<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d88644137678078798\x26blogName\x3d%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1+%CF%83%CE%B5+%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://allilografia.blogspot.com/\x26vt\x3d510492861033858170', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

γράμμα σε χαρτί

"Στην τσέπη του παλτού σου παλιό σουσάμι, φλούδα φυστικιών και το τσαλακωμένο γράμμα μου." - Γιάννης Βαρβέρης
 

Δ.Ι. Αντωνίου: Τραβερσωμένοι ας πάμε

30 Δεκ 2007


Τραβερσωμένοι ας πάμε έτσι ακόμα...
Πρωτοχρονιά έξη φορές μακρυά απ' το σπίτι:
Λιμάνια νέα ακόμα υπάρχουνε για να μας στείλουν,
(κυνηγητό του ναύλου γύρω απ' τα δώδεκα σελίνια
απ' το ποτάμι πάνω για το Κόντινεντ - δε θα τελειώσης).

Πρωτοχρονιά έξη φορές μακρυά απ' το σπίτι,
τα γράμματα έχουν γίνει πια σωρός που τα βαριέμαι
σ' ένα συρτάρι - να μην ξαναγράψης!
... ... ...


από την Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως 1708-1971
του Σπύρου Κοκκίνη
Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1971

Ετικέτες , ,

Πινακοθήκη ~ Katsukawa Shunshō (1726 – 1792)

27 Δεκ 2007

6Actor reading a letter6

Ετικέτες

Μάριο Βάργκας Γιόσα: Επιστολές σ' ένα νέο συγγραφέα

21 Δεκ 2007


Αγαπητέ μου φίλε,

Το γράμμα σου με συγκίνησε γιατί είδα τον εαυτό μου γύρω στα δεκατέσσερα-δεκαπέντε μου, στην γκρίζα Λίμα της δικτατορίας του στρατηγού Οδρία, συνεπαρμένο από τον πόθο να μπορέσω να γίνω μια μέρα συγγραφέας, αλλά και μελαγχολικό επειδή δεν ήξερα ποιο δρόμo να τραβήξω, από πού ν' αρχίσω για ν' αποκρυσταλλώσω σε έργα την κλίση που ένιωθα ως αδήριτο κάλεσμα: να γράψω ιστορίες που θα θάμπωναν τους αναγνώστες τους όπως είχαν θαμπώσει εμένα οι ιστορίες των συγγραφέων που είχα αρχίσει να τοποθετώ στο προσωπικό μου πάνθεον: Φόκνερ, Χέμινγουέι, Μαλρώ, Ντος Πάσος, Καμύ, Σαρτρ.

Πολλές φορές μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη να γράψω σε κάποιον από αυτούς (τότε ήταν όλοι ζωντανοί) και να του ζητήσω να με καθοδηγήσει για να γίνω συγγραφέας. Ποτέ δεν τόλμησα να το κάνω, από συστολή ή ίσως από αυτό τον ανασταλτικό πεσιμισμό - για ποιο λόγο να τους γράψω αφού ξέρω ότι κανένας δεν θα καταδεχθεί να μου απαντήσει; - ο οποίος συνήθως αποθαρρύνει την κλίση πολλών νέων σε χώρες όπου η λογοτεχνία δεν σημαίνει σπουδαία πράγματα για τους περισσότερους και επιβιώνει στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, ως μια περίπου παράνομη ενασχόληση.

Φαίνεται όμως πως εσύ, αφού τελικά μου έγραψες, δεν βίωσες αυτή την παράλυση. Είναι μια καλή αρχή για την περιπέτεια που ετοιμάζεσαι να ξεκινήσεις και από την οποία προσμένεις - είμαι βέβαιος, παρότι δεν το λες στο γράμμα σου - τόσα θαυμαστά πράγματα. Τολμώ να σου πω να μην υπολογίζεις πολύ σ' αυτά, ούτε να έχεις ψευδαισθήσεις σχετικά με την επιτυχία. Φυσικά δεν υπάρχει λόγος να μην την κατακτήσεις, αλλά αν επιμένεις, αν γράφεις και δημοσιεύεις, θα ανακαλύψεις σύντομα ότι τα βραβεία, η αναγνώριση του κοινού, οι πωλήσεις των βιβλίων, η κοινωνική καταξίωση ενός συγγραφέα έχουν μια κατεύθυνση sui generis, απολύτως αυθαίρετη, καθώς κάποτε αποφεύγουν πεισματικά όσους τα δικαιούνται περισσότερο και πολιορκούν και φορτώνουν εκείνους που τα αξίζουν λιγότερο. Έτσι, όποιος θεωρεί την επιτυχία κύριο ερέθισμα της κλίσης του είναι πιθανόν να δει τα όνειρά του να ματαιώνονται, ενώ συγχέει την λογοτεχνική κλίση με την επιθυμία για τη λάμψη και τα οικονομικά οφέλη που παρέχει η λογοτεχνία σε ορισμένους (πολύ μετρημένους) συγγραφείς. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Πιθανόν το κύριο γνώρισμα της λογοτεχνικής κλίσης να είναι ότι όποιος την έχει, βιώνει την άσκησή της σαν την καλύτερη ανταμοιβή του, μεγαλύτερη, πολύ μεγαλύτερη απ' όσες θα μπορούσε να δρέψει ως αποτέλεσμα των καρπών της. Αυτή είναι μία από τις βεβαιότητες που έχω, ανάμεσα σε πολλές αμφιβολίες σχετικά με τη λογοτεχνική κλίση: ο συγγραφέας νιώθει μέσα του πως το γράψιμο είναι ό,τι καλύτερο του έχει συμβεί και μπορεί να του συμβεί, επειδή το γράψιμο σημαίνει για εκείνον τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να ζήσει, αγνοώντας την κοινωνική, πολιτική ή οικονομική σημασία που μπορεί ν' αποκτήσει με όσα γράφει.

[...]Η λογοτεχνική κλίση δεν είναι διασκέδαση, σπορ, ένα εκλεπτυσμένο παιχνίδι που παίζεται τον ελεύθερο χρόνο. Είναι μια πλήρης και αποκλειστική απασχόληση, μια απόλυτη προτεραιότητα, μια δουλεία που έχει επιλεγεί ελεύθερα και μετατρέπει τα θύματά της (τα ευτυχισμένα θύματά της) σε σκλάβους.[...] Ο Φλομπέρ έλεγε: "Το γράψιμο είναι τρόπος ζωής". Με άλλα λόγια, όποιος έκανε δική του αυτή την όμορφη και απαιτητική κλίση δεν γράφει για να ζει αλλά ζει για να γράφει.

[...]Νομίζω ότι όποιος εισέρχεται στη λογοτεχνία σαν σε θρησκεία, διατεθειμένος να αφιερώσει σ' αυτή την κλίση το χρόνο, τις δυνάμεις, τις προσπάθειές του, είναι πραγματικά σε θέση να γίνει συγγραφέας και να γράψει ένα έργο που θα τον υπερβεί. Αυτό το μυστηριώδες πράγμα που ονομάζουμε ταλέντο, η μεγαλοφυΐα, δεν γεννιέται - τουλάχιστον όχι στους μυθιστοριογράφους, παρότι μερικές φορές εμφανίζεται στους ποιητές ή στους μουσικούς - με τρόπο πρώιμο και αιφνίδιο (τα κλασικά παραδείγματα είναι βέβαια ο Ρεμπώ και ο Μότσαρτ), αλλά διαμέσου μιας μακράς ακολουθίας ετών πειθαρχίας και επιμονής. Δεν υπάρχουν πρώιμοι μυθιστοριογράφοι. Όλοι οι μεγάλοι, οι θαυμαστοί μυθιστοριογράφοι ήταν στην αρχή μαθητευόμενοι γραφιάδες των οποίων το ταλέντο κυοφορήθηκε με βάση τη σταθερότητα και την πεποίθηση.

[...]Αν αυτό το θέμα, της εκκόλαψης της λογοτεχνικής μεγαλοφυΐας, σε ενδιαφέρει, σου συνιστώ την ογκώδη αλληλογραφία του Φλομπέρ, κυρίως τις επιστολές που έγραψε στην ερωμένη του Λουίζ Κολέ μεταξύ 1850 και 1854, χρόνια κατά τα οποία έγραψε τη Μαντάμ Μποβαρύ, το πρώτο του αριστούργημα.

[...] Ένα άλλο βιβλίο που θα έπαιρνα το θάρρος να σου συστήσω σχετικά με το θέμα αυτής της επιστολής είναι ενός πολύ διαφορετικού συγγραφέα, το Junkie του Αμερικανού Γουίλιαμ Μπάροουζ. Ο Μπάροουζ δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου ως μυθιστοριογράφος: οι πειραματικές ψυχεδελικές του ιστορίες μ' έκαναν πάντα να πλήττω υπερβολικά, τόσο που νομίζω ότι δεν κατάφερα να τελειώσω ποτέ ούτε μία. Αλλά το πρώτο βιβλίο που έγραψε, το Junkie, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και αυτοβιογραφικό, στο οποίο αφηγείται πώς έγινε τοξικομανής και πώς ο εθισμός του στα ναρκωτικά - μια ελεύθερη επιλογή που ήρθε να προστεθεί σε μια αναμφίβολα προϋπάρχουσα ροπή - τον έκανε έναν ευτυχισμένο σκλάβο, έναν εθελούσιο υπηρέτη της έξης του, είναι μια σύντομη περιγραφή αυτού που εγώ πιστεύω ότι είναι η λογοτεχνική κλίση, της απόλυτης αλληλοεξάρτησης μεταξύ του συγγραφέα και της δουλειάς του και του τρόπου με τον οποίο η τελευταία τρέφεται από τον πρώτο, για ό,τι είναι, κάνει ή παύει να κάνει.

Όμως, φίλε μου, αυτή η επιστολή είναι πιο μακροσκελής απ' όσο αρμόζει σ' ένα είδος - την επιστολογραφία - του οποίου η κύρια αρετή θα πρέπει να είναι ακριβώς η συντομία, έτσι, λοιπόν, σε χαιρετώ.


Από το βιβλίο του Mario Vargas Llosa Επιστολές σ' ένα νέο συγγραφέα
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001
μτφ: Μαργαρίτα Μπονάτσου

(εικόνα: tribunalatina.com)

Link:
- ο Mario Vargas Llosa, στo ταξιδεύοντας

Ετικέτες

ο Φερνάντο Πεσσόα προς τον Καζάις Μοντέιρο

15 Δεκ 2007

Fernando Pessoa to Adolfo Casais Monteiro

[…] Θα απαντήσω τώρα στην ερώτησή σας σχετικά με τη γένεση των ετερωνύμων μου. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να σας δώσω μια ικανοποιητική απάντηση.

Θα ξεκινήσω από το ψυχιατρικό μέρος. Η γένεση των ετερωνύμων μου οφείλεται στο έντονο στοιχείο υστερίας που με χαρακτηρίζει. Δεν ξέρω αν είμαι απλώς υστερικός, ή αν είμαι, πιο συγκεκριμένα, υστερικονευρασθενής. Κλίνω προς τη δεύτερη αυτή υπόθεση, γιατί παρατηρώ στον εαυτό μου φαινόμενα αβουλίας τα οποία δεν εντάσσονται στην κλινική εικόνα των συμπρωμάτων της καθαρής υστερίας. Πάντως, η πνευματική γένεση των ετερωνύμων μου οφείλεται στη φυσική και διαρκή μου τάση προς την αποπροσωποποίηση και την προσποίηση.

Αυτά τα φαινόμενα - ευτυχώς για μένα και για τους άλλους - λαμβάνουν χώρα στη σφαίρα του πνεύματος, δηλαδή δεν εκδηλώνονται στην πρακτική πλευρά της ζωής μου, προς τα έξω, και στην επαφή μου με τους άλλους. Εκρήγνυνται μέσα μου και τα ζώ μόνος με τον εαυτό μου. Αν ήμουν γυναίκα - στις γυναίκες η υστερία εκδηλώνεται με κρίσεις και άλλα παρόμοια φαινόμενα - κάθε ποίημα του Άλβαρο ντέ Κάμπος (ο πιο υστερικά υστερικός του εαυτού μου) θα αναστάτωνε τη γειτονιά. Αλλά είμαι άντρας - και στους άντρες η υστερία εκδηλώνεται κυρίως στο πνεύμα τους και όλα καταλήγουν στη σιωπή και την ποίηση…

Έτσι εξηγείται tant bien gue mal η οργανική γένεση της ετερωνυμίας μου. Τώρα θα σας διηγηθώ το ιστορικό των ετερωνύμων μου. Θα αρχίσω από αυτούς που έχουν πεθάνει, μερικούς δεν τους θυμάμαι πια - αυτούς που έχουν χαθεί στο μακρινό παρελθόν της σχεδόν ξεχασμένης παιδικής μου ηλικίας.

Από παιδί είχα την τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν κόσμο πλασματικό, να περιβάλλομαι από φίλους και γνωστούς που ουδέποτε υπήρξαν. (Δεν ξέρω, βεβαίως, αν πραγματικά δεν υπήρξαν ή αν αυτός που δεν υπάρχει είμαι εγώ. Γι' αυτά τα πράγματα, όπως και για όλα τ' άλλα δεν πρέπει να είμαστε δογματικοί). Από τότε που με γνωρίζω ως αυτόν που αποκαλώ εαυτό μου, θυμάμαι ότι είχα με ακρίβεια στο μυαλό μου τη μορφή, τις κινήσεις, το χαρακτήρα και την ιστορία πολλών μη πραγματικών προσώπων που ήταν για μένα τόσο ορατά και δικά μου σαν τα αντικείμενα που αποτελούν αυτό που αποκαλούμε, καταχρηστικά ίσως, πραγματική ζωή. Αυτή η τάση που υπάρχει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με συνοδεύει πάντα, αλλάζοντας λίγο το είδος της μουσικής με την οποία με σαγηνεύει αλλά ουδόλως τον τρόπο της σαγήνης της.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, αυτόν που νομίζω ότι υπήρξε στα έξι μου χρόνια το πρώτο μου ετερώνυμο, ή μάλλον ο πρώτος μου ανύπαρκτος γνωστός - κάποιος ονόματι Chevalier de Pas, εξ ονόματος του οποίου έγραφα γράμματα προς τον εαυτό μου. Η μορφή του, όχι εντελώς θολή, απολαμβάνει ακόμη εκείνου του μέρους της αγάπης μου που συνορεύει με τη νοσταλγία. Θυμάμαι, αλλά λιγότερο καθαρά, μιάν άλλη μορφή με όνομα ξένο πάλι το οποίο όμως μου διαφεύγει, που ήταν, δεν ξέρω ως προς τί, ο αντίπαλος του Chevalier de Pas…Πρόκειται για κάτι που συμβαίνει σε όλα τα παιδιά; Ασφαλώς - ή ίσως. Αλλά τα έζησα τόσο έντονα ώστε να τα ζώ ακόμη και σήμερα, σε σημείο που χρειάζεται να καταβάλλω προσπάθεια για να πεισθώ πως δεν ήταν πραγματικότητα.

Αυτή μου η τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν άλλο κόσμο, ίδιο με τον υπαρκτό αλλά με άλλους ανθρώπους, δεν έφυγε ποτέ από τη φαντασία μου. Πέρασε από διάφορα στάδια, μεταξύ των οποίων και αυτό που αντιστοιχεί στην ενήλικη ζωή μου. Μου ερχόταν στο νού μια έκφραση, εντελώς ξένη, για τον άλφα ή το βήτα λόγο, από αυτό που είμαι ή από αυτό που νομίζω ότι είμαι. Την έλεγα αμέσως, αυθόρμητα, σαν να ήταν κάποιου φίλου μου, του οποίου το όνομα εφεύρισκα, προσέθετα την ιστορία και πάραυτα έβλεπα μπροστά μου τη μορφή του - πρόσωπο, ανάστημα, ρούχα και κινήσεις. Κι έτσι κατασκεύασα και έκανα γνωστούς πολλούς φίλους και απλές γνωριμίες οι οποίοι δεν υπήρξαν ποτέ αλλά που ακόμη και σήμερα, σε απόσταση τριάντα χρόνων, ακούω, νιώθω , βλέπω. Επαναλαμβάνω: ακούω, νιώθω, βλέπω. Και τους νοσταλγώ.

(Όταν αρχίζω να μιλάω - μου είναι δύσκολο να σταματήσω. Αρκετά σας ζάλισα, Καζάις Μοντέιρο! Θα συνεχίσω με τη γένεση των λογοτεχνικών μου ετερωνύμων που είναι τελικά αυτό που θέλετε να μάθετε. Πάντως, ό,τι είπα παραπάνω συνοψίζει την ιστορία της μητέρας που τους έδωσε το φως).

Γύρω στο 1912, αν δεν κάνω λάθος (που δεν μπορεί να είναι μεγάλο), μου ήρθε ιδέα να γράψω ορισμένα ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου. Ξεκίνησα κάποια ποιήματα σε ελεύθερο στίχο (όχι στο στυλ του Άλβαρο ντέ Κάμπος, αλλά σ' ένα στυλ ημι-ελεύθερο) και τα παράτησα. Ωστόσο, μέσα σ' ένα ακαθόριστο ημίφως, άρχισε να σχηματίζεται το αβέβαιο πορτραίτο εκείνου που τα έγραφε. (Χωρίς να το ξέρω, είχε γεννηθεί ο Ρικάρντο Ρέις).

Ενάμισυ ή δύο χρόνια αργότερα, μου ήρθε μια μέρα η ιδέα να κάνω μια πλάκα στον Σά Καρνέιρο - να εφεύρω έναν ποιητή βουκολικό, αρκετά πολύπλοκο, και να του τον παρουσιάσω, δεν θυμάμαι πια πως, σαν να ήταν πραγματικότητα. Για μέρες προσπαθούσα να κατασκευάσω τον ποιητή αλλά δεν τα κατάφερνα. Μια μέρα, ενώ τελικά είχα εγκαταλείψει την ιδέα - συγκεκριμένα στις 8 Μαρτίου 1914 - πλησίασα ένα ψηλό κορμό και, παίρνοντας ένα φύλλο χαρτί, άρχισα να γράφω όρθιος, όπως κάνω κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία. έγραψα στη σειρά πάνω από τριάντα ποιήματα μέσα σ' ένα είδος έκστασης, τη φύση της οποίας δεν θα κατάφερνα να εξηγήσω. Ήταν η θριαμβική μέρα της ζωής μου που άλλη σαν κι αυτή δεν θα υπάρξει. Ξεκίνησα μ' έναν τίτλο: Ο Φύλακας των κοπαδιών. Στη συνέχεια μέσα μου εμφανίστηκε κάποιος στον οποίο έδωσα πάραυτα το όνομα του Άλμπέρτο Καέιρο. Θα μου συγχωρέσετε το παράλογο της φράσης: εμφανίστηκε μέσα μου ο δάσκαλος μου. Αυτή ήταν η άμεση αίσθηση που ένιωσα. Σε τέτοιο βαθμό, που μόλις έγραψα αυτά τα τριάντα και πλέον ποιήματα, πήρα αμέσως άλλο χαρτί και έγραψα, πάλι χωρίς διακοπή, τα εξής ποιήματα που συνθέτουν την Πλάγια βροχή του Φερνάντο Πεσσόα Αλμπέρτο Καέιρο στον Φερνάντο Πεσσόα μόνο. Ή, μάλλον, ήταν η αντίδραση του Φερνάντο Πεσσόα για την ανυπαρξία του ως Αλμπέρτο Καέιρο.

Μετά την εμφάνιση του Αλμπέρτο Καέιρο, προσπάθησα να του βρώ - ενστικτωδώς και υποσυνείδητα - κάποιους μαθητές. Έβγαλα από τον ψεύτικο παγανισμό του τον λανθάνοντα Ρικάρντο Ρέις, του βρήκα όνομα, το οποίο το έφτιαξα στα μέτρα του, γιατί τον έβλεπα κιόλας μπροστά μου. Και ξαφνικά, από την αντίθετη κατεύθυνση του Ρικάρντο Ρέις, προέκυψε ορμητικά ένα νέο άτομο. Δια μιάς, στη γραφομηχανή, χωρίς διακοπή ούτε διόρθωση, ξεπήδησε η Θριαμβική ωδή του Άλβαρο ντέ Κάμπος - η ωδή που φέρει αυτόν τον τίτλο και ο άνθρωπος με το όνομα αυτό.

Δημιούργησα λοιπόν μια ανύπαρκτη coterie. Έδωσα σε όλον αυτόν τον κόσμο υπόσταση πραγματική. Διαβάθμισα τις επιρροές, γνώρισα τις φιλίες, άκουσα μέσα μου τις συζητήσεις και τις διαφορετικές απόψεις, και μέσα σ' όλα αυτά νομίζω ότι ήμουν εγώ ο δημιουργός όλου αυτού του πράγματος, αν και ήμουν ο λιγότερο παρών. Φαίνεται πως όλα αυτά συνέβησαν ανεξάρτητα από μένα. Και πως έτσι εξακολουθούν να συμβαίνουν. Αν κάποτε μπορέσω να δημοσιεύσω μια συζήτηση περί αισθητικής μεταξύ του Ρικάρντο Ρέις και του Άλβαρο ντε Κάμπος, θα δείτε πόσο διαφορετικοί είναι και πως δεν ξέρω τίποτα επί του θέματος.

Όταν επρόκειτο να κυκλοφορήσει ο Orpheu, χρειάστηκε, την τελευταία στιγμή, να βρεθεί κάτι ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός των σελίδων. Πρότεινα τότε στον Σα Καρνέιρο να γράψω ένα "παλιό ποίημα" του Άλβαρο ντε Κάμπος - ένα ποίημα σαν αυτά που θα έγραφε ο Άλβαρο ντε Κάμπος πριν γνωρίσει τον Καέιρο και επηρεαστεί από αυτόν. Και έτσι έγραψα το Opiarium, στο οποίο προσπάθησα να δώσω όλες τις λανθάνουσες τάσεις του Άλβαρο ντε Κάμπος, όπως θα αποκαλύπτονταν αργότερα, αλλά χωρίς ακόμη να υπάρχει το παραμικρό στοιχείο επαφής με το δάσκαλό του Καέιρο. Από όλα τα ποιήματα που έχω γράψει, είναι αυτό για το οποίο κοπίασα το περισσότερο, λόγω της διπλής προσπάθειας αποπροσωποποίησης που κατέβαλα. Αλλά, τέλος, νομίζω πως δεν βγήκε κακό και πως βλέπουμε το ξεκίνημα του Άλβαρο…

Νομίζω πως σας εξήγησα τη γένεση των ετερωνύμων μου. Αν ωστόσο υπάρχει κάποιο σημείο που χρειάζεται μια ξεκάθαρη εξήγηση - γράφω γρήγορα, κι όταν γράφω γρήγορα δεν είμαι πολύ ξεκάθαρος -, να μου το πείτε και ευχαρίστως θα το κάνω. Και, είναι αλήθεια, ιδού μια συμπληρωματική πληροφορία, αληθινή και υστερική: καθώς έγραφα ορισμένα σημεία των Σημειώσεων για το δάσκαλό μου Καέιρο του Άλβαρο ντέ Κάμπος, έχυσα αληθινά δάκρυα. Είναι για να ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε, αγαπητέ μου Καζάις Μοντέιρο.

Ορισμένες ακόμη σημειώσεις επί του θέματος… Βλέπω μπροστά μου, στον άχρωμο αλλά πραγματικό χώρο του ονείρου, τα πρόσωπα, τις κινήσεις του Καέιρο, του Ρικάρντο Ρέις και του Άλβαρο ντέ Κάμπος. Τους κατασκεύασα ηλικία και ζωές. Ο Ρικάρντο Ρέις γεννήθηκε το 1887 (δεν θυμάμαι ημέρα και μήνα, αλλά κάπου τα έχω), στο Πόρτο, είναι γιατρός και ζει αυτή τη στιγμή στη Βραζιλία. Ο Αλμπέρτο Καέιρο γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915. Γεννήθηκε στη Λισαβώνα αλλά έζησε σχεδόν όλη τη ζωή του στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα και σχεδόν καμιά παιδεία. Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος γεννήθηκε στην Ταβίρα, στις 15 Οκτωβρίου 1890 (στη 1:30 το μεσημέρι, μου λέει ο Φερνάντο Γκόμες. Είναι αλήθεια, γιατί το ωροσκόπιο που αντιστοιχεί στην ώρα αυτή το επιβεβαιώνει). Αυτός, όπως θα γνωρίζετε, είναι ναυπηγός μηχανικός (σπούδασε στη Γλασκώβη), αλλά τώρα βρίσκεται στη Λισαβώνα, χωρίς δουλειά. Ο Καέιρο ήταν μεσαίου αναστήματος, και αν και ήταν πραγματικά ασθενικός (πέθανε φυματικός), δεν το έδειχνε. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι ελάχιστα, αλλά πολύ ελάχιστα, κοντότερος, δυνατότερος, στεγνότερος. Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος είναι ψηλός (1,75 ύψος, δηλαδή 2 εκατοστά ψηλότερός μου), λεπτός και σκύβει ελαφρώς. Όλοι είναι ξυρισμένοι - ο Καέιρο είναι ανοιχτόξανθος, με γαλάζια μάτια’ ο Ρέις μελαχρινός σταράτος’ ο Κάμπος ούτε καστανός ούτε μελαχρινός, μοιάζει αόριστα με πορτογάλο εβραίο, αλλά τα μαλλιά του είναι ίσια με χωρίστρα στο πλάι και μονόκλ. Ο Καέιρο, όπως είπα, δεν είχε καμιά μόρφωση - μόνο το δημοτικό. Έχασε από πολύ νωρίς τον πατέρα του και τη μητέρα του και ζούσε με κάποια μικρά εισοδήματα. Ζούσε με μια γριά θεία του, αδερφή της γιαγιάς του. Ο Ρικάρντο Ρέις, ο οποίος ανατράφηκε σ' ένα κολλέγιο Ιησουιτών, είναι, όπως είπα, γιατρός. Ζει στη Βραζιλία από το 1919, όπου εκπατρίστηκε γιατί ήταν φιλομοναρχικός. Είναι λατινιστής, λόγω της μόρφωσης που έλαβε, και αυτοδίδακτος ελληνιστής κατά το ήμισυ. Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος φοίτησε σ' ένα κοινό λύκειο, κι ύστερα τον έστειλαν στη Σκωτία να σπουδάσει μηχανικός, πρώτα μηχανολόγος και μετά ναυπηγός. Σε κάποιες διακοπές ταξίδεψε στην Ανατολή από όπου εμπνεύστηκε το Opiarium. Του έμαθε λατινικά ένας θείος του από την Μπέιρα που ήταν ιερέας.

Πώς γράφω εξ ονόματος αυτών των τριών; Στην περίπτωση του Καέιρο πρόκειται για απλή και καθαρή έμπνευση, χωρίς να ξέρω ούτε καν να φαντάζομαι τι θα έγραφα. Όσο για τον Ρικάρντο Ρέις, προέκυψε ύστερα από έναν αφηρημένο στοχασμό που ξαφνικά πήρε τη μορφή ωδής. Με το όνομα του Κάμπος γράφω όταν νιώθω μια ξαφνική διάθεση να γράψω και δεν ξέρω περί τίνος πρόκειται. (Ο κατά ήμισυ ετερώνυμός μου Μπερνάρντο Σοάρες, ο οποίος άλλωστε μοιάζει σε αρκετά σημεία με τον Άλβαρο ντε Κάμπος, εμφανίζεται πάντα όταν είμαι κουρασμένος ή νυστάζω, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί πλήρως η σκέψη μου και ο έλεγχος. Η πρόζα του είναι μια διαρκής περιπλάνηση. Πρόκειται για έναν κατά το ήμισυ ετερώνυμο γιατί η προσωπικότητά του δεν είναι η δικιά μου ούτε διαφορετική από τη δικιά μου, αλλά μέρος της δικιάς μου. Είμαι εγώ, αν εξαιρέσουμε τον τρόπο σκέψης και το συναίσθημα. Η πρόζα του, εκτός από αυτό που ο τρόπος σκέψης δίνει ως tenue στη δικιά μου, είναι ίδια, και η χρήση της πορτογαλικής γλώσσας ακριβώς η ίδια. Αντιθέτως, ο Καέιρο γράφει σε κακά πορτογαλικά, ο Κάμπος μέτρια αλλά και με λάθη, όπως για παράδειγμα "eu proprio" αντί για "eu mesmo" κ.λ.π. και ο Ρέις καλύτερα από μένα αλλά με έναν καθαρευουσιανισμό που θεωρώ υπερβολικό. Το δύσκολο για μένα είναι να γράψω την πρόζα του Ρέις - ακόμα κι ανέκδοτη - ή του Κάμπος. Η προσποίηση είναι πιο εύκολη, καθότι είναι πιο αυθόρμητη, στο στίχο).

Αυτή τη στιγμή θα σκέφτεστε, αγαπητέ μου, ποια ατυχία σάς έριξε, διαβάζοντας, καταμεσής σ' ένα τρελοκομείο. Πάντως, το χειρότερο απ' όλα είναι η ασυναρτησία της γραφής μου. Σας επαναλαμβάνω και πάλι ότι γράφω σαν να μιλούσα μαζί σας, για να μπορώ να σας απαντήσω αμέσως. Διαφορετικά, θα περνούσαν μήνες χωρίς να καταφέρω να σας απαντήσω. [..]


Από την Ποίηση - τ.11, Άνοιξη-Καλοκαίρι 1998
μτφ: Μαρία Παπαδήμα

(εικόνα: con-versiones.com)

Ετικέτες

Γιάννης Βαρβέρης: Το γράμμα

9 Δεκ 2007


Στην τσέπη του παλτού σου
παλιό σουσάμι
φλούδα φυστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ' την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πιά που μπαίνει το Καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντος μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
ή αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι ή φλούδι
κι απ' τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.
Κάποτε θα μ' αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.


Από την ετήσια έκδοση 56 Φωνές, Ποιητική Ανθολογία 1982
εκδ. Πρόσπερος, 1983
Συλλογή: Αναπήρων πολέμου - εκδ. Ύψιλον, 1982


Ακόμα:
- ένα μελοποιημένο ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη στo Juke Box
- Γιάννη Βαρβέρη: Απόπειρα στους Δελφούς, στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο
- o Γιάννης Βαρβέρης για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, στο μετά τιμής
- ο Τάσος Κόρφης στον Γιάννη Βαρβέρη, στο μετά τιμής

Ετικέτες , ,

Πινακοθήκη ~ Suzuki Harunobu (1724-1770)

4 Δεκ 2007

6A Courtesan Looking At Her Shinzo Who Is Reading A Love Letter 6


6A Man and Woman reading a Letter in the Kotatsu 6


6 Reading a Love Letter 6


6 Two Women Reading a Letter 6

Ετικέτες