμάμαι ελάχιστα
μόνο μια κανάτα της Βρετάνης. Τη γέμισες
μ' όλα όσα είχαμε. Ακόμα και το τελευταίο φράγκο.
Είπες ότι ήταν για τη μητέρα σου.
Άδειασες το οξυγόνο μας
μέσα σ' εκείνη την κανάτα.
Η Σαρτρ
(αυτό το διέσωσα)
κρεμόταν γύρω απ' το πρόσωπό σου, μια μαντίλα,
μαύρη, τα πλουμίδια της απανθράκωσης,
όπως έπειτα από θύελλα φωτιάς. Σαν καλόγρια
περιέθαλψες ό,τι απέμενε από τον Πατερούλη σου,
χύνοντας τις ζωές μας έξω από κείνη την κανάτα
μέσα στον πρωινό του καφέ. Μετα τη συνέθλιψες
σε θραύσματα, ακατέργαστα άστρα,
και τα παρέδωσες στη μητέρα σου.

«Και για σένα» μου είπες, «η άδεια
να θυμάσαι αυτό το όνειρο. Και να το σκέφτεσαι».


Από το βιβλίο Τεντ Χιουζ: Γραμματα γενεθλίων
Εκδόσεις Μελάνι, 2004
μτφ: Γιάννης Αντιόχου

(η φωτογραφία με τον Τεντ Χιουζ και την Σύλβια Πλαθ είναι από το εξώφυλλο
του βιβλίου: Ariel's Gift: Ted Hughes, Sylvia Plath, and the Story of Birthday Letters)

Ετικέτες

Πινακοθήκη ~ Alfred Edward Chalon (1780-1860)

19 Μαΐ 2008

6Girl reading a letter6

Ετικέτες

Γιάννης Ρίτσος: 4 γράμματα από την εξορία (επιστολές 27,28,29,30)

13 Μαΐ 2008

...στην αδελφή του, Λούλα Ρίτσου-Γλέζου

17-ΙΙ-50
Αγαπημένη μου αδελφούλα
Προχτές πήρα το γράμμα σου και την επιταγή. Σ' ευχαριστώ Λουλίτσα μου. Μου γράφεις να σου λέω τι χρειάζομαι. Μα απ' τη μια μεριά σ' έχω τόσο πολύ κουράσει, κι απ' την άλλη εσύ μαντεύεις και προλαβαίνεις κάθε επιθυμία μου, που δεν μπορώ πια να σου ζητήσω τίποτα. Ωστόσο, να πάλι που θα σε βάλω σε μπελάδες: θάθελα δύο μολύβια μαύρα «Φάμπερ», Νο 2, κι αν έχει ο Βασίλης κανένα παλιό στυλό ­ γιατί έχασα το δικό μου.

Είμαι καλά. Σου γράφω σε ένα απάγγειο στην ακρογιαλιά και το κύμα πιτσιλάει το χαρτί. Ομορφη μέρα. Λιακάδα.

Σε φιλώ σένα και τα παιδιά σου και τον Βασίλη.
Γιάννης

13-ΙΧ-50

Λουλίτσα - είναι νύχτα - είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου - διαβάζω - τι ησυχία - όλοι κοιμούνται - τίποτα δεν ακούγεται - μια πεταλούδα στριφογυρνάει γύρω στη λάμπα μου - θυμάμαι τα παιδικά μας χρόνια - ναι, τούτος ο φτερωτός νυχτερινός επισκέπτης τόσα μου θυμίζει - ό,τι κι αν θυμηθώ παντού η αδελφούλα μου - ω να της γράψω, λέω, δύο λογάκια της μανούλας μου, έτσι μια μικρή καληνύχτα, σιγανά-σιγανά μην την ξυπνήσω - κ' είναι κουρασμένη η αδελφούλα μου, κ' είναι λιγάκι κρυωμένη - να, σιγά-σιγά - περπατάω στις μύτες - ησυχία. ναι, είμαι γω - ήρθα μια στιγμούλα να σε δω, να σε φιλήσω στο μέτωπο - καληνύχτα αδελφούλα, καληνύχτα. Εγώ; - θα διαβάσω λίγο ακόμη - όχι δεν είναι αργά - μη φοβάσαι - δεν κουράζονται τα μάτια μου.

Καληνύχτα. Σε φιλώ στο μέτωπο - σένα τα παιδάκια σου, το Βασίλη.
Καληνύχτα σας, παιδάκια μου αγαπημένα μου.
Γιάννης

2.V.51

Αδελφούλα - ματάκια μου - μοσκοβολάει το καμαράκι μου όλο από σένα - είναι γιομάτο απ' τη στοργή σου - να εδώ είναι το μπουκαλάκι κι η κολώνια που κρατούσες στα χεράκια σου - εδώ η ταμπακιέρα του Βασίλη μας - εδώ, νάτο, το πουλοβεράκι που ξήλωνες μοναχούλα σου - να και τα μαξιλαράκια που σε βρήκα να τα φιλάς λίγο πριν μου φύγεις - κ' η πολυθρόνα που καθόσουνα - και το κύπελλο όπου έγραψες το χρυσό ονοματάκι - όλα, όλα μοσκοβολάνε, όλα ανασαίνουν την αγάπη σου - κ' είμαι χαρούμενος, αδελφούλα - μην κοιτάς που κλαίω - είναι απ' τη χαρά μου.

Φιλιά, φιλιά και στα παιδιά και στο Βασίλη.
Α, πόσο σ' αγαπάω.
Καλημέρα, αδελφούλα.
Γιάννης

1.ΙΙ.52

Λουλίτσα μου - ήρθε κι ο Φλεβάρης - θα φύγει κι αυτός - περνάν οι μήνες, τα χρόνια - σκέψου: Τριάμιση χρόνια είμαι μακριά σου - φεύγει ο καιρός, αδελφούλα, μα η αγάπη μας μένει - και σα γεράσουμε ακόμα η αγάπη μας θάναι πιο νέα και τα τραγούδια μας που θα μιλούν για την αγάπη δεν θα γεράσουνε ποτέ. Είναι όμορφο τούτο το αβασίλευτο φως που τυλίγει τη ζωή μας - έτσι να ξέρουμε πως μέσα σ' όλες τις εποχές ένα δέντρο μένει πάντα ανθισμένο πάνω από τόσα ξερά φύλλα και τόσους ξύλινους σταυρούς. Τούτο το φως που συντηρεί τη ζωή και την ποίηση.
Φιλιά
Γιάννης


Από άρθρο της Μυρτώς Λοβέρδου στο ΒΗΜΑ της 15ης Ιουνίου 1997

-οι φωτογραφίες του Γιάννη Ρίτσου είναι από το os3.gr και από το perizitito.gr

Ετικέτες

Άρης Αλεξάνδρου: Το κιβώτιο

9 Μαΐ 2008


Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, θεωρώ περιττό να σας κουράσω με τεχνικές λεπτομέρειες, δε χρειάζεται άλλωστε να σας περιγράψω τη ζημιά που έπαθε το ρολόι, μια και το είχα πάρει απόφαση να μην το διορθώσω. Σημασία έχει ότι ανέβηκα στο καμπαναριό απ' τη στριφογυριστή σκάλα, εξέτασα τον μηχανισμό και διεπίστωσα πως η βλάβη ήταν ασήμαντη. Με το σφυρί που είχα πάρει μαζί μου, χάλασα το ρολόι για καλά. Ήταν αδύνατο πια να διορθωθεί, έτσι που να δουλεύει μόνο του. Ήταν όμως δυνατόν να μετακινεί κανείς τους δείχτες από μέσα. Τους μετακίνησα λοιπόν και από τις έντεκα παρά είκοσι που ήτανε σταματημενο, το 'βαλα να δείχνει τη σωστή ώρα (σύμφωνα με το ρολόι του χεριού μου), δηλαδή εννέα παρά δέκα. Παρακολουθώντας το ρολόι μου, συνέχισα να μετακινώ τον λεπτοδείχτη, έτσι που το ρολόι της εκκλησιάς έδειχνε συνεχώς τη σωστή ώρα, μέχρι που έφτασα στις εννέα ακριβώς. Τότε ο μηχανισμός λειτούργησε κανονικά και το ρολόι χτύπησε εννέα φορές. Συνέχισα την μετακίνηση γι' άλλα δεκαεννέα λεπτά και επέστρεψα στο πρώην Γυμνάσιο.

Όταν παρουσιάστηκα στον διοικητεύοντα, με συνεχάρη χαρούμενος - προφανώς τον είχαν πληροφορήσει πως το ρολόι δουλεύει, μπορεί μάλιστα να άκουσε και ο ίδιος τους χτύπους. Του εξήγησα τι είχε συμβεί. Του τόνισα ότι η βλάβη ήταν ανεπανόρθωτη και ο μόνος τρόπος να εφαρμοστεί η απόφαση του ακτίφ, ήταν να γυρίζουμε τους δείχτες από μέσα. Πίστευα και εξακουθώ να πιστεύω πως οι εύκολες, οι πρόχειρες λύσεις, δεν είναι λύσεις. Σκέφτηκα λοιπόν να παρασύρω τον διοικητεύοντα σε μια πρόχειρη λύση.

- Μια και δούλεψε το ρολόι, δεν πρέπει να σταματήσει, είπε ο διοικητεύων σαν να μονολογούσε.

Με διέταξε να τρέξω και να κινήσω τους δείχτες. Υπάκουσα. Σε μισή ώρα, μου έστειλε τέσσερις φαντάρους να τους εκπαιδεύσω στην μετακίνηση του λεπτοδείχτη. Τους είχε εφοδιάσει με ένα χρονόμετρο, επιταγμένο απ’ τον πρώην Αθλητικό Σύλλολο της πόλεως Ν. Τους υπέδειξα να μετακινούν τον λεπτοδείχτη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Οι τέσσερις φαντάροι κάνανε έξι ώρες βάρδια ο καθένας τους και το σύστημα λειτούργησε ικανοποιητικά δυο μέρες περίπου, ύστερα όμως βαρέθηκαν να μετακινούν τον λεπτοδείχτη τόσο συχνά κι έτσι τον έβλεπες ξαφνικά να πηδάει απ’ τις εννιάμισι στις δέκα παρά είκοσι έξι, λόγου χάρη, και ο διοικητεύων τιμώρησε αυστηρά τον φαντάρο, που εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του. Για περισσότερη σιγουριά, τοποθέτησε τέσσερις ελεγκτές, που παρακολουθούσαν την μετακίνηση του λεπτοδείχτη, καθισμένοι στο παράθυρο του Δημαρχείου, στην απέναντι μεριά της πλατείας. Έτσι, το ρολόι «λειτούργησε» κανονικά, μέχρι την ημέρα που ο Νικόλαος Εσκιτζόπουλος - αλλά ας μην προτρέχω. Το παν είναι να αφηγηθώ τα γεγονότα με την σειρά τους.


Από το βιβλίο του Άρη Αλεξάνδρου, "Το κιβώτιο"
- εκδ. Κέδρος, 1974 - όπου ο αφηγητής απολογείται
με επιστολές σε κάποιον ανακριτή

(η εικόνα είναι από το deutsch.istockphoto.com)

Ετικέτες

Νίκος Σπάνιας: Γράμμα στο Μιχάλη Κατσαρό

5 Μαΐ 2008


Οι κούρκοι κρώζουν
μια χρυσή και οργυαία φτερούγα αετού
πάνω απ’ το κεφάλι μου είσαι σύ.
Όρνεο και Ποιητής,
αρτοποιός και μέθυσος –
Μικκύλος («Παναγιά μου ένα παιδί!»).
Οι ελαφροί δεν θα μας λένε ελαφρούς
αλλά ελαφρόμυαλους,
δηλαδή πως πια δεν τά 'χουμε τετρακόσια.

Σου γράφω από ένα εβραίικο τσαρδί
της Νέας Υόρκης ή Νεοβόρακου,
Με μεγαλήγορο πομφολυγώδες ύφος,
ενόσω οι Νέγροι έξω απ' το παραθύρι μου
(επί τόπων επιχολέρων)
βγάζουν ωρυγές ενθουσιασμού
(έξω απ’ το παραθύρι μου).

Τι έγινε η ταχύπτερη φήμη φίλε μου;

Θυμάσαι; μου ψιθύριζες «Νίκο μου! Νίκο!»
όταν εγώ πάντα λουτροχαρής
και τσίτσιδος γύριζα το κεφάλι αλλού
επιζητών κυρίως τα ψεκτά σε όσα παρατηρούσες.
Έσβησε η σπίθα της ζωής
όμως οι δυο μας στη Σταδίου κάποτε
είμαστε φρενίτις σχεδόν ερωτική
φθάνουσα μέχρι παραφροσύνης
μεθώντας από κέφι και αντικρύζοντας
το υψηρεφές μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.

Δειλός εγώ

Δεν κατεβαίνω να σε δω
Κι η δείλη εσκοτίσθη...


από το περιοδικό Μανδραγόρας - τ.1, Νοε.1993

-H φωτογραφία του Νίκου Σπάνια είναι από το τ.58/Νοε.1991, της Οδού Πανός-
*
Περισσότερα για τον Νίκο Σπάνια:
- μετά τιμής
- Το μαύρο γάλα της αυγής

Ετικέτες